Θανάσης Τριαρίδης

 

 

δεν είναι ανάγκη πλέον να κρυφθώ:

είμαι στον Παράδεισο και σας χύνω

 

 

 

 

******

 

 

 

[Είναι ένα μεσημέρι Κυριακής μιάνας ακόμη Κυριακής όπου οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν, ερωτεύονται και σφάζουν, κάνουν έρωτα και πόλεμο, παίζουνε play station ή μπάλα σε χωμάτινες αλάνες κλοτσώντας τόπια ή και ανθρώπινα κεφάλια, πετάνε βόμβες ή τραγουδάνε για την αγάπη, προσεύχονται, υμνούνε νταβατζήδες και μαρμάρινα κεφάλια, κάνουν σκοποβολή και ιππασία, πεινάνε, περιμένουν τη Δευτέρα Παρουσία, ονειρεύονται.]

 

*** Ξέρετε, όταν μπαίνει μέσα μου μια πούτσα και χύνει στο στόμα μου ή στον κώλο μου το σπέρμα του ένας άνδρας, νιώθω σα να παίρνω μέσα μου τον Θεό, σα να με γεμίζει η χάρη Του, και σα να γίνομαι κι εγώ ένα μαζί Του

 

*** Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τρομερός κριτής;

 

*** (Εμπρός, ιερείς: στα σούπερ μάρκετ υπάρχουν εντομοκτόνα πέμπτης γενιάς).

 

[Α, είναι ένα ακόμη μεσημέρι Κυριακής. Η ζωή συνεχίζεται πάντοτε συνεχίζεται.]

 

 

******

 

 

[Ας ταξιδέψουμε, λοιπόν, τούτο το μεσημέρι σε μιαν αίθουσα τόσο ξακουστή, σε μιαν αίθουσα urbi et orbi περιλάλητη για την τέχνη τη μοναδική που γέννησε μέσα της, για την τέχνη την ανεπανάληπτη που περικλείει εδώ και πεντακόσια χρόνια. Και τι σου είναι η μεγάλη τέχνη; κάνει να φαίνεται ασήμαντο ντεκόρ ο τρόμος που την ταχτάρισε, εν προκειμένω ο τρόμος του χριστιανισμού, η μεγαλύτερη απανθρωπιά της ιστορίας από κοντά και το Ισλάμ βεβαίως άλλη απανθρωπιά φριχτή κι όλες οι υπόλοιπες θρησκείες που καίνε απίστους για να φωτίσουνε μιάνα απαίσια Αλήθεια.]

 

*** Τέσσερα μπορεί να είναι τα φαντασιώματα του προ-ιστορικού ανθρώπου που, ζεμένα εξ αρχής σε αντιθετικά ζεύγη, ουσιαστικά τροχιοδρόμησαν ολόκληρη την επερχόμενη Ιστορία: ο Θεός και η ελευθερία, η αιωνιότητα και η αγάπη. Μπορεί κανείς να πει πως τούτα τα φαντασιώματα (: δηλαδή μια πνευματική επινόηση πέρα από την ανάγκη) κάνουνε υποφερτή τη ζωή των ανθρώπων, πως φτιάξανε τον πολιτισμό, πως τον ζυγιάσανε σε μια ηθική ισορροπία ανάμεσα στην αίσθηση του φόβου (τα δύο πρώτα) και την προσδοκία της αυτοδιάθεσης (τα δύο δεύτερα). Κάποιος άλλος (ο Σπένγκλερ, ας πούμε) μπορεί να επιμείνει πως ήσαν μονάχα φαντασιώματα, δηλαδή φενάκες που θρέφουν τη μεγάλη ανθρώπινη αυταπάτη, το ανθρώπινο αδιέξοδο, την τραγωδία μιας φύσης που μάταια θέλει να προσπεράσει αυτό που είναι, φτάνοντας αυτό που μπορεί να ονειρευτεί.

 

*** Ο μεταδιαφωτιστικός κόσμος θέλησε να οραματιστεί (επί της ουσίας: να επινοήσει) το ιδανικό συνταίριασμα τούτων των παμπάλαιων φαντασιωμάτων έξω από τη θρησκεία ή οποιαδήποτε θεολογία. Ήταν το αγαθό όλον: ο Μπλέικ, ο φαουστικός Γκαίτε, ο Σίλερ, ο Σέλεϊ το γύρεψαν, ο καθένας με τον τρόπο του (και με τις υποψίες του). Ωστόσο ο πρώτος που το σχημάτισε ως ένα κεντρικό και αδιαίρετο αισθητικό, αισθησιακό και φιλοσοφικό πυρήνα ήταν Αμερικάνος (για πολλούς ο πρώτος Αμερικάνος ποιητής): ο Γουόλτ Γουίτμαν.

 

*** Ο Γουίτμαν είχε όλες τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές προϋποθέσεις για να γυρέψει (: να διακηρύξει) το αγαθό όλον: ήταν ο ποιητής ενός νέου κόσμου όπου μια μεγάλη επανεκκίνηση φάνταζε εφικτή. Μπορεί να μη με συγκινούν τα ποιήματά του, αλλά με συγκινεί η ένταση του κόσμου του. Και η κεντρική του θέση (ο κόσμος υπάρχει μόνον εν φύσει) ήταν πράγματι μια επανεκκίνηση.

 

*** Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman.

 

[(Και σεις, πολιτικοί κοσμοδιορθωτές, μη σφυράτε αδιάφορα: και σεις να διορθώσετε διά του φόνου θέλετε. Και οι φονιάδες σας, οι Λένιν σας, οι Στάλιν σας, ο Χίτλερ σας Μάο, Πολ Ποτ και οι λοιποί, τι να τα λέμε, σαν βρήκανε σάρκα στο γόνατο, κάμανε τους παπάδες να φαίνονται απλές οδοντόπαστες.)]

 

 

******

 

 

[Μα παρασύρθηκα ας μη λέμε ξανά-μανά τα ίδια πολλοί βαριούνται (και δικαίως) το μπλαμπλά: διακαώς επιθυμούν δράση και μόνον δράση. Action, λοιπόν: εκεί, στο μεσημέρι της Κυριακής μας και βέβαια, στο Παρεκκλήσι του Αγίου Σίξτου στο Βατικανό (γιατί αυτή είναι η αίθουσα για την οποία μιλώ σάμπως μπορείς να φανταστείς άλλην τόσο περιλάλητη και τόσο θελκτική αίθουσα τρόμου;;).]

 

*** Ο πρώτος που θέλησε να εκφράσει το αγαθό όλον στην ελληνική γλώσσα και, όπως φαίνεται, δίχως διόλου να έχει στο νου του τον Γουίτμαν ήταν ο Άγγελος Σικελιανός. Ήταν τόσο κακός ποιητής, τόσο άνευ ταλέντου μεγαλόστομος, τόσο ανυπόφορα (και αντιποιητικά) ποιητικός, που τα ποιήματά του δεν αντέχονται παρά μόνο ως παρωδία. Η δε θαμπή, μέσα σε τόσα κούφια λόγια, κεντρική του θέση είναι τόσο βλακώδης που δεν αντέχει σε κριτική: ο κόσμος υπάρχει μόνον εν Ελλάδι φαντάζομαι πως ένας Κινέζος θα επέμεινε πως ο κόσμος υπάρχει μόνον εν Κίνα, ο Ινδός εν Ινδίαις και ούτω καθεξής

 

*** Ο δεύτερος που συνειδητά αναζήτησε το αγαθόν όλον στην ελληνική γλώσσα ήταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Αυτός όμως είχε το απροσμέτρητο ταλέντο να αντέξει ένα τέτοιο σύνθεμα φαντασιωμάτων. Ακόμη περισσότερο, είχε την τόλμη να το προσδιορίσει: ο κόσμος υπάρχει μόνον εν στύσει ειδάλλως είναι ήδη νεκρός.

 

*** Αυτή είναι για μένα η κεντρική ορμή του Εμπειρίκου από την αρχή μέχρι το τέλος. Η λογοτεχνία, ο υπερρεαλισμός,, η ψυχανάλυση, η τέχνη, οι φωτογραφίες ήτανε η έκφραση ετούτης της ορμής, ετούτου του αγαθού όλου.

 

[Ω, ας φανταστούμε (μη χολοσκάτε με τις νομικές ευθύνες: φαντάζομαι εγώ κι σεις απλά διαβάζετε) το τι συμβαίνει εδώ και τώρα hic et nunc, που λένε κι οι τρομεροί φιλόσοφοι σε κείνην την Καπέλα Σιξτίνα: τουρίστες αλαφιασμένοι από ολόκληρη τη Γη συνωθούνται, Ευρωπαίοι και Ιάπωνες και Κορεάτες και Άραβες και (φυσικά) Αμερικάνοι κι όλοι όσοι μπορεί να φανταστεί κανείς ακόμη, λευκοί και μαύροι, μιγάδες, κίτρινοι και ινδιάνοι, ανάμεσα τους ταλαίπωροι ξεναγοί που εκφωνούν μικρά λογύδρια, ιερωμένοι και πιστοί που μουρμουράνε προσευχές, ερασιτέχνες σκηνοθέτες (άθλιοι σχεδόν πάντοτε) που αγωνίζονται να κινηματογραφήσουν ενώ σπρώχνουν και σπρώχνονται, πορτοφολάδες που επωφελούμενοι από την δωρεάν είσοδο της Κυριακής μπαίνουν και περιμένουνε μια τέτοιαν ώρα για να σε ξαλαφρώσουν, καθώς βέβαια και αστυνόμοι και ειδικοί φρουροί της ασφαλείας του Παρεκκλησιού που παρακολουθούν περίφροντεις το ζαλισμένο πλήθος και, δασκαλεμένοι κατάλληλα, κάθε λίγα λεπτά επαναλαμβάνουν, τάχα αυστηροί, το παράγγελμα της ησυχίας: Σσσσσς.]

 

 

******

 

 

[Και όλοι οι συνωθούμενοι ξελαιμιάζονται για να δουν επιτέλους, όχι, βέβαια, τους Περουτζίνους και τους Γκιρλαντάγιους και τους Μποτιτσέληδες των πλάγιων τοίχων, μα για να κοιτάξουνε εκεί ψηλά, σε εκείνηνα τη θρυλική οροφή που είχε ζωγραφίσει με το χέρι του ολομόναχος, ξαπλωμένος ανάσκελα επί τέσσερα χρόνια, ο γίγαντας της Αναγέννησης, ο μέγιστος καλλιτέχνης των αιώνων, ο Μιχαήλ Άγγελος το γένος Μπουοναρότι.]

 

*** Γεναριάτικο βράδυ: Τον Ιανουάριο του 1935 ένας γόνος των Ανδριωτών εφοπλιστών Εμπειρίκων που η οικογένεια του και ο κύκλος της τον λογάριαζαν για βλαμμένο κάνει μια διάλεξη περί Υπερρεαλισμού στη Λέσχη Καλλιτεχνών της Αθήνας. Ελάχιστοι καταλαβαίνουν, ωστόσο ανάμεσα στους ακροατές ήταν και ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, που ακόμη δεν είχε επιλέξει το ψευδώνυμο Ελύτης, αυτό με το οποίο θα γινόταν γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο. Τριάντα τόσα χρόνια μετά αυτός ο Αλεπουδέλης: Εις τον καιρόν επιμείνατε στον Μπρετόν. Όπως φωνάζουν στα γήπεδα: και τώρα μπορείτε να πά να γαμηθείτε.

 

*** Δυο μήνες μετά από το γεναριάτικο βράδυ: ο ίδιος βλαμμένος Εμπειρίκος τυπώνει σε βιβλίο μια σειρά υπερρεαλιστικών ποιημάτων του τίτλος: Υψικάμινος. Στη συλλογή αυτή (που σήμερα κάμποσοι τη συλλαβίζουν ως ξόρκι), ανάμεσα στα άλλα, κανείς διαβάζει: Ακόμη δεν άνθησαν τα συρματοπλέγματα της καρδιάς μας, ωστόσο τρέχουν τα παιδιά και τρέμουν οι γυναίκες τους.

 

*** Κι ακόμη: είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μας.

 

*** Δέκα χρόνια αργότερα ήταν ο ίδιος βλαμμένος που ξεκίνησε τον Μεγάλο Ανατολικό: Όλαι αι προετοιμασίαι είχαν τερματιστεί και ο γίγας των θαλασσών ανέμενε την μέρα του απόπλου Θα ακολουθήσουν 620.000 λέξεις μοιρασμένες σε πέντε βιβλία, 2.674 χειρόγραφες σελίδες, γραμμένες μέσα σε έξι χρόνια, από το 1945 μέχρι το 1951, και δουλεμένες ξανά και ξανά μέχρι και το 1970.

 

*** Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μας, λοιπόν;

 

*** Χύνω! Χύνω Είμαι στον Παράδεισο και σας χύνω!

 

[Και δώσ του ζαλίζεται ο κόσμος με τα Ιγιούντι, ζαλίζονται οι άνθρωποι με τα κορμιά τα τρομερά, και με τις Σίβυλλες και τους Προφήτες και τον γυμνό Αδάμ ένας Ιγιούντι και τούτος γιομάτος φόβο, θαρρείς να του φυσήξανε όχι ζωή μα τον επικείμενο θάνατό του.]

 

 

******

 

 

[(Αδύναμοι ανθρώποι είμαστε, ζαλιζόμαστε τι άλλο θέλεις; θα σου πουν.)]

 

*** Το όραμα του Εμπειρίκου ήταν μια (αγαθή) κοσμοδιόρθωση που απορροφούσε τα πάντα. Φλέρταρε έναν ουτοπικό μαρξισμό, μίλησε για τις Ηνωμένες Πολιτείες όλου του Κόσμου, ανήγγειλε την Οκτάνα, λάτρεψε τις ερωτικές κολεκτίβες, τα φαλανιστήρια του Φουριέ, τους Μπεάτους ή της μη συμμορφώσεως τους αγίους, τον Μέγα Πάνα και τον Ιησού Χριστό, τα κορίτσια, την ποίηση που ή-θα-είναι-σπερματική-ή-δεν-θα-υπάρχει. Φυσικά τον κατηγόρησαν πως ήταν ένας ζάπλουτος μεγαλοαστός που έγραφε ό,τι έγραφε εκ του ασφαλούς, ένας απολίτικος χαμαιλέων, ένας εστέτ φασίστας. Ο κλώνος υπέθαλψε τη σταχτοθήκη. Εκείνος αντιμετώπισε τη χλεύη και τα κακόβουλα σχόλια με το χαμόγελο μιας ευτοπικής αγαθότητας θαρρείς και δεν τα καταλάβαινε. Ανάμεσα στα άλλα, οραματίστηκε μιαν άρπα (ή λύρα) καμωμένη από παρθενικούς υμένες κοριτσιών.

 

*** Ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του: ποτέ του δεν αρνήθηκε καμιάν απαίσια σκλαβιά των ανθρώπων, κανέναν φριχτό κοσμοδιορθωτισμό, καμιά θρησκεία, κανέναν προφήτη, κανέναν κήρυκα του φόνου. Υμνεί ταυτόχρονα τον Μέγα Τράγο και τον Θεό, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Χριστό, του Αγίους και τους αυτοκτόνους. Εντάσσει μέσα στο αγαθόν όλον μαζί με τον υπερρεαλισμό και την παν-σεξουαλικότητα και τις θρησκείες και τις κοσμοδιορθωτικές φαντασιοκοπίες και τους φασισμούς ακόμη και την Ες Ες Ερ Ρωσία (κι ας τον πήγαν οι φονιάδες της ΟΠΛΑ μέχρι τα Κρώρα το 1944 είτε για να τον σκοτώσουν, είτε για να του παζαρέψουν λεφτά για τη ζωή του).

 

*** Ποτέ του δεν αρνήθηκε τίποτε απορροφούσε, μονάχα απορροφούσε: χαϊδεύτηκε με έναν ουτοπικό κοσμοδιορθωτισμό, ασπάστηκε τη θρησκεία των ψυχόμπατσων (για καιρό φόρεσε και τη στολή τους, αγκαλιάστηκε την πιο σκληρή βερσιόν φαλλοκρατίας, για πολλά χρόνια κυνηγούσε να φωτογραφίζει δεκάχρονα κοριτσάκια με σηκωμένες φούστες. Όχι, ποτέ του δεν αρνήθηκε τίποτε ακριβώς γιατί προσέβλεπε σε έναν καινούργιο κόσμο που θα υποδεχόταν.

 

*** Το αγαθό όλον: μια πρώτης τάξης εκκίνηση για τη χειρότερη σκλαβιά (η αγαθότητα είναι η ασφαλέστερη αφετηρία ενός κρεματορίου). Κι από την άλλη, το ίδιο αγαθό όλον είναι σαν το κουτί της Πανδώρας. Υπάρχει η ελπίδα ενός θριάμβου.

 

*** Στον Εμπειρίκο η ελπίδα ήταν η αναμονή για μια εκσπερμάτωση για μια χυσιά.

 

*** Περάσαμε! εφώναξε η Αδελαΐς. Ναι! Ναι! Περάσαμε! εκραύγασε θριαμβευτικά και ο Χάρδιγκ, όπως θα εκραύγαζαν και οι Αργοναύτες αφήνοντας πίσω τους τις Συμπληγάδες. Πλησιάζουμε στον Ειρηνικό! εφώναξε σπαργώσα η μικρούλα.

 

[Και φυσικά ακόμη περισσότερο ζαλίζονται με κείνονε τον τρομερό Αφέντη, τον Νταβατζή, τον Παντοκράτορα, τον Κριτή, Δημιουργό και Αρχιδολοφόνο, τον Κύριο των Δυνάμεων, εκείνονε που βλοσυρός χυμίζει, με την απόλυτη εξουσία να ξεχειλίζει απ το μανδύα του, εκείνονε που, ίδιος με τον αγριότερο άνεμο των μύθων, ίδιος με τον προϊστορικό καταρράχτη αίματος, ίδιος με την πιο σκοτεινή θάλασσα και μ ολάκερο τον ουρανό που αστράφτει, ίδιος με την πιο πεινασμένη φλόγα των αιώνων, φτιάχνει τον κόσμο εκ του μηδενός.]

 

 

******

 

 

[Αυτός κι αν είναι Παντοκράτορας: σπέρνει τον κόσμο με ματιές.]

 

*** Λήμμα για επίτομο εγκυκλοπαιδικό λεξικό (μουσική από τους Ελληνικούς Χορούς του Σκαλκώτα εκφωνήτρια εκείνη η παλιά της ΕΡΤ από τη δεκαετία του 1970): Ανδρέας Εμπειρίκος (Βραΐλα της Ρουμανίας, 1901 - Αθήνα, 1975). Ποιητής, πεζογράφος και ψυχαναλυτής. Υπήρξε ο εισηγητής του Υπερρεαλισμού στην ελληνική λογοτεχνία και ο εισηγητής της πρακτικής ψυχανάλυσης στην ελληνική ψυχιατρική. (Εδώ μπαίνουν παράσιτα.) Μαθητής για τρία χρόνια του Ρενέ Λαφόργκ, συνδέθηκε προσωπικά με τον Αντρέ Μπρετόν. (Ίσως όχι τόσο προσωπικά όσο ο Νικόλαος Κάλας). Για δεκαπέντε χρόνια (1956-1951) εργάστηκε ως ψυχαναλυτής και συνίδρυσε την Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία. (Απ όπου διώχτηκε για μιάνα σκοτεινή ιστορία). Ασχολήθηκε και με τη φωτογραφία. (Τα παράσιτα δυναμώνουν σιγά-σιγά χάνεται ο ήχος). Όσο ζούσε κυκλοφόρησε ένα μικρό μονάχα μέρος του ογκωδέστατου έργου του (Υψικάμινος, 1935, Ενδοχώρα, 1946, Γραπτά, η προσωπική μυθολογία, 1961) Παντρεύτηκε δύο φορές: την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου και τη Βιβίκα Εμπειρίκου, με την οποία γέννησαν έναν γιο: τον Λεωνίδα. Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλες δύο ποιητικές συλλογές, δύο πεζογραφήματα, σκόρπια ποιήματα, μεταφράσματα και ψυχαναλυτικές εργασίες, φωτογραφικά λευκώματα και το πολύτιμο μυθιστόρημά του, ο Μέ (Κάτι σα βρόχος, θαρρείς και η ταινία μπλόκαρε οριστικά. Μετά σιωπή. Γαλήνη).

 

*** Κατόπιν ο Εμπειρίκος να διαβάζει το Πολλές φορές τη νύχτα.

 

*** Τριακόσιοι νάνοι περιεκύκλωσαν τη μυσταγωγία μας. Στα σίγουρα ήταν ό,τι πιο αλλόκοτο, ό,τι πιο εξωπραγματικό φάνηκε στην Αθήνα του 1930 πιθανώς και στην Αθήνα ολόκληρου του 20ού αιώνα. Όσοι τον γνώρισαν έχουν να λένε για την απίστευτη ευγένειά του, για την ανιδιοτέλεια, για την παιδιάστικη γενναιοδωρία του να δίνει. Ο Εγγονόπουλος και ο Ελύτης μιλούν για τη θρυλική βιβλιοθήκη, την ξεχειλισμένη από άγνωστά του βιβλία, μελέτες φιλοσοφίας, ερωτογραφικά κείμενα, τόμους ψυχανάλυσης και μύρια. Υποστήριξε με κάθε τρόπο τούς γύρω του ποιητές και καλλιτέχνες μέχρι το τέλος της ζωής του ήτανε πόλος έλξης κάθε ποιητικής πρωτοπορίας.

 

*** Και στο κέντρο πάντοτε μια στύση, μια ψωλή-πάσσαλος, ένας φαλλός που στέκει, στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου

 

*** Προσπαθείς να βρεις την κατάλληλη λέξη: Ο Θεός ψώλων.

 

*** (Να σκεφτούμε τι είναι το δρολάπι.)

 

[Και ξελαιμιάζεται το πλήθος της Καπέλας και απομένει θαμπωμένο να κοιτάζει: κι ο καθένας ξεχνάει τις πρόσκαιρες σκέψεις του (τον ιδρώτα του μεσημεριού, τη δίψα του, τη θέλησή του για κατούρημα, το σύγκαμα στα μπούτια του και άλλα τέτοια) και απομένει κάτω από το θόλο γιομάτος δέος μπροστά σε τούτονα τον τρομερό Θεό, γιομάτος ανθρώπινη αδυναμία, γιομάτος με την παραδοχή της μικρότητάς του, σαν τοσοδούλι παγωτό που λιώνει κάτω απ τον Μέγα Ήλιο.]

 

 

******

 

 

[Και ο Θεός από την οροφή κοιτάζει το πλήθος ετούτου του μεσημεριού τα πάντα ορά ο Θεός, το ξέχασες; Και τι βλέπει; Πως όλα είναι όπως πάντοτε όπως κάθε μεσημέρι που η ζωή συνεχίζεται: εν τάξει και εν πλήρει τρόμο. Μην ψυχανεμίζεσαι τζάμπα: μαρκαρισμένα ζώα είναι οι άνθρωποι.]

 

*** Το δρολάπι: κάτι γρηγορότερο από την ηθική.

 

*** Ονομάτων ονόματα: Οδυσσέας Ε., Νικήτας Ρ., Νίκος Γκ., Νίκος Εγγ., Τάκης Παπ., Γιώργος Λ., Μάτση (), Κίτσος Μ., Μίλτος Σ., Έκτορας Κ., Νάνος Β. κι ακόμη: Μαρία Βον., Γιώργος Ζαβ., Δημήτρης Κουρ Κι άλλοι πολλοί να βρεις τη διαφορά ανάμεσα στον Άμωνα και τον Ατών.

 

*** Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

 

*** Ο Ε.: Σίγουρα, και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές Παραδείσου. Αλλά εδώ είναι, σ αυτό το σημείο, που έρχεται να σταθεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Μια γλυκιά μορφή, όπως του Ναζωραίου, μ όλο της το φως, μ όλη της την ευλογία να πλανηθεί πάνω από τις νυμφικές, νόμιμες ή παράνομες παστάδες. Μπορεί, δε λέω, μέσα στις γενικές κατευθύνσεις του Υπερρεαλισμού, η ανάδειξη της ερωτικής πράξης σε αυτόνομη αξία μ όλες τις πιθανές προεκτάσεις να υπήρχε ήδη σαν αίτημα. Το μέρος όμως της θαυματουργίας, όπου και το ελάχιστο μόριο της ύλης καθοσιώνεται, είναι προσφορά του ποιητή μας, απότοκο καθαρό της ιδιοσυγκρασίας του

 

*** Τώρα πια: και τους δυο τούς λένε Μερόπη. Άιντε, διαβάτη. Μην κλαις πια τα νιάτα σου.

 

*** Ο Β.: Το ότι υπήρξε μια τέτοια φυσιογνωμία στον εικοστό αιώνα σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, με λίγα μέσα ανάπτυξης και προβολής, ισοδυναμεί με ένα θαύμα. Για μας ο Ανδρέας Εμπειρίκος ήταν και θα είναι πάντοτε, όπως ένας Θεός. Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος ήταν μια Επιφάνεια Διονυσιακή. Ο πλούτος του ο λεκτικός και ο διανοητικός, ένας οργασμός του πνεύματος. Η ανθρώπινη παρουσία του μια παρηγοριά, ένα πανηγύρι, ένα βροντερό όχι στο μαράζωμα, ένα βροντερό ναι στη δημιουργία. Δεν γνώρισα στη ζωή μου κάποιον σαν αυτόν Και γνώρισα πολλούς σπουδαίους ποιητές, τον Έλιοτ, τον Ντίλαν Τόμας, τον Μπρετόν, τον Περέ, τον Όντεν και ένα σωρό άλλους. Κανείς δεν άφησε μέσα μου το χνάρι που άφησε ο Αντρέας Εμπειρίκος. Το αίσθημα αυτό της απόλυτης, αδίστακτης και ανυστερόβουλης γενναιοδωρίας του πνεύματος.

 

*** Προσοχή στα λόγια. Μη βάλουμε γκολ στα δίχτυα του θανάτου

 

*** Και τώρα μπορούμε να πά να γαμηθούμε.

 

[Κι ήσυχος συνεχίζει την παράσταση την πρέπουσα απαρχή της αφηγήσεως που σκλαβώνει.]

 

 

******

 

 

[Μα τι παράξενο: Αν και Θεός και Παντοδύναμος (και Παντογνώστης και Πάνσοφος και Ανεπίληπτος κι ό,τι άλλο θες), νά τονε που την πατά σα βλάκας, σαν πανηλίθιος πρωτάρης (καλά το λεν πως ο πολύς Παράδεισος αποβλακώνει) και είναι σίγουρος πως τίποτε απρόοπτο δε θα συμβεί (όπως και δε συνέβη εδώ και μιαν αιωνιότητα). Άραγε κανένας αρχάγγελος (από εκείνους τους κωλοπετσωμένους που κατεβαίνουν στα καπηλειά και στα παζάρια που χουνε σφάξει κόσμο και ντουνιά, νήπια, κοπέλες κι άντρες σαν τα κρύα τα νερά) δεν του έχει σφυρίξει τη βασική αρχή της πιάτσας: Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Ποτέ να μην είσαι σίγουρος για το πλήθος ακόμη κι αν έχεις τριπλομαρκάρει τα πρόβατα. Ποτέ να μην είσαι σίγουρος για ένα μεσημέρι Κυριακής σαν-όλα-τ-άλλα.]

 

*** Κάθε όραμα νέου θαυμαστού κόσμου κουβαλά μια παιδικότητα όπως τότε παιδιά που νομίζαμε πως με το δάχτυλό μας θα τρυπήσουμε το φεγγάρι. Κάτι τέτοιο ήταν ο Εμπειρίκος αυτός που ακόμη δεν άνθησαν τα συρματοπλέγματα της καρδιάς μας. Πίστεψε με πάθος στην ανθοφορία κι άφησε στην άκρη το φράχτη του κήπου.

 

*** Κι όσοι τον αγαπούμε, ίσως στο βάθος να νιώθουμε πως μας ασκεί την ίδια έλξη μ αυτό που νιώθουν οι πιστοί όταν ακούνε τα απαίσια ιερά βιβλία τους. Μας κάνει να ελπίζουμε σε μια μεγαλειώδη εκσπερμάτωση που θα μας πάρει.

 

*** (Αυτό κι αν είναι πολύ ανθρώπινο μα πρόσεχε: όταν πουλιούνται οι ελπίδες, έχουνε μοιραστεί τα φλογοβόλα.)

 

*** Η κωπηλασία ήταν κοκκινωπή.

 

*** Το 1945 άρχισε να γράφει για τον απόπλου του Great Eastern από το λιμάνι του Λίβερπουλ, στις 22 Μαΐου του 1867

 

*** Ω ναι, η κωπηλασία ήταν κοκκινωπή. Είχε προηγηθεί ο μεγάλος πόλεμος, η κατοχή, η πείνα, οι νεκροί στους δρόμους και μετά το τέλος της κατοχής μια παράλογη προσωπική περιπέτεια για τον ίδιο: ένα λαϊκό δικαστήριο από τον ΟΠΛΑ τον (σκληρό) Δεκέμβριο του 1944, με μοναδικό προφανή λόγο τη μεγαλοαστική του καταγωγή (που μύριζε γερά λύτρα). Ο Εμπειρίκος οδηγείται ως όμηρος στα Κρώρα της Βοιωτίας εκεί δραπετεύει και επιστρέφει τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου του 1945, περπατώντας ξυπόλυτος και υποσιτισμένος. Λίγους μήνες νωρίτερα έχει γράψει την Αργώ ή πλους αεροστάτου μόλις συνέρχεται ολοκληρώνει δύο ακόμη μικρά αφηγήματα, τη Ζεμφύρα ή το μυστικό της Πασιφάης και το (ακόμη ανέκδοτο) Βεατρίκη ή ένας έρωτας του Μπούφαλο Μπιλ (μαζί με την Αργώ συγκροτούν την τριλογία Τα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων).

 

*** Κατόπιν ξεκινάει το γράψιμο. Η κοκκινωπή κωπηλασία δεν έχει τέλος.

 

*** Η πρώτη γραφή θα κρατήσει έξι χρόνια: το 1951 θα είναι μια χρονιά ορόσημο για τον Εμπειρίκο: είναι η χρονιά που τελειώνει ο Ανατολικός και η χρονιά που (μετά από ποικίλες πιέσεις) παύει να ασκεί την ψυχαναλυτική πρακτική. Στις επόμενες δυόμισι δεκαετίες θα γράφει ακατάπαυτα, θα φωτογραφίζει, θα ταξιδεύει, θα γίνει πατέρας και συνάμα θα καθαρογράφει ξανά και ξανά το μεγάλο του βιβλίο. Στις 3 Αυγούστου του 1975 πεθαίνει (από καρκίνο του πνεύμονα), αφήνοντάς τα όλα εν στύσει όπως του έπρεπε.

 

*** Αντί για αποτίμηση, αυτό: όλα εν στύσει τι ωραιότερο;

 

*** Με άλλα λόγια: Σθέλμα.

 

[Ιδού, λοιπόν, κι η επαλήθευση όλων αυτών: ενώ ο Παντοκράτορας Αφέντης γιομάτος έξαψη δημιουργεί, κάπου στην άκρη της αίθουσας βρίσκεται μια κοπέλα. Άντε να είναι δεκαεννιά χρονών, άντε και είκοσι (πάντως όχι πολύ περισσότερο), αδύνατη με κόκκινα μαλλιά, προφανώς Ευρωπαία μα δε μπορούμε να ξέρουμε και κάτι παραπάνω (τι σημασία έχει εξάλλου;), φοράει στενό τζιν παντελόνι και φανέλα πορτοκαλιά, τσιτωμένη από τα συγκλονιστικά βυζιά της (ω ναι, αυτό στ αλήθεια έχει σημασία: βυζιά ολόστητα, γιομάτα χυμούς, ελπίδες έτοιμες να τιναχτούν σα νυχτερίδες, γκάβλες, σάρκα τόσο λαχταριστή που αν την αγγίξεις σε τινάζει ρεύμα ηλεκτρικό, βυζιά που εύχεσαι να γίνεις ιδρώτας και να κυλήσεις στην τρομερή σχισμή ανάμεσά τους). Και τούτη η ανυποψίαστη κοκκινομάλλα κοιτάζει κι αυτήνα τον Θεό εκεί ψηλά και τεντώνονται οι ρώγες της και διαγράφονται καθαρά στο πορτοκαλί βαμβακερό, σαν πρόκες.]

 

 

******

 

 

[Σαν πρόκες. Ω ναι, αυτό έχει όλην τη σημασία κι όχι το όνομα που ίσως ρωτάς: Θα μπορούσε να λέγεται όπως αγαπάς ας πούμε Γαλάτεια (από το μαύρο γάλα που υπόσχονται το τρομερά στήθη της), ας πούμε Θανασία (από τις θανάσιμες ρώγες που μπορούν να βγάλουν μάτια), ας πούμε Σθέλμα.]

 

*** Εν τω μεταξύ: όσο ζούσε, απέκλειε κάθε ενδεχόμενο δημοσίευσης του βιβλίου ιδίως μετά τη γέννηση του γιου του το 1957. Για σαράντα χρόνια το κείμενο ήταν γνωστό μόνο τμηματικά από τις διηγήσεις των ελαχίστων που είχαν ακούσει την απαγγελία επιλεγμένων μερών από τον ίδιο τον δημιουργό του, σ εκείνες τις θρυλικές βραδιές ανάγνωσης που διοργάνωνε. Ένα μικρό απόσπασμα, δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάλι τον Δεκέμβριο του 1966, είναι τόσο κουτσουρεμένο που απλώς κεντρίζει ακόμη περισσότερο τη φαντασία.

 

*** Κανείς όμως δε μπόρεσε να οικειοποιηθεί το πεπρωμένο του.

 

*** Ώσπου κάποτε οι δύο κληρονόμοι του Εμπειρίκου, η γυναίκα του Βιβίκα και ο γιος του Λεωνίδας, έκριναν πως είχε έρθει η ώρα: το 1990, δεκαπέντε χρόνια μετά από το θάνατό του, εκδόθηκαν οι δυο πρώτοι τόμοι και μέχρι το 1992 κυκλοφόρησαν και τα πέντε μέρη του βιβλίου σε οχτώ τόμους (από τις εκδόσεις Άγρα σε επιμέλεια του Γ. Γιατρομανωλάκη). Οι κριτικές μίλησαν, με αρκετήν ευσεβιστική ευπρέπεια, για ένα αποτυχημένο μυθιστόρημα, δίχως πλοκή, δίχως χαρακτήρες, δίχως ψυχολογικές διακυμάνσεις, με ανυπόφορες επαναλήψεις.

 

*** Ξιφομαχούσαν (και ξιφομαχούνε) με τον αέρα: ο Ανατολικός δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι καν βιβλίο.

 

*** Είναι (όπως κι ό,τι άλλο έγραψε ή φωτογράφησε ο Εμπειρίκος) μία διανοητική θωπεία. Στον Εμπειρίκο τα κείμενα δεν είναι ο σκοπός είναι το μέσο.

 

*** Ο σκοπός: ξέρεις ποιος είναι ο σκοπός

 

*** Προσοχή: ξημερώνει η νύχτα.

 

*** Και με στιλπνά βελούδα, και με περιδέραια δεσποινίδων ιστάμενων επί παραθύρων, και με λαιμούς στρουθοκαμήλων.

 

*** Καλή μου Σθέλμα, έλα: τώρα πια μπορούμε να πά να γαμηθούμε.

 

[Και τότε έγινε αυτό που έγινε. Ποιος ξέρει ποιος διάβολος να μπήκε μες στην πιτσιρίκα, ή ποιος δαίμονας μεσημβρινός, από κείνους που μάγευαν τους παλιούς βουκόλους, ποια δύναμη υποχθόνια, ποια κάψα, ποιο πυρ αείζωον, ποιος Λόγος που ήσαν εν αρχή, ποια μάνητα, ποιος νόστος (ή ό,τι άλλο), πάντως το έκανε: Κοίταξε τον Θεό καταπρόσωπο και, σα να τανε μόνοι οι δυο τους στην Καπέλα, έβγαλε τη γλώσσα της, την κόκκινη γλωσσίτσα της, και του την κούνησε, όπως την κουνούσε στον μπούφο συμμαθητή της στις γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου, όπως την κουνούσε στον γελοίο Πρύτανη (ή όποιον άλλον κερχελέ) σε μιαν επίσημη τελετή του Πανεπιστημίου, όπως μπορούν μόνον οι εικοσάχρονες κοπέλες να την κουνήσουν για μια στιγμή, για ένα δευτερόλεπτο.]

 

 

******

 

 

[(Α, νά γιατί το ένα δευτερόλεπτο είναι πιο μεγάλο απ την Αιωνιότητα: γιατί μπορεί να χωρέσει μια γλωσσιά)]

 

*** Το βιβλίο. Να δούμε το βιβλίο. Την υπόθεση.

 

*** Περίπου αυτά. Ένα υπερωκεάνιο, το Great Eastern, σαλπάρει από το λιμάνι του Λίβερπουλ στις 22 Μαΐου του 1867. Φτάνει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης δέκα μέρες αργότερα, την 1η Ιουνίου. Το θέμα του βιβλίου είναι ετούτο το παρθενικό ταξίδι.

 

*** (Το υμενοπάρθενο που παίζει τη μουσική του ταξιδιού.)

 

*** Είναι το ίδιο ταξίδι που περιγράφει και ο Ιούλιος Βερν στην Πλωτή Πολιτεία, γραμμένη το 1868. Φυσικά το βιβλίο του Βερν είναι μια περιπέτεια το βιβλίο του Εμπειρίκου είναι κάτι άλλο.

 

*** Ας πούμε: μια μετακινούμενη χώρα που διαστέλλεται από τη γκάβλα. Χρόνος μυθικός όπου οι επιβάτες του τιτανικού πλοίου σμίγουνε αναμεταξύ τους σε όλες σχεδόν τις δυνατές παραλλαγές, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή του ταξιδιού. Η Ιστορία ως μια διαρκής εξακολουθητική συνεύρεση τα πρόσωπα αλλάζουν, ο γλυκασμός εξακολουθεί.

 

*** Όχι, η Ιστορία δεν τέλειωσε. Η Ιστορία τώρα αρχίζει.

 

*** Οι σκηνές μοιάζουν πανομοιότυπες: τα χάδια, οι σκέψεις, τα λατρευτικά επιφωνήματα, οι εκσπερματώσεις, ο Μέγας Παν που δεν πέθανε.

 

*** Πάν απ όλα: ο προ-αιώνιος (προ-ιστορικός;) ερεθισμός.

 

*** Ας πούμε: οι ψωλέττες, οι μουνέτες, οι μαμούνες, οι μουνίτσες, οι αγγελοπούτες, οι μουνάγγελοι, οι κρεμοταΐστρες, οι σπερμοπιτσίλες, το μουνόγαλα, το εξογκωμένο μουνίδιον, τα μιμιά, οι καυλοπυρέσσοντες, τα παλουκοψώλια, τα γαμώ σε, γαμώ σε, τα χύνω, χύνω, χύνω, τα ώωωωωωω, τα άαααααα, όλα αυτά που δεν τελειώνουν.

 

*** Παρτούζες, παιδεραστίες, αιμομιξίες, κτηνοβασίες, αυνανισμοί, ηδονοβλεψίες, ντουμπλέ, λεσβιασμοί, γαμίσια, χυσιές που συχνά εκτείνονται σε δυο και τρεις σελίδες. Όλα αυτά με πλήρη βούληση των συμμετεχόντων, δίχως βία, δίχως φόβο, δίχως θάνατο. Κάποτε, στο Βιβλίο Τέσσερα, κι ένας βιασμός, γιομάτος με τη μνήμη του θύτη.

 

*** Εκεί: ακόμη και στο κακό γυρεύει τη γκάβλα του καλού του το αγαθό όλον

 

*** Πρόσωπα: μέτρησα εκατόν (τι σημασία έχει καμία). Στο κέντρο, περισσότερο ψυχολογικά παρά ουσιαστικά, ο Έλληνας ποιητής Ανδρέας Σπερχής και η ελληνίς κόρη Ειρήνη. Κι ακόμη μια πολυεθνική Βαβέλ που μιλάει με γλυκασμούς και σπαρταρίσματα: άνθρωποι κάθε εθνικότητας, χρώματος, φυλής, κοινωνικής τάξης, επιβάτες και ναύτες.

 

*** Μια εξημμένη αθωότητα. Κάπως έτσι.

 

*** Καλή μου Σθέλμα, επιμένω.  

 

[Και ο Θεός (τα πάνθ ορά μην ξεχνιόμαστε) πιάνει με την άκρη του ματιού το γλωσσάκι που του πέταξε η πιτσιρίκα. Και τι τα θες: η φριχτή Αιωνιότητα κομματιάστηκε μέσα του μεμιάς ήσανε τόσο εύθραυστη, τόσο έτοιμη για το κρακ, άρκεσε μια τόση δα γλωσσιά μιάνας μικρής κοκκινομάλλας για να θρυψαλιαστεί άπαξ διά παντός. Κι ο Θεός, ο Μέγας Παντοκράτορας, ο Ποιητής Ουρανού και Γης, ο Παλαιός των Ημερών, ο Τρισάγιος και ό,τι άλλο θες, γκάβλωσε για πρώτη του φορά ναι, γκάβλωσε.]

 

 

******

 

 

[(Και βέβαια, ένανε γκαβλωμένο Θεό ξέχασ τον από τώρα: θα πάει καλλιά του. Είναι σαν ένας πληγωμένος καρχαρίας που μυρίζει το ίδιο του το αίμα.)]

 

*** Κάποτε: νά σου και ο Βερν που μπροστά στα μάτια μας αρχίζει να γράφει την Πλωτή Πολιτεία.

 

*** Κάποτε η περιγραφή μιας βιβλιοθήκης που θυμίζει πλοίαρχο Νέμο (και ποιον άλλον;). Χιλιάδες τόμοι με έμβλημα τον Ντε Σαντ: ούτε μια αναφορά στα Ευαγγέλια μα γιατί;

 

*** Ό,τι στον Σαντ είναι βία, στον Εμπειρίκο είναι ορμή. Εξάλλου στέκονται στους αντίποδες: ο ένας πειραγμένος Χριστιανός: μπαίνει στο χριστιανικό υπόγειο με το διαφωτισμό κάτω απ τη γλώσσα. Ο άλλος είναι απείραχτος ερεθιστής: έτοιμος να εντάξει στη γκάβλα του και τον Χριστό και τον Μωάμεθ και τον κόσμο όλο.

 

*** Κάποτε η περιγραφή μιας ερωτικής Ουτοπίας: ζώνες εργασίες και απόλαυσης, με αμοιβαία μετακίνηση των ανθρώπων, φαλανιστήρια έρωτος, αυτοκαταργούμενα νομίσματα, ιμερολύκεια που θα διδάσκουνε την ηδονή της σάρκας.

 

*** (Απαίσια πράγματα, δηλαδή.)

 

*** Κάποτε η περιγραφή ενός κυκλώνα, μιας τρικυμίας: ένας κόσμος φουντώνει από γκάβλα και φεύγει εκτός ορίων. Ο κατακλυσμός: κι εντός του κατακλυσμού ρυπίσματα σπέρματος και άααχ και ώωωχ και χύνω ψώλα χύνω.

 

*** Μετά γαλήνη.

 

*** Κάποτε η απρόσμενη συνάντηση με το πλοίο Αμπέρτα αλλιώς: η συνάντηση με τον τυφλό Οιδίποδα που εντέλει οδηγεί τους ανθρώπους.

 

*** Αλλιώς: οι άνθρωποι μέσα στο μέλλον τους. Εντός της σιωπής του κρημνιζόμενου πόνου.

 

*** Έτσι γυρίζουν οι σελίδες έτσι προχωράει το φουντωμένο έμβολο προς τον κόλπο του Νέου Κόσμου.

 

*** Κινητό μέσα στο κινητό αν κάτι σού θυμίζει αυτό.

 

[Νά τονε, λοιπόν. Σηκώνει το μοβ μανδύα και να δείχνει την ψωλή του (ένα υπόκωφο ώωω του πλήθους αντηχεί στο Παρεκκλήσι). Είναι φυσικά εν στύσει, μπάρα ανεπανάληπτη, θεόρατο παλαμάρι, μέγας πάσσαλος, παλούκι που τρυπάει βράχους (τι τα θες ένας μελάτος Θεός θα ήσαν πολύ χειρότερος κι από έναν πεθαμένο Θεό).]

 

 

******

 

 

[Κι άφωνοι οι άνθρωποι, οι μεσημβρινοί επισκέπτες της Καπέλας, βλέπουνε την οροφή να ζωντανεύει. Και το μυαλό του καθενός γαζώνεται από έναν στρόβιλο σκέψεων και αισθημάτων: από τη μια είναι σαφές πως ο δαίμονας μπήκε στο παρεκκλήσι και διαφεντεύει την εικόνα του Θεού (προσοχή: την εικόνα κι όχι τον ίδιο τον Θεό σιγά μην το μπορεί ο Σατανάς να πιάσει χαρτωσιά μπροστά στον Αφέντη μας). Από την άλλη όμως κι αυτό που βλέπουνε στην παινεμένη οροφή δεν είναι διόλου άσχημο, είναι μια ψωλάρα γκαβλωμένη, τίποτε γκαβλωμένο δεν είναι άσχημο, η γκάβλα φτιάχνει τη ζωή κόντρα στο θάνατο και τη φριχτή Αιωνιότητα.]

 

*** Κάμποσοι, διαβάζοντας τον Ανατολικό όπως διάβασε τον Σαντ ο Κλοσόφκσι, τον κατηγόρησαν για φαλλοκεντρική οπτική, για απολογία της παιδοφιλίας, ακόμη και για ομοφοβία (που συνάγεται από την ολοκληρωτική απουσία της αντρικής ομοφυλοφιλίας).

 

*** Να τα δούμε όλα αυτά: Με δεδομένο πως για τον Εμπειρίκο ο κόσμος είτε είναι εν στύσει είτε έχει πεθάνει, ο φαλλοκεντρισμός είναι ο πυρήνας του αγαθού όλου στο οποίο προσβλέπει. Είναι φιλοσοφικά αδιέξοδο να κατηγορεί κανείς κάποιον γι αυτό που πιστεύει αρκεί να διαφωνεί. Επίσης μπορεί κανείς να σκεφτεί πως ο φαλλοκεντρισμός του Εμπειρίκου προαπαιτεί τη γυναίκα για να υπάρξει: σε καμιά περίπτωση στις σελίδες του δεν υπάρχει οργασμός δίχως γυναίκα αντίθετα, είναι φορές που ο άντρας περισσεύει (ρωτήστε και τον μολοσσό Μπομπ στο 17ο Κεφάλαιο του Ανατολικού ή τον λέοντα Ζαμβέζη στη Ζεμφύρα).

 

*** Περίπου το ίδιο ισχύει για την παιδοφιλία: υπάρχει ως μέρος του εμπειρίκειου όλου ως μέρος μιας μετα-ηθικής αγαθότητας που ερεθίζει (όσους ερεθίζει). Και πάλι αρκεί κανείς να διαφωνεί (όπως, ας πούμε, διαφωνώ με τις παιδοφιλικές φωτογραφίσεις δε σημαίνει διαφωνώ με τη ματιά του ή με τη ματιά μου διαφωνώ με την ίδια τη φωτογράφιση, με τον καθένα που βάζει παιδιά να ποζάρουν για τον κόσμο του, είτε βαφτίζοντάς τα να είναι Δούλοι ενός δικού του Αφέντη, είτε βάζοντάς τα να κάνουν παρέλαση επί του δικού του τρόμου, είτε ζητώντας τους τα να σηκώσουν το φουστανάκι τους στο όνομα του δικού του αγαθού όλου).

 

*** Το ίδιο ισχύει για την ομοφυλοφιλία: δεν τον ερέθιζε, δεν τη συμπεριέλαβε στον κόσμο του με τον ίδιο τρόπο που ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι δεν συμπεριλάμβανε την ετεροφυλοφιλία.

 

*** Τέλος, κάποιοι άλλοι τον κατηγόρησαν και για τα αντίθετα: για την καθολική αθωότητα, για την απουσία του τραγικού πόνου που εξανθρωπίζει.

 

*** Αυτοί παραβλέπουν πως ο Ανατολικός είναι (όπως κι ολόκληρος ο Εμπειρίκος) μία θωπεία τού (εν στύσει) αναγνώστη και του εν στύσει κόσμου στον οποίο θέλει να πάρει τον αναγνώστη του. Αυτή η θωπεία είναι μέθοδος θρησκευτική-λατρευτική. Όπως τα τάγματα των δερβίσηδων περιστρέφονται ή τα μοναχικά τάγματα μαστιγώνονται.

 

*** Ας το πω όσο πιο καθαρά μπορώ: ο Εμπειρίκος δεν αναφέρεται σε κανέναν Λόγο, θεόσταλτο ή πεποιημένο ο Εμπειρίκος διά των λέξεων μαλακίζει διανοητικά τον αναγνώστη του.

 

[Και τούτα τα αισθήματα εκφράζοντας κάποια βαθιά φωνή από το πλήθος (από το πλήθος ήτανε από πού αλλού;) φώναξε στα γαλλικά: Regarde de tous tes yeux, regarde! που πά να πει (σε μετάφραση κάπως ελεύθερη): Δες τα, λοιπόν, δες τα όλα!]

 

 

******

 

 

[Αυτό ήτανε: η βέργα του Παντεπόπτη άρχισε να τρέμει από το σφρίγος της (αυτό θα πει θεϊκή στύση, όχι λόγια του αέρα). Και στη στιγμή χυμίζουν τα γιουσούφια αυτά που τον βαστάζουν σαν πάει να δώσει τη ζωή στον Αδάμ κι αρχίζουν και τον τρομπάρουν πάνω-κάτω.]

 

*** Ο Ελύτης (Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, 1979 ο τίτλος δανεισμένος από τον Καζαντζάκη) γράφει για τον αγαπημένο του Ανδρέα, για τη ζωή τους και για τη ζωή για τη μηλιά που δίνει τα μήλα, για το σπίτι με τις θολωτές αψίδες που βουτά στο νερό.

 

*** Γράφει και για τον ανέκδοτο ακόμη Ανατολικό. (Έχω ακούσει περίπου το ήμισυ το σύνολο, απ όσο γνωρίζω, δεν το έχει ακούσει κανείς) Μετά από μια εξαιρετικά ολοκληρωμένη περιγραφή (ιδίως για κάποιον που μονάχα άκουσε το μισό έργο δίχως να ξέρει το τέλος του), γράφει αυτό που θα στοιχειώσει όλες τις μετέπειτα αναγνώσεις του Μεγάλου Ανατολικού: Δεν έχει κανείς παρά να αντιπαραβάλει τον Μέγα Ανατολικό με τις 120 ημέρες στα Σόδομα για να αντιληφθεί πώς είναι δυνατόν μια Κόλαση ακατονόμαστη να μετατραπεί με τα ίδια υλικά σε έναν επί γης Παράδεισο. Και πιο κάτω: Ναυπηγήθηκε με τα υλικά ενός ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη.

 

*** Τούτη η εξαιρετικά γλαφυρή μα ιδεολογική (επί της ουσίας: πολιτική) ανάγνωση του Ελύτη στοίχειωσε (δυστυχώς) κάθε μεταγενέστερη ανάγνωση του Μεγάλου Ανατολικού, μα και του Εμπειρίκου δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το απόσπασμα συστήνει τον Ανατολικό στο αφτί της έκδοσης της Άγρας. Όλες (έστω: σχεδόν όλες) οι προσεγγίσεις στον Ανατολικό μιλούν με διάφορες διαβαθμίσεις για πανηδονιστική αθωότητα, για μια νέα Ερωτική Ουτοπία, για ένα κείμενο που πάει πέρα από τον Φουριέ, για έναν αντεστραμμένο Ντε Σαντ που βγάζει κατευθείαν στον Παράδεισο.

 

*** (Σθέλμα, είσαι δω ή κοιμήθηκες;)

 

*** Κι από την άλλη πλευρά: οι αρνητές του βιβλίου ακολουθούν κι αυτοί την ιδεολογική ανάγνωση του Ελύτη μόνο που ετούτοι μιλούνε για έναν νεοφασίστα σεξιστή, για έναν μεγαλοαστό που λησμονεί την πάλη των τάξεων με το πρόσχημα μιας νεφελώδους ουτοπίας.

 

*** Και μερικοί άλλοι (συχνά μαζί με τους προηγούμενους) κάνουν λόγο για έναν αφόρητα πληκτικό πεζογράφο, για ένα έργο που δεν συντέθηκε μα συρράφτηκε, για κάποιον που έκανε αυτοψυχανάλυση σε δυόμισι χιλιάδες σελίδες και ως εκεί για κάποιον αυτιστικό (και αυτιστικά φλύαρο) πορνογράφο. Έτσι λένε.

 

*** Όλοι έχουν το μικρό δίκιο τους πιο σωστά: θα είχαν το μικρό τους δίκιο, αν ο Ανατολικός ήταν κείμενο, αν ήταν μυθιστόρημα ιδεών ή χαρακτήρων ή συνειδησιακής μεταβολής, ή μια αφήγηση που αποσκοπεί στον έλεο και στον φόβο διότι κάπου στο βάθος καραδοκεί η προσδοκόμενη κάθαρση.

 

*** Όμως, κατά τη γνώμη μου, ο Ανατολικός (και κανένα κείμενο του Εμπειρίκου) δεν είναι αυτό.

 

*** (Σθέλμα, κοιμάσαι;)

 

[Και παρευθύς χυμίζουνε και τα Ιγιούντι και οι Σίβυλλες και οι Προφήτες και ο Αδάμ κι η Εύα, βέβαια, να πιάσουνε να μαλακίσουν τον Αφέντη. Και μαζί μ αυτούς ορμάνε κι όλοι όσοι είναι ζωγραφισμένοι στις παραστάσεις εκείνες (τι παράξενο όλοι ζωντανεμένοι από μια γλωσσιά μιας μικρούλας). Και στα καπάκια χυμάει και ο Όφις να ζουλήξει κι αυτός (αυτό δα έλειπε ν αφήσει τέτοιο κελεπούρι).]

 

 

******

 

 

[Κι απ την απαίσια την Τελική την Κρίση του απέναντι τοίχου (και πάλι καμωμένη από το χέρι εκείνου του Μπουοναρότι) ορμούνε προς την Οροφή όλοι οι πεπτωκώτες, μα όλοι, σου λέω, άνθρωποι, τέρατα, άγιοι που κρατούν στα χέρια τους τομάρια, Χριστοί, Μαρίες, φίδια, τέρατα, άγγελοι, δαίμονες, αμαρτωλοί που κάνουνε φιστ φάκινγκ, όλος ο καλός ο κόσμος βουρ στο πράμα που σαλεύει]

 

*** Πιστεύω πως η ιδεολογική ανάγνωση του Ανατολικού (: του Εμπειρίκου) όχι μόνο περιορίζει τους ορίζοντες του βιβλίου αλλά ουσιαστικά το αγνοεί. Ο Εμπειρίκος δεν είναι ένα ακόμη βαρύδι στην τραμπάλα Αριστοφάνη-Σωκράτη του πλατωνικού Συμποσίου υπέρ του πρώτου, δεν είναι ένας ακόμη Φουριέ ή ένας αντεστραμμένος Ντε Σαντ ή ένας λυρικός Βίλχελμ Ράιχ

 

*** Ο Εμπειρίκος δεν περιγράφει, ούτε εξαγγέλλει.

 

*** Διότι, αν είναι μια προφανής περιγραφή, γιατί όλες αυτές οι ψωλέττες, οι μουνέτες, οι μαμούνες, οι μουνίτσες, οι αγγελοπούτες, οι μουνάγγελοι, οι κρεμοταΐστρες, οι σπερμοπιτσίλες, το μουνόγαλα, το εξογκωμένο μουνίδιον, τα μιμιά, οι καυλοπυρέσσοντες, τα παλουκοψώλια, γιατί όλα αυτά τα γαμώ σε, τα χύνω, χύνω χύνω, τα ώωωωωωω, τα άαααααα, όλα αυτά που δεν τελειώνουν, ξανά και ξανά σε δυόμισι χιλιάδες σελίδες; Δεν ήξερε πως οι αναγνώστες θα βαρεθούν;

 

*** Κι αν είναι πολιτική εξαγγελία, γιατί τόσα ρυπίσματα, τόσες ρουκέτες με ολόλευκη κρέμα; Δεν ήξερε πως τα ρυπίσματα είναι ανιστόρητα και ξεκομμένα απ το λαό;

 

*** Ο Ανατολικός είναι ένα αν-ιστορικό κείμενο ένα αντι-αναγνωστικό βιβλίο. Ο Ανατολικός είναι μια θρησκευτικών δομών λεξουργία μόνος σκοπός ο πνευματικός ερεθισμός η απ-ασφάλιση.

 

*** Ο Ανατολικός δεν ξεκινάει το ταξίδι του στις 22 Μαΐου του 1867 ξεκινάει και το 1945 τη χρονιά που εφόσον υπήρξε το Άουσβιτς δεν υπάρχει Θεός.

 

*** (Τη χρονιά της Χιροσίμας. Τότε που τα παιδιά γεννήθηκαν εντάξει.)

 

*** Δηλαδή: η Ιστορία αφηνιάζει κι ένας ποιητής εκσπερματίζει κραυγάζοντας κάτω από τα άστρα: Βεατρίκη μου Σε γαμώ Σε γαμώ Γαμώ σε

 

*** Μπορούμε να σκεφτούμε τις αδιάκοπες λαγνουργίες, τα γαμήσια, τις εκσπερματώσεις που επαναλαμβάνονται σχεδόν οι ίδιες ως σταδιακή έξοδος από την ευχή μιας άλλης ζωής.

 

*** Μπορούμε να σκεφτούμε την έξαψη ως αντιδιανοητική απασφάλιση με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να σκεφτούμε τη Μαρία Μαγδαληνή του Τζιότο.

 

*** Μπορούμε να μεταφέρουμε τη θεολογία στη σάρκα. Άμα θέλουμε.

 

*** (Άμα θέμε όπως λέει κι ένας φίλος. Άμα πάλι θέμε, μεταφέρουμε τη σάρκα στη θεολογία και λέμε αληθώς ο Κύριος.)

 

*** Έστι δε και άλλα πολλά όσα εποίησε ο Ιησούς, άτινα εάν γράφηται καθ έν, ουδέν αυτόν οίμαι τον κόσμο χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία. Αυτή είναι μια πρόταση μια ακόμη, τόση δα προτασούλα.

 

*** Και τώρα μπορούμε να πά να γαμηθούμε;

 

[Άδεια απέμεινε, λοιπόν, η Τελική Κρίση: έμειναν μόνον τα σύννεφα και ο γαλάζιος ουρανός κι οι λίμνες της φωτιάς κι οι τρούπες των μαρτυρίων να χάσκουνε τι όλοι είχανε τρέξει στον Θεό και τον αρμέγανε. Κι εκείνος, μέσα από ολόκληρο το πλήθος, κάρφωνε με τα μάτια του το κορίτσι το κοκκινομάλλικο που γιόμισε τη μπιστόλα του με το μπαρούτι.]

 

 

******

 

 

[Και τι είναι λογικό να σκεφτείς σα βλέπεις τον Θεό να εξοκέλλει έτσι; Πως όπου να ναι θ ακουστούν οι σάλπιγγες της Συντέλειας του Κόσμου. Αμφιβολία δε χωρεί: ετούτο το κυριακάτικο μεσημέρι θα τελειώσει ο κόσμος Με ψίθυρο ή με κραυγή, ναι, θα τελειώσει πάει κι η Μέλλουσα Ζωή, πάει και το Μέγα Έλεος, παν όλα]

 

*** Έτσι διαβάζω τον Μεγάλο Ανατολικό: ως βιβλίο που το μόνο του διακύβευμα είμαι εγώ. Η ψωλουργία ψιλοελευθερώνει ή, εν πάση περιπτώσει, ψιλοωφελεί την κυκολοφορία του γαίματος.

 

*** (Μονάχα που τούτη τη φορά, όποιος δεν είναι μαζί μου είναι ακόμη πιο ποθητός. Ο Θεός είν εδώ κάτω και φουντώνει. Είμαστε μέσα του.)

 

*** Είμαστε μέσα.

 

*** Σε μια συνέντευξή του (δημοσιευμένη στον Ηριδανό τον Μάρτιο του 1967) ο Εμπειρίκος απαντά: Εκτός από τους ήρωας, ο ίδιος ο Ανατολικός είναι πρόσωπο του έργου συμβολικώς.

 

*** Ποιος είναι, λοιπόν;

 

*** Ω ναι, ο γίγας των θαλασσών είναι ο Θεός ο μεγάλος Θεός.

 

*** Ο Μέγας Παν που δεν πέθανε. Ο Μέγας Παν που δεν πεθαίνει.

 

*** Όχι Πατέρας Αφέντης, μα ο μόνος Θεός που ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνο ηδοναί χορηγούμενες διά του πανίσχυρου Πέους του και του Υπερπλούσιου Σπέρματός του.

 

*** Και το βιβλίο: μία καμπάνα που τήκεται εμπρός μου.

 

*** Ένας Ανατολικός Θεός που τραγουδά και πλέχει.

 

[Μα τι παράξενο: μέσα στο Παρεκκλήσι δεν ακούγονται οιμωγές τρόμου και ικεσίες και άλλα τέτοια. Ίσα-ίσα, μια σιωπή έχει απλωθεί, θαρρείς ο κόσμος να βλέπει με αγωνία έναν αγώνα έναν αγώνα του Θεού για να μαλακιστεί και για να χύσει. Θαρρείς ο κόσμος να αδιαφορεί για το Μέγα Έλεος και να λωλαίνεται με το μέγα τρομπάρισμα.]

 

 

******

 

 

[Κι έξαφνα, δίχως κανένα σύνθημα, δίχως κανένας ν αρχίσει να λιβανίζει με κάποια αγιαστούρα, από το πλήθος αρχίζουνε οι αλαλαγμοί και οι δοξολογίες ο καθένας έχει κι ένα απαίσιο τραγουδάκι δοξολογίας ενός δυνάστη. Οι Χριστιανοί πιάνουνε τα Gloria in Extensis και τα Δόξα Σοι, οι Μουσουλμάνοι τα Μπιρ Αλλάχ, οι Εβραίοι τις ψιθυριστές τους προσευχές, οι Κομουνιστές το Pandiera Rosa ή τον Ύμνο της Διεθνούς, οι συνήθεις Γάλλοι τη Μασσαλιώτιδα (και άλλοι, φυσικά, τους δικούς τους εθνικούς ύμνους, εξίσου φριχτούς), οι οπαδοί της Ρόμα το θρυλικό Forza Roma, οι Παοκτζήδες, βέβαια, το Άιντας Παοκάρα κι όλοι οι άλλοι ό,τι έχουνε (ας πούμε μια παρέα από παλαιοπανκιά τραγουδάει το Should I stay or should I go τι να τους πεις; περί ορέξεως).]

 

*** Όχι αυτός που η Εκκλησία θέλει να μας επιβάλει, μα ένας άλλος, τελείως διαφορετικός

 

*** Μακριά από τη δικτατορική εξουσία του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού

 

*** Μακριά από τα ο μη ων μετ εμού μακριά από το φόβο.

 

*** Εντός του μέλλοντός μας, σου λέω.

 

*** Ο σύντροφός του επίσης ύψωσε το βλέμμα του επάνω και αναφώνησε αγαλιών: Η μέρα είναι ωραία!. Ο άλλος πρόσθεσε: Η Πλάσις είναι ηδονική!. Ο σύντροφός του είπε: Ο έρωτας είναι παντοδύναμος!. Ο άλλος είπε: Ο Θεός είναι μεγάλος!.

 

*** Έτσι διαβάζω το βιβλίο. Έτσι το σκέφτομαι, έτσι το φαντάζομαι.

 

*** Εκτός βέβαια άμα έχεις κοιμηθεί.

 

[Κι όλοι το ξέρουν (το νιώθουνε από την τρομακτική, από την απερίγραπτη ένταση της τρόμπας) πως τούτη η επικείμενη χυσιά θα τελειώσει με θάνατο, θα τελειώσει στο θάνατο αυτόν που χύνει, δε μπορεί να γίνει διαφορετικά, δε μπορεί να σταματήσει ο θεϊκός σπασμός, μήτε η ώση, πριν να χυθεί όλη η ψυχή, πριν χυθεί όλη η ζωή, πριν ρυπιστεί οτιδήποτε ζωντανό από το σώμα, πριν ξεψυχύσει.]

 

 

******

 

 

[(Α, αν είναι να χύσει ο Παντοκράτορας, θα χύσει μέχρι το τέλος τι να τα λέμε.)]

 

*** Κεφάλαιο 90: η Τζέην μπροστά στον καθρέφτη της σκέφτεται τα παιδικά της χρόνια, ώσπου:

 

*** Μέσα εις τα πλαίσια του καθρέπτου δεν ήτο πλέον μόνη. Ήτο ο Θεός μαζί της, εκεί, ενώπιόν της, με πολύπτυχα λευκά και πορφυρά ενδύματα ενδεδυμένος.

 

*** Και: Τζέην, Τζέην! Αγία κόρη μου! Αγία Τζέην! Ώωωχ! Άααχ! Άαα! Άααααχ! Τι γλύκα! Τι γλύκα! Αγία Κόρη μου, πριν στο μουνί σου σε γαμήσω, μέσα στο στόμα σου το σπέρμα μου θα χύσω! Έτσι θα έχεις, κόρη μου, ως της αγάπης μου σημάδια δυο μουνιά και σπέρμα γλυκό του πούτσου μου ανεξάντλητο αθανασίας χυμό Ψωλόχυμα! Ώωωχ! Ώωωχ! Άαα! Άαα!Έρχεται Έρχεται Πάρ το, αγία κόρη μου Σ το δίνω! Είσαι ένα με μένα, ένα ΧΥΝΩ!

 

*** Οπότε: οι ψωλέττες, οι μουνέτες, οι μαμούνες, οι μουνίτσες, οι αγγελοπούτες, οι μουνάγγελοι, οι κρεμοταΐστρες, οι σπερμοπιτσίλες, το μουνόγαλα, το εξογκωμένο μουνίδιον, τα μιμιά, οι καυλοπυρέσσοντες, τα παλουκοψώλια, όλα αυτά που δεν τελειώνουν, γίνονται πια αίμα και σάρκα.

 

*** Λάβετε, φάγετε, λάβετε, πίετε.

 

*** Ω ναι, είμεθα εντός του μέλλοντός μας.

 

*** Ω ναι, το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας.

 

*** Ο ναι, ο Μεγαλοψώλονας Θεός.

 

*** Κάτι που το λατρεύεις και ελευθερώνεσαι από αυτό.

 

*** (Σθέλμα.)

 

[Ιδού, λοιπόν: μέσα στον τρελό χαμό (που ίσως και να ζυγώνει το χαμό τον κυριολεκτικό) ένα μεγάλο μουγκρητό ακούγεται. Ο μέγας Αφέντης, ο μέγας Θεός, ο μέγας Νταβατζής. ο Κύριος των Δυνάμεων του Κόσμου ήταν να χύσει. Και το μουγκρητό μεγαλώνει, γίνεται μαζί και λυγμός και ρόγχος και ξεψύχισμα. Και χύνει, χύνει, χύνει ο Παντοκράτορας την ίδια του την ψυχή του ξεψυχύνει.]

 

 

******

 

 

[(Εδώ φαντάσου πολλά φωνήεντα στη σειρά με κολλημένα θαυμαστικά στο τέλος τους: κάτι σαν Άαααααααααααα!!! επαναλαμβανόμενο όπως τα κύματα της ηδονής αλλά απείρως βαθύτερο και μεγαλύτερο, τόσο που δε χωράει σ ένα βιβλίο ή σε μιαν αφήγηση. Η, αν σου κολλάει πιο πολύ, βάλε και σύμφωνα στη σειρά, τι με κόφτει, εξάλλου λένε πως η πνιχτή χυσιά είναι ακόμη πιο γκαβλιάρικη, ας πούμε ένα πολλαπλασιασμένο Άχχχχχχχχχχχ!!! γιατί όχι; Με άλλα λόγια: φαντάσου ό,τι θέλεις, μα, διάολε, φαντάσου ανάλαβε κι εσύ μιάνα ευθύνη.)]

 

*** Σε όλο το έργο του Εμπειρίκου κρύβεται η ίδια ανταλλαγή. Από την Υψικάμινο μέχρι την Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες. Στα Χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων και στην Οκτάνα στην Ενδοχώρα και στα Γραπτά. Πάρε τη λέξη μου. Δώσε μου το χέρι σου.

 

*** Και ακόμη: γη του μέλλοντος υπάρχεις ήδη / Στο αίμα μας / Στο σπέρμα μας / Και στα άσματά μας.

 

*** Και ακόμη: δεν λέγω λόγια σπέρνω στο χαρτί.

 

*** Και ακόμη: γαμώ, γαμώ σε ώς τα έγκατα της γης. Γαμώ σε ώς τα αστέρια.

 

*** Και ακόμη: η Καρλότα, η Ζεμφύρα, η Βεατρίκη και η Αδελαΐς, η κόρη της Πενσυλβανίας.

 

*** Και ακόμη: Οιδίπους Ρεξ.

 

*** Και ακόμη: σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.

 

*** Ένα άγγελμα για την ανάσταση των ζωντανών. Μόνιμο και διαρκές. Άνευ όρων και άνευ ορίων.

 

*** Ένα άγγελμα για την ελευθερία των ζωντανών.

 

*** Ευ-αγγέλιο κι ας το λέμε κάπως αλλιώς. Που ωστόσο κάτι περιμένει.

 

*** Να σκεφτούμε πώς τελειώνει αυτό το μεγάλο βιβλίο.

 

*** Ο Μέγας Ανατολικός λοιπόν μπαίνει στον κόλπο της Νέας Υόρκης.

 

*** Ο μέγας Θεός ενώνεται με τον νέο κόσμο και τον νέο αιώνα.

 

*** Κι αυτό που ζει η Τζέην δεν είναι πια στα πλαίσια του καθρέπτου.

 

*** Γαμόσταυροι, γαμήστε την, μην σταματάτε! Το εν τούτω νίκα της ζωής το υπέρτατον είναι αυτό. Άγιοι Γαμόσταυροι, μην, γλυκές παρθένες, φίλτατα αδέλφια σύντροφοι, μην το ξεχνάτε. Χριστός ανέστη σήμερον, θανάτω θάνατον πατήσας! Πάσχα ιερόν σήμερα αναδέδεικται! Πάσχα Έρως-Χριστός ο λυτρωτής! Πάσχα ήμιν τας Πύλας του Παραδείσου άνοιξαν! Άγιοι Γαμόσταυροι, γλυκειές παρθένες, σύντροφοι, μην το ξεχνάτε.

 

*** Όλα αυτά.

 

*** Κάθε ευαγγέλιο κάποτε ξε-ευαγγελίζεται.

 

*** Επομένως: Ναι, τώρα μπορούμε να πά να γαμηθούμε.

 

[Έτσι αρχίζουν οι τρομερές ριπές του σπέρματος. Κι η πρώτη η χυσιά, μια πάλλευκη πέρλα, ριπίζεται, θαρρείς, συστημένη στην κοκκινομάλλα κοπελιά. Κι εκείνη την περίμενε με ανοιχτό το στόμα και τη γλώσσα να περιμένει παρακλητικά: κι όπως η πέρλα η θεϊκή πέφτει στη γλώσσα της, εκείνη την ανέβασε στον ουρανίσκο να νιώσει καλά τη γλύκα της και μετά μονομιάς την κατεβάζει στο φάρυγγα και στο στομάχι ναι, μονομιάς, όπως κατέβαζαν το μάννα εξ ουρανού οι πεινασμένοι.]

 

 

******

 

 

[Κι ακολουθούν κι άλλες ριπές με σπέρμα, ριπές τρομερές που πέφτουνε στους τοίχους και τους ασπρίζουν, πέφτουνε πάνω στους Σταυρούς και τους ζεματάνε, λούζουν στη γκάβλα όσους τρομπάρουν τη μπάρα του Παντοκράτορα, ραντίζουν με ζαχαρούχα γάλα τους αλαλάζοντες επισκέπτες του Παρεκκλησιού, τρυπούν την οροφή (στον ήλιο και στο φεγγάρι που διαχωρίζονται), τινάζονται στον Τίβερη και στη θάλασσα του Κάπρι κι αφρίζουν τα νερά, στον τρούλο του Αγίου Πέτρου και στην Κάαμπα της Μέκκας και στον Πύργο του Άιφελ και στο Άγαλμα της Ελευθερίας που κρατά τον πυρσό τόσοι αιώνες, τόση αιωνιότητα, τόσα πένθη είχανε σωρευτεί στους θεϊκούς αδένες]

 

*** Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τρομερός κριτής;

 

*** Όλα αυτά. Τα χαμένα για χαμένα.

 

*** Πολλές φορές τη νύχτα προεκτείνονται. Μες στο χαμό μας ο σπασμός μας.

 

*** Χύνω! Χύνω! Είμαι στον Παράδεισο και σας χύνω!

 

*** Είμαι στον Παράδεισο και σας χύνω.

 

*** (Αχ Σθέλμα, κοιμάσαι. Σου μιλούσα και ονειρευόσουν.)

 

[Και σε κάθε χυσιά, σε κάθε ριπή σπέρματος, σε κάθε ράντισμα της θεϊκής ψωλής, όλο και διαστέλλεται η οροφή, όλο και φουσκώνει, ώσπου στην έσχατη χυσιά (ποια να ήσαν κανείς δεν σκέφτηκε να τις μετρήσει) ξεφουσκώνει μονομιάς (με ένα στερνό φρρρτ όπως ξεφουσκώνουν τα παιδικά μπαλόνια) και αφανίζεται διά παντός. Νέες ζητωκραυγές: ο μεσημβρινός κυριακάτικος ήλιος γεμίζει το ασκεπές πια Παρεκκλήσι. Μα στο εξής τίποτε δε θα πτοήσει τους επισκέπτες. Πλέον το ξέρουν: ο κόσμος δεν θα τελειώσει μήτε με σάλπιγγες, μήτε με κραυγή, μήτε με ψίθυρο, όπως τους έλεγαν οι προφήτες κι οι παραπροφήτες (όλοι ψευταριτζήδες βέβαια). Όχι, ο κόσμος δεν τελειώνει. Ο Κύριος ο Θεός, ο Μέγας Νταβατζής, ο Μέγας Αφέντης, ο Μέγας Παντοκράτορας, Δημιουργός, Κριτής και Αρχιδολοφόνος, ετούτος είναι που τελειώνει χύνοντας.]

 

 

******

 

 

[Τι μέρα κι αυτή: με μιαν γλωσσιά μιάνας κοκκινομάλλας έκανε φρρρτ η τρομερή Οροφή, χάθηκε, αφανίστηκε κι απέμεινε μονάχος ο ουρανός. Και ραντισμένοι όλοι γλείφουνε την παχιά ζεστή χυσιά από τα πρόσωπά τους κι από τα πρόσωπά των πλαϊνών τους (κι από τα μανουάλια, βέβαια, και τους σταυρούς και τα διαχωριστικά καγκελάκια και τα καπέλα των ειδικών φρουρών, ακόμη κι από το δάπεδο δεν μπορεί, κάτι θα έπεσε και στο πάτωμα). Νά πώς εμπνέει η μεγάλη τέχνη: μήτε σταγόνα σπέρματος δεν έμεινε στο Παρεκκλήσι. Αυτή κι αν είναι ημέρα Κυριακή.]

 

*** Άρα πάμε πάλι στην αρχή, σ εκείνες τις πρώτες λέξεις από την Κούνια της Υψικαμίνου.

 

*** Ακόμη δεν άνθησαν τα συρματοπλέγματα της καρδιάς μας.

 

*** Αυτό μπορεί να ναι ξόρκι μπορεί και υπόσχεση.

 

*** (Ας είναι: Θα ξαπλώσω δίπλα σου, να κοιμηθούμε πλάι-πλάι.)

 

[Έτσι ξεψύχυσε ο Θεός κι η κρέμα του η θεϊκή, η μόνη Ψυχή που μπορώ να αντέξω, έτσι κατέληξε μες στους ανθρώπους. Ένα ρέψιμο ακούστηκε αρχίζει η χώνεψη. Και πια, σιγά-σιγά, κάποιοι ψιλοθυμούνται πως η επίσκεψη έχει τελειώσει από ώρα, πως πρέπει να τηλεφωνήσουν σ ένα χαμένο ραντεβού ή πως έχουνε σκάσει για κατούρημα. Ο ήλιος τρεμοπαίζει μιαν ιδέα: το απόγευμα προφανώς εκκολάπτεται. Η ζωή προφανώς συνεχίζεται.]

 

 

 

 

[Το κείμενο αυτό είναι το ιστ κεφάλαιο από το ανέκδοτο βιβλίο Τα γάργαρα τεχνάσματα * ένα τετράδιο με μελανιές.]