Θανάσης Τριαρίδης

 

 

τους ζυγούς λύσατε τα κορίτσια φιλήσατε

ή

όταν ένας εθνικός ποιητής παραφέρεται

 

 

 

******

 

 

δ ε ν π έ τ ρ ω σ α ν μ α τ α ί ω ς τ ό σ α μ ά γ μ α τ α

 

 

[Ομιλία. Μέσα στην αίθουσα καμιά σαρανταριά. Το κτίριο χτισμένο στους σκυλεμένους τάφους των Εβραίων της Σαλονίκης. Έξαφνα ένα θαμπό τοπίο σαν Παρθένης μια γυναίκα γέρνει σαν να είναι δρεπάνι.]

 

1. Ας πούμε πως αρχίζουμε μα πώς; Η Μαρία Νεφέλη (στη σελίδα 368 της συγκεντρωτικής Ποίησης του Ελύτη) λέει: ...αν στ αλήθεια ο έρωτας είναι κατά πως λεν κοινός διαιρέτης / εγώ θα πρέπει να μαι η Μαρία Νεφέλη κι εσύ φευ ο Νεφεληγερέτης.

 

2. Ευθύς στην αντικρινή σελίδα ο Αντιφωνητής απαντά: Α τι ωραία να σαι νεφεληγερέτης / να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου / να μη σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι / τίποτε.

 

3. Τίποτε;

 

[Ήταν ο καιρός που το σκεφτούσουνα άμα τρεμίζουν τα δρεπάνια άμα γίνεται.]

 

******

 

[Ελληνορωμαικό Δίκαιο γαλλικό φιλί]

 

4. Στα 1929 ανάμεσα στους νεαρούς πρωτοετείς που εισάγονται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών βρίσκεται και ο νεαρός Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο συγκεκριμένος νέος έχει μεγάλη επιτυχία στα κορίτσια και διαβάζει ποίηση και σε κάθε εξεταστική φορτώνει στον κόκορα τα Ενοχικά Δίκαια. Ψυχομετρεί τις αντιστάσεις του στον καρυωτακισμό, ώσπου μάλλον γρήγορα βρίσκει (και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά) τον πραγματικό εαυτό του κοντά στον Γιώργο Σαραντάρη, τον νεοφερμένο Ανδρέα Εμπειρίκο (κοντά στον οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως υπερρεαλιστής και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά), τον Νίκο Γκάτσο, τους τρεις Γιώργηδες που σημάδεψαν με την ψευτιά της ελληνικότητας ό,τι ονομάστηκε ως Γενιά του 30 (Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Γιώργο Κατσίμπαλη). Η πρώτη (στανική) δημοσίευση ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα, πέραν των άλλων, τού κατοχυρώνει ένα ωραίο ψευδώνυμο: Οδυσσέας Ελύτης. Πλέον ο μόνιμος τελειόφοιτος της Νομικής με το νέο όνομα έχει παραστρατήσει για τα καλά: νιώθει πως έχει αρκετούς συμμάχους για να φορτώσει οριστικά στον κόκορα τα νομικά του βιβλία.

 

5. Δέκα χρόνια αργότερα, έχοντας περάσει από το Αλβάνικο Μέτωπο, τον θάλαμο των μελλοθανάτων ενός γιαννιώτικου νοσοκομείου και την Κατοχή, εκείνος ο υπερρεαλιστής Οδυσσέας Ελύτης αποφάσισε να γίνει εθνικός ποιητής γράφοντας το μεγαλύτερο εθνικό ποίημα της ελληνικής γλώσσας. Αφού ψιλοχαϊδεύτηκε με κάτι τέτοιο με τα ΧΙΙΙ και XIV του Ήλιου του Πρώτου, είχε μια μεγαλειώδη αποτυχία με τον Χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ωστόσο είχε το εθνικό ποίημα στο πνευμόνι του: το παίδεψε με μιαν ανολοκλήρωτη Αλβανιάδα και κατόπιν το κατάφερε (εδώ που τα λέμε: το παρακατάφερε) με το Άξιον εστί. Από την σύσταση του Ελληνικού Έθνους και μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν που ευχαρίστως σφάζει τους αμάχους τους Τριπολιτσάς ακολούθησαν κάμποσες μπούδρες (Φωτεινοί, Δωδεκάλογοι και Φλογέρες του Βασιλιά), η μια χειρότερη από την άλλη. Το Άξιον εστί είναι ίσως το μόνο ποίημα των τελευταίων 200 χρόνων όπου ο σούπερ εθνικισμός καταφέρνει να γίνει πραγματικά μεγάλη ποίηση (οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι φυσικά και δεν είναι εθνικό ποίημα είναι εκπληκτικό όσο και ακατάληπτο παραμύθι τρόμου). Στο Άξιον εστί ο Ελύτης πετάει στο τραπέζι όλα τα γλειφιτζούρια που γύρευε από δεκαετίες το εθνικώς συντεταγμένο εκκλησίασμα: Ο λαός μου (προσοχή στο μου), η αυλή των προβάτων (λέγεται και μαντρί, λέγεται και στρατόπεδο), οι αμμουδιές του Ομήρου (τι να λέμε), ο της Δικαιοσύνης νοητός ήλιος (τι να ξαναλέμε), οι αδελφοί που όπου να τους βρίσκει το κακό μνημονεύουν Διονύσιο Σολωμό (μήπως τα σωθικά λαχταριστά;), η Μοίρα των αθώων που είσαι η δική μου Μοίρα (εννοείται), ο ήλιος που για να γυρίσει θέλει νεκροί χιλιάδες να ναι στους Τροχούς, θέλει κι οι ζωντανοί να πίνουν το αίμα τους (άξιον εστί το τίμημα) όλα σου λέω.

 

6. Η ποιητική μετατροπή της σφαγής σε πηγή ζωής: να μια σταθερή προϋπόθεση του φασισμού και του τρόμου. Πάντοτε κάποιος ήλιος που για να γυρίσει θέλει νεκρούς χιλιάδες. Μπούρδες: ο ήλιος γυρίζει από μόνος του. Οι νεκροί χιλιάδες που είναι στους τροχούς δεν είναι έργο κανενός ήλιου είναι έργο των σφαγιαστών τους.

 

7. Κι ο τάχα εξόριστος ποιητής έγινε συρμός, βραβείο, εθνική κολώνα, σχολική γιορτή, σημαιοστολισμός και έπαρση της σημαίας. Αυτός που είχε γράψει στα εικοσιτόσα του την Τρελή ροδιά, τώρα πια είχε γίνει τραγούδι στα στόματα ολονών, ανάμεσα σε υψωμένα λάβαρα μίσους, εμβατήριο, σάλπισμα, εγερτήριο, κοντάκιο, απολυτίκιο. Είχε γίνει ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ (παρά τις ορμήνειες ενός καλού του φίλου).

 

8. Έμεινε εθνικιστής μέχρι το τέλος: με ποιητικά συνθέματα του τύπου Θάνατος και Ανασταση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (φρίκη) και με στερνές αλλοπρόσαλες δηλώσεις για κάποιο όνομα που-είναι-η-ψυχή-μας (αλλά όχι η ψυχή των αλλονών). Και τούτα τα έλεγε κάποιος που τον έλεγαν Αλεπουδέλη μα ο ίδιος αποφάσισε για τον εαυτό του έναν αυτοπροσδιορισμό (και πολύ καλά έκανε): Ελύτης (αυτό το όνομα γράφει πάνω στο τίτλο του Νόμπελ που εκτίθεται στο εθνικιστικό Μουσείο Μπενάκη).

 

9. Ευτυχώς (λέμε τώρα: ευτυχώς για μένα) από καλός εθνικιστής ήτανε ακόμη καλύτερος ποιητής. Κάποτε, κάπου στα χρόνια της χούντας (ίσως επειδή ζήλεψε τη σούπερ βιτρίνα του παρισινού Μάη;)το εθνικό σκηνικό ξήλωσε ή έστω, το έβαλε υπολογισμένα στην άκρη, σα φορεσιά που δεν ταίριαζε πια στα καινούρια σαλόνια που έβγαινε να παίξει μπάλα. .

 

10. Έτσι, λοιπόν: κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 60΄, τριάντα χρόνια μετά τον Νομική Σχολή Αθηνών ξαναγυρεύει έναν Κώδικα πες επιχειρεί να αποδώσει τα πρέποντα στους νομοθέτες που τόσο τον είχαν βασανίσει με τις συλλογές νομοθεσίας τους, να καταλήξει (τέλος πάντων) σε έναν Λόγο περί δικαιοσύνης: (...) Κυρίες και Κύριοι. / Τίποτε δεν αρμόζει στις ημέρες μας / κι επιπλέον συμβαίνει να μαι λυπημένη / όπως όταν / νιώθεις βαθιά στο σώμα σου αισθητό / κάτι που είχες κακοβάλει. / Ας αφήσουμε, λοιπόν τα αστεία / ένα φίδι κι ας μην έφταιξε - θα το εξοντώσεις. // Τέτοια και η δικαιοσύνη μας.

 

11. Μα ποιος μιλάει; Ο της δικαιοσύνης νοητός ήλιος; Ο λαός των προβάτων; Ο αξιον εστί το τίμημα; Όχι.

 

12. Τα λόγια αυτά υποτίθεται πως τα λέει ένα κ ο ρ ί τ σ ι - π ο ί η μ α αλλιώς: έ ν α κ ο ρ ί τ σ ι - π ο ύ μ α που χυμίζει με τα άγρια νύχια της στο ιδεοφόρο θήραμα. Το όνομά της έγινε θρύλος και σύνθημα: Μαρία Νεφέλη και γαμεί και τα έθνη και τους εθνικούς ποιητές. Είναι το μεγάλο σκηνικό ποίημα του Ελύτη (για μένα το μεγαλύτερο ποίημα του Ελύτη). Ξεκίνησε να γράφεται στα χρόνια της δικτατορίας σε βιβλίο εκδόθηκε το 1978 για σκέψου, ένα χρόνο πριν από το Νόμπελ με εκείνο το τρομερό εξώφυλλο, τη φωτογραφία του Μαν Ρέι, το γυμνό κορίτσι με το μικρό, θαρρείς προεφηβικό, στήθος.

 

13. Ήδη ένα (ακόμη) άρθρο μελλοντικού Συντάγματος.

 

[Παλιό κόλπο. Βρίσκεις κάποιον από το κοινό και τον κοιτάς στα μάτια. Μάταια περιμένω τον Πεισίστρατο.]

 

 

******

 

 

[Στο βάθος μια κοπέλα. Πιθανώς φοιτήτρια. Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό της πολύ καλά. Όμως η μπλούζα στο στήθος της τσιτώνει. Η καρδιά του Ρομπέρ Τζορντάν χτυπάει πάνω στις πευκοβελόνες]

 

14. Είμαι ένας αναγνώστης κειμένων που σημαίνει παραχώνω λέξεις στο χώμα, πως τις ανακατεύω με τα πτώματα. Για την δική μου ανάγνωση (: για το δικό μου παραχώσιμο) η Μαρία Νεφέλη είναι η περιπέτεια (κι η λέξη περιπέτεια ας ζυγιστεί ουάου με την πιο αριστοτελική της σημασία) στο μεγάλο μυθιστόρημα που έγραφε (εκών άκων) σε ολόκληρη τη ζωή του ο Ελύτης: Δηλαδή το σημείο όπου ο πρωταγωνιστής καταλαβαίνει πως ολόκληρος ο κόσμος του μεταβάλλεται στα αντίθετά του, γίνεται η αχαλίνωτη ανάγκη ενός αποπροσανατολισμού, ενός άσματος διόλου ηρωικού και διόλου πένθιμου αχαλίνωτη ανάγκη ενός α ν ά ξ ι ο ν ε σ τ ί (αχ τι καλά) που θα φανερώσει ένα δημόσιο ρόδο στις κόχες των μηρών εκείνης.

 

15. Όπως βλέπετε, τα πράγματα αγριεύουν.

16. Σας διαβάζω ένα (θαρρώ σχετικό) απόσπασμα από το Δάσος των ανθρώπων - μιλά εκείνη η εραλδική στον Αντιφωνητή: (...) Μη φοβάσαι / με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης / θα σε οδηγήσω / και θα σου χιμήξω / τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου / η αλήθεια έτσι δε λένε είναι οδυνηρή / κι έχει ανάγκη, το ξέρεις, από το αίμα σου / έχει ανάγκη από τις λαβωματιές σου / απ αυτές και μόνο θα περάσει εάν περάσει / κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες / με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά / και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα.

 

17. Το ίδιο Δάσος τελειώνει με μια αλλόκοτη ανθρωποφαγία: Τότε που θ ακούσεις πάλι πάλι να σου τραγουδώ / να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο: / Μες στο δάσος πήγα ντράγκου-ντρούγκου / μ έφαγαν τα δέντρα ντρούγκου ντρου / μ έκαναν κομμάτια ντράγκου-ντρούγκου / μ έριξαν στα όρνια ντρούγκου-ντρου.

 

18. Κι από κάτω το μεγαλομεγάλο απόφθεγμα, αυτό που ο Ελύτης μοίρασε κάτω από κάθε απόσπασμα: Ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

 

19. (Εδώ είμαστε).

 

[Εδώ είμαστε, Κόρη διάφανη απ την αγάπη.]

 

 

******

 

 

[Ανάσα. Προσπαθώ να ξαναδω εκείνη την κοπέλα με την κολλητή μπλούζα Φαντάζομαι τις ρώγες στα στήθη της. Σκούρο κόκκινο το βάζεις στο στόμα και πεθαίνεις.]

 

20. Ένα αρχιτεκτονημένο είπα-ξείπα με τέσσερα τραγούδια κι ανάμεσά τους τρεις φορές επί εφτά αποσπάσματα επί δύο πρόσωπα που αλληλοεξουδετερώνονται, σαν τα οξέα με τις βάσεις κι άλλα τόσα μεγαλομεγάλα (που, ωστόσο, είναι πραγματικά μεγάλα) αποφθέγματα, ανάμεσα στην παρωδία και την εντολή προσοχή στη λέξη ανάμεσα.

 

21. Αλλιώς: η αποκάλυψη, τα παλιοτόμαρα της ευτυχίας ενός πέμπτου ή έκτου ορόφου, η σάρκα, ο Στάλιν, η ωραία Ελένη, το ζητούμενο λιγκουαφόν της ηδονής, το αίμα του αίματος, το πήδημα της τίγρισσας μες στις ιδέες, ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη, η Πόρσε, ο πλανήτης Γη, ο άνθρωπος του Νεάτερνταλ, οι άγγελοι του Ρούμπλιεφ, η λανθασμένη θάλασσα (δεν γίνεται μα υπάρχει - μαθές), η πρωινή γυμναστική που τελειώνει, τα εγχειρίδια, η Ουγγρική Εξέγερση, ο κεραυνός, το μάτι της ακρίδας, η Pax San Tropezana, τα ενθουσιασμένα πουλιά, η Πάτμος, ο Τρωικός Πόλεμος, ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει.

22. Αλλιώς: (...) Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα. / Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάτερνταλ / στον άνθρωπο του Νεάτερνταλ. Δεν οφελούν πια οι μυώνες / θέλει αγάπη θηριώδη / θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες. / Όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη / και ας είναι αλλού το χέρι και αλλού ο λαιμός. // Κάθε καιρός και ο Τρωικός του πόλεμος.

 

23. Όλα αυτά και όλα τα αντίθετά τους.

 

24. Η Μαρία Νεφέλη: πιστεύω πως είναι το συνειδητό αντισύνταγμα του Ελύτη, το αντι-ευαγγέλιο του, η χοάνη όπου όλα τα στοιχεία της ζωής του, της ποίησης και του κόσμου, όπως τα αντιλαμβανόταν, αρμόστηκαν στη διαφάνεια της παρανομίας, της ανομίας, της αναρχίας, της απονομιμοποίησης της ηθικής σκέψης. Και αυτό το έκανε με όρους ενός αντικώδικα, όπου το ένα άρθρο συμπληρώνει το άλλο για να μην με υποτάξει ο νόμος που είμαι.

 

25. Μα πώς γίνεται αυτό; (Ρωτούνε οι Γυμνασιάρχες που στις σχολικές γιορτές καλούν τον Ήλιο της Δικαιοσύνης να μην λησμονήσει την χώρα τους).

 

26. Κάπως έτσι: (...) μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου / θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό που με πιτσίλιζαν / τι ωραία θεέ μου τι ωραία / χάμου στο χώμα ποδοπατημένη / να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου / ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

 

27. Κατηγορήθηκε πολύ ο Ελύτης: πως έγραφε για θάλασσες και κορίτσια και καμπάνες από κρύσταλλο, την ώρα που τα τανκς έβγαιναν στους δρόμους κι οι στρατιώτες πυροβολούσαν τους διαδηλωτές, πως γέμισε την τέχνη του με λυρικά φρου φρου και αρώματα και πολύχρωμα προπετάσματα καπνού ακριβώς για να μην πει τα πράγματα με το όνομά τους, πως προσχώρησε σε λογής εθνικιστικές ρητορείες ενώ τον ίδιο καιρό ο Κατσαρός ή ο Αναγνωστάκης κάρφωναν τις λέξεις σαν πρόκες. Ετούτη η κριτική είναι για μένα βάσιμη ειδικά στο τελευταίο σκέλος της, με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Μα έλα που ο ίδιος Ελύτης έφτιαξε μια από τις ελευθεριακότερες λογοτεχνικές αναρχίες τη δεύτερη στη σειρά της ελληνικής γλώσσας, αν μετράω καλά.

 

28. Πριν από αυτόν είχει προηγηθεί (ποιος άλλος;) ο Εμπειρίκος, φτιάχνωντας μια άγρια τριλογία ελευθερωμένης αγάπης: τα Χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων (και, νομίζω, όχι ο Μέγας Ανατολικός) είναι μια ώρα όπου η γκάβλα σπέρνει επιτέλους τα μάγια της πάνω στη σάρκα των ανθρώπων.

 

29. Δυο ή τρεις δεκαετίες αργότερα ο Ελύτης πιάνεται με την ίδια ώρα: τζαζεμένος από μια νεφέλη, της δίνει όνομα και σάρκα και οστά και με αυτό το κορίτσι απειλεί την Ιστορία.

 

30. Η Μαρία Νεφέλη αναμφισβήτητα / είναι ένα κορίτσι οξύ / αληθινή απειλή του μέλλοντος / κάποτε λάμπει σαν μαχαίρι / και μια σταγόνα αίμα επάνω της / έχει την ίδια σημασία που είχε άλλοτε / το Λάμδα της Ιλιάδας (...).

 

31. Και λίγο πιο κάτω: (...) Η Μαρία Νεφέλη ζει στους αντίποδες της Ηθικής / είναι όλο ήθος. // Όταν λέει θα κοιμηθώ με αυτόν / εννοεί ότι θα σκοτώσει ακόμη μια φορά την Ιστορία. / Πρέπει να δει κανείς τι ενθουσιασμός που πιάνει τότε τα πουλιά. (...)

 

32. Τι να λέμε; Κάθε κείμενο κ ε ί τ α ι: είναι ένας νόμος, μια υπέρτατη αρχή, μια εξουσία.

 

33. Ω, να λέμε: η τέχνη (: τέχνη των χεριών, των λόγων, των σωμάτων) είναι στον αντίποδα του νόμου, καθώς είναι από την ίδια της τη φύση αντιαξιωματική, δηλαδή θέλοντας και μη παράνομη. Δεν λέω κάτι καινούριο: ακόμη και το θεμελιακό αξίωμα της ελευθερίας, αυτό το Habeo corpus, με την τέχνη (οφείλει να) αυτοαναιρείται: θυμάμαι (πρόχειρα) τον Ακατονόμαστο του Μπέκετ, που τελειώνει με την κρίσιμη κουβέντα: εγώ δεν θα ξαναπώ εγώ.

 

34. (...) Μην ματαιοπονείτε. // Με την ομορφιά μου εγώ / θα καταργήσω την έννοια του βιβλίου // θα επινοήσω τα νέα λουλούδια / και θα τα δρέψω από τα σπλάχνα μου / και θα στέψω βασιλιά στην κόχη των μηρών μου / το δημόσιο ρόδο. // Από αυτό θα πνεύσει ο άνεμος / της αληθινής αγνότητας / όπου λίγοι θα επιζήσουν άνθρωποι / όμως όλα τα πουλιά / τσιμπολογώντας τις ρόγες των μαστών μου. // Κάθε καιρός κι ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης του.

 

35. Ω ναι, να λέμε: ακόμη κι όταν την χρηματοδοτούν οι εξουσίες και οι τρομερές πλειοψηφίες για να την κάνουν έμβλημα της ισχύος και του τρόμου που σκορπίζουν (βλέπε την οροφή της Καπέλα Σιξτίνα, βλέπε τα Δωμάτια του Ραφαήλ Σάντσιο) υπάρχει πάντοτε στην τέχνη μια άκρια που στέκει πάντοτε στον αντίποδα του νόμου, στον αντίποδα της δοσμένης ηθικής, των παραδεκτών ηθών και εθίμων, ακριβώς διότι οδηγεί τους ανθρώπους σε πρωτόγνωρες εκτροπές, σε αχαλίνωτα πάθη, σε καλοκαίρια που τα τρέχεις, μη γνωρίζοντας πια Ερινύες.

 

36. Εξάλλου το στήθος μιας γυναίκας είναι ήδη άρθρο ενός μελλοντικού συντάγματος αυτό το ξέρουν ακόμη και τα μικρά παιδιά.

 

37. (Εδώ που τα λέμε, το ξέρουν κυρίως τα μικρά παιδιά.)

 

[Για φαντάσου: να πεθάνεις δαγκώνοντας μια ρώγα. Να μια καλή αρχή για την αγάπη.]

 

 

******

 

 

[Ας πούμε πως θα σταματήσω να μιλάω και θα περπατήσω ως εκείνη. Ας πούμε πως θα σηκώσω την μπλούζα της και θα γλείψω τη σκούρη κόκκινη ρώγα. Ας πούμε πως θα πεθάνω. Ας πούμε.]

 

38. Αχ ο νόμος: μια άλλη εκδοχή της θρησκείας. Παλεύει να τιθασεύσει την ανθρώπινη επιθυμία, την ανθρώπινη γκάβλα, να την κανοναρχήσει, να την βάλει εντός των ορίων του πολιτισμού, να την κάνει πλειοψηφική συμφωνία, συμβάση, πολιτισμικό κεκτημένο κι όλα αυτά από τον ίδιο μονόδρομο που η θρησκεία θέλει να τη μηδενίσει.

 

39. Από τη μια πλευρά το Κράτος και η Βία, από την άλλη κάποιος αλυσοδεμένος πυρφόρος. Από την μια ο Θεός και ο νόμος από την άλλη η τέχνη και η λαχτάρα: Η μεγάλη μάχη που φτιάχνει (ναι, φτιάχνει) τον πολιτισμό και τον θάνατο.

 

40. Αυτό είναι εντέλει το πρόβλημα: ο μεγάλος Ένας έναντι αυτού του μικρούλικου εγώ.

 

41. Η Μαρία Νεφέλη τραγουδά το τελευταίο της τραγούδι. Όνομα που δεν χωρά παρεξηγήσεις: ο Στάλιν. (...) το νου σας / οι πολλοί παραποιούν τον Ένα (...).

 

42. Και παρακάτω: Προτού προλάβει ο Ένας και με αλλάξει / προτού επιβάλλει μια καινούρια τάξη / το ξαναλέω και γεια σας - πάω φυλακή: / ένα φεγγάρι ανήκει στην Αμερική / μα μια ψυχή που δεν πουλιέται - στα Μάταλα ή στο Κατμαντού. // Κάθε καιρός και ο Στάλιν του.

43. Φυσικά ο Αντιφωνητής απαντά με μια Ουγγρική Εξέγερση με τι άλλο: Ακούσατε τα λόγια της Παρθένας: / τους πολλούς παραποιεί ο Ένας (...).

 

44. Το ποίημα έχει συνέχεια και (φαντασμαγορικό) τέλος: Προσοχή Μαρία Νεφέλη - κατά δω το αυτόματο / κι εσείς όσοι οπλισμένοι / νάνοι του παραμυθιού μάγισσες και θηρία / γυναίκες με τσαπιά ξινάρια / πέτρες από το λιθόστρωτο βενζιναντλίες αμάξια / επάνω του! / (ω Παρθένα μου το λεγες Συ) // Κάθε καιρός κι η Ουγγρική του Εξέγερση.

 

[Μη γελάς: όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει μήτε ο χρόνος μήτε η λαιμητόμος.]

 

 

******

 

 

[Το φιλί που δώσαμε μας το πήρε το δρολάπι.]

 

45. Με άλλα λόγια: όσοι φτιάχνετε νόμους να φοβάστε. Όσοι διαβάζετε νόμους να φαντασιώνεστε γυναικεία στήθη. Κάθε καιρός και η Μαρία Νεφέλη του.

 

46. Τα υπόλοιπα είναι ζήτημα εξάσκησης. Ας πούμε, πρωινής γυμναστικής.

 

[Αχ Αουρελιάνο: κάποτε κι οι άντρες πεθαίνουν όταν πρέπει.]

 

 

******

 

[Βαθιά ανάσα. Έχει έρθει η ώρα]

 

47. Κάπως έτσι φτάνω σε αυτό που γύρευα από την αρχή. Στη μια σελίδα (την 414 της συγκεντρωτικής Ποίησης) η Μαρία Νεφέλη τραγουδά Καλημέρα θλίψη. Στην άλλη ο Αντιφωνητής της απαντά με Πρωινή Γυμναστική. Αυτή τη γυμναστική σας διαβάζω:

 

Ανοιχτό παράθυρο. Τριγύρω παρτέρια.

Ευθύ το σώμα. Τεντωμένα τα χέρια.

Ένα, δύο, τρία: ζωή μου αγία

σμικρύνω την ψυχολογία.

Το αυτό. Εν δυο: κατανοώ το πρόσωπό μου

οικειοποιούμαι το αντίθετό μου.

Σύμπτυξις εν! Ούτε μη ούτε δεν.

Τάσεις και κάμψεις των χειρών

προς όλας τας διευθύνσεις

άνω πλαγίως εμπρός κάτω:

τα του γάτου στον σκύλο

τα του σκύλου στον γάτο.

Έκτασις της κεφαλής οπίσω: έεεν-νααα

δεν παραδέχομαι κανόνα κανέεεν-νααα.

Βαθειά εισπνοή: κόρη ω κόρη δροσερή.

Αρχή μία: έξω η δεξιοτεχνία.

 

Προεισαγωγικόν άλμα εις τέσσερις ταχείς χρόνους:

αντικαταστήσατε τους καθημερινούς φόνους.

Εν δύο τρία τέσσερα. Το αυτό:

το γενναίο είναι απατηλό.

Εις τον καιρόν! Επιμείνατε στον Μπρετόν!

Προσχέεε! Μελετήσατε τον Φουριέ!

 

Στροφή της κεφαλής αριστερά:

όλα είναι σκατά.

Στροφή της κεφαλής δεξιά:

όλα είναι σκατά.

Εις θέσιν - εν! Συμπέρασμα κανέν-

α. Τους ζυγούς λύσατε.

Τα κορίτσια φιλήσατε.

  

[δες τα, λοιπόν, δες τα όλα]

 

 

******

 

 

[Κοιτάζω εκεί που πρέπει να δω. Το κάθισμα άδειο. Η κοπέλα με τις σκούρες κόκκινες ρώγες έχει φύγει για πάντα.]

 

48. Γκχμ (ελαφρύ αμήχανο βήξιμο). Με συγχωρείτε

 

49. Μου αρέσουν σχεδόν όλα σε αυτό το ποίημα: και η κόρη ω κόρη δροσερή (φυσικά) και το επιμείνατε στον Μπρετόν και το μελετήσατε τον Φουριέ και το Κεφαλή δεξιά, Κεφαλή αριστερά και η τρομερή υπονόμευση κάθε θεόσταλτης πεφωτισμένης εντολής που εξασφαλίζει, το θέσιν εν- συμπέρασμα κανέν-. Κυρίως μου αρέσει αυτό το τους ζυγούς λύσατε: δηλαδή, εκεί που ένας ακόμη Γυμνασιάρχης ετοιμάζεται να φωνάξει Ζήτω το έθνος, εμπρός, λοιπόν, καλοί μου φίλοι, π ι ά σ τ ε τ α ρ χ ί δ ι α σ α ς, αφήστε τις νόμους, της ηθικές, τις Πολιτείες και τις Civitas Dei, της Κώδικες, τα Συντάγματα και της Διακηρύξεις, της φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία, αφήστε της πρωινές γυμναστικές της ιστορίας και ζυγώστε τη ζωντανή σάρκα τ ο π ρ ά γ μ α π ο υ σ α λ ε ύ ε ι, λ α ί μ α ι.

 

[ Μια κενή θέση. Χαμένος. Την ίδια στιγμή δεν ξέρω γιατί θυμάμαι τον Ευθύμ.

 

() Ώσπου ανέβηκε ο Ευθύμ πάνω στην καρέκλα του, ο Κερατένιος τον κοιτούσε σαν χαμένος, κι ο παλαβιάρης κατέβασε το παντελόνι του, γύρισε τον πισινό του, και άρχισε να τραγουδά: Σε γνωρίζω από την όψη του σκατού την τρομερή / Σε γνωρίζω απ τις πορδές σου και του κώλου την πνοή. ]

 

 

******

 

 

[Αλίμονο ο θάνατός μου αναβλήθηκε. Προφανώς ζω: εξακολουθώ να πατάω πάνω στους σκυλευμένους τάφους.]

 

50. Μη φανταστείτε πως είμαι φιλόσοφος ή θεολόγος μήτε καν παραστρατημένος νομικός. Είμαι μόνο ένας τ σ α χ π ι ν ο γ α ρ γ α λ ι ά ρ η ς αναγνώστης: κάποιος μην ξεχνιέσαι που παραχώνει λέξεις πλάι στα πτώματα. Ως τέτοιος παραχώστης, λοιπόν, θα ήταν παράταιρο να κλείσω ένα κείμενο υπέρ της λογοτεχνίας (άρα: κατά των Εντολών) με μια εντολή, με ένα σύνθημα, με μια προστακτική (: προσταγή) ή κάτι τέτοιο.

 

51. Όχι θα κλείσω επαναλαμβάνοντας απλώς τον ωραίο στίχο (όσο πιο βαθιά, τόσο πιο καλά, λένε): Τους ζυγούς λύσατε τα κορίτσια φιλήσατε.

 

[Χλιαρό χειροκρότημα σχεδόν τίποτε.]

 

 

 

 

[Το κείμενο αυτό είναι το ιε κεφάλαιο από το ανέκδοτο βιβλίο Τα γάργαρα τεχνάσματα * ένα τετράδιο με μελανιές.]