Θανάσης Τριαρίδης

 

 

Τα χέρια των ν αγγίζουν επάνω απ τα μαντήλια

 

Για τα ποιήματα του Καβάφη

 

 

 

Στη Σταυρούλα Σκαλίδη

 

 

1. πρόλογος

 

Υπάρχουν κι ευτυχώς πολλοί τρόποι για να μιλήσει κανείς εξω-φιλολογικά (βιωματικά;) για τον Καβάφη (και για τον κάθε ποιητή που τον κουβαλά μαζί του όσο και όπως τον κουβαλά). Ένας απ αυτούς είναι να ψάξει σ αυτόν σημεία επαλήθευσης των δικών του σκέψεων για τον κόσμο και τους ανθρώπους. Αυτή η ιδεολογική ανάγνωση δεν είναι αθέμιτη ακόμη κι αν σε βγάλει σε τέρατα, δεν πειράζει από το εκτρωματικό σου κείμενο ο Καβάφης (: ο κάθε ποιητής σου) δε θα πάθει τίποτε. Ωστόσο, έχοντας στο νου μου το πώς ο Λορεντζάτος πήγε (στο, θαρρώ με διαφορά, χειρότερο δοκίμιό του, τα Μικρά αναλυτικά στον Καβάφη, Μελέτες Ι, σσ. 207-33) να βγάλει τον Καβάφη ως συνομιλώντα με τη λαϊκή παράδοση (κάνοντας μια ολοκληρωτική παρανάγνωση στο Πάρθεν) και ως κάμνοντα ελληνική αντίσταση στη (φυσικά σχισματική) Δύση, προτιμώ να τρομάξω με μιάνα ιδεολογική ανάγνωση του ποιητή της Αλεξάνδρειας ακόμη κι αν έχω καίριες υποψίες πως είναι ο πιο αντεθνικός ελληνόγλωσσος ποιητής από τότε που δουλεύει η στραγγάλη τής συνειδητά εθνικής ποίησης. (Δηλαδή από τη μέρα που ο Σπυρίδων Τρικούπης είπε στον εικοσιτετράχρονο Σολωμό πως η Ελλάδα αναμένει τον Δάντη της εννοώντας προφανώς κάποιον που θα δοξολογήσει τους φονιάδες που έσφαξαν 32.000 γυναικόπαιδα στην Τριπολιτσά, επί τρεις μέρες, τον Σεπτέμβριο του 1821).

 

(Και μια παρένθεση για τον Λορεντζάτο: όταν λογαριάζει κανείς τον για μένα ανυπόφορο Σικελιανό ως μεγαλύτερο νεοέλληνα ποιητή, αναρωτιέμαι ειλικρινά τι παλεύει να στηρίξει με τον Καβάφη; ποιον κόσμο και ποιαν αίσθηση για τον κόσμο; Πόσο μπορεί να σταθεί ο Καβάφης πλάι στις Συνειδήσεις ή στο Πνευματικό Εμβατήριο εφόσον, βέβαια, δεν προσλαμβάνει κανείς το έργο του Σικελιανού ως μια μεγάλη, τεράστια παρωδία;)

 

Έτσι (ίσως ανακαλώντας ασυνείδητα, για να τηρηθεί η ισοσθένεια, και μερικές από τις καλύτερες στιγμές του Λορεντζάτου ας πούμε, τον τρόπο που ζύγωσε ο Λορεντζάτος τον Σεφέρη), σκέφτομαι το πώς θα μπορούσα να μιλήσω για τον Καβάφη πέρα από τις ιδεολογικές και αναθεωρητικές εμμονές μου. Μια σκέψη θα ήταν να υποθέσω (: να φανταστώ) το πώς γεννιόνταν τα ποιήματα του Καβάφη δηλαδή: να φανταστώ τον Καβάφη να γράφει. Μια δεύτερη σκέψη είναι να σκεφτώ αν αυτά που μάθαμε να ονομάζουμε ως ποιήματα του Καβάφη είναι μόνο ποιήματα ή και κάτι άλλο (και επιπλέον αν αυτό το άλλο είναι εντέλει προϋπόθεση της ίδιας τους της μορφής) .

 

Θα μιλήσω για το δεύτερο. Ίσως γιατί αυτό μού φαίνεται κάπως πιο μπορετό στο επίπεδο ενός μη αφηγηματικού κειμένου.

 

Η αλήθεια είναι πως το corpus των καβαφικών ποιημάτων (για μένα: τα εκατόν πενηντατέσσερα εγκεκριμένα και σχεδόν μια εκατοστάδα από τα υπόλοιπα βάζω μέσα και είκοσι από τα Ατελή) προσφέρει πειστικές απαντήσεις σε ερωτήματα που, δίχως τούτο το έργο, θα ήσαν θεωρητικές ή γραμματολογικές ονειροπολήσεις. Ας πούμε: ένα έργο που θα μεταθέτει στο παρόν με όρους αναστοχαστικούς και όχι με όρους μίμησης ολάκερη τη μνήμη του αρχαίου κόσμου μιλούμε για τον κόσμο που κατανόησε τόσο την ανθρώπινη τραγωδία, όσο και το παράλογο, τόσο πειστικά που περιχαρακώθηκε και έσβησε ανάμεσά τους. Ή ακόμη: ένα έργο γεννημένο σε μια περιφερειακή γλώσσα που, δίχως να λειτουργήσει ως εξωτικό φολκλόρ, να μπορεί να βρεθεί στο πνευματικό κέντρο του κόσμου των μητροπολιτικών γλωσσών (ή της μητροπολιτικής γλώσσας). Νομίζω, και δε λέω τίποτε καινούργιο, πώς, κοντά στα άλλα, ο Καβάφης τα πέτυχε και τα δύο.

 

Για το πρώτο αίτημα θα μιλήσω υστερότερα. Το δεύτερο είναι προφανές έως αυταπόδεικτο. Δε λέω πως δεν άξιζε το έργο πολλών ακόμη της γλώσσας μας (και, φαντάζομαι, πολλών άλλων περιφερειακών γλωσσών) να βρεθεί στο παγκόσμιο κέντρο (για κείμενα που γράφτηκαν στην ελληνική γλώσσα από το 1820 μέχρι το 1970 και εξ όσων γνωρίζω, νά μια δική μου πάντοτε σειρά ονομάτων: Σολωμός, Καρυωτάκης, Καζαντζάκης, Σεφέρης, Εμπειρίκος, Ελύτης, Καραγάτσης, Αναγνωστάκης μα και Μιχάλης Κατσαρός και Άρης Αλεξάνδρου). Όμως η Ελλάδα δεν είναι μητρόπολη είναι περιφέρεια με θεριεμένα όλα τα αντανακλαστικά του ιδεολογικού και πολιτικού αυτισμού των περιφερειών παρά την ξενόγλωσση επιτυχία των μυθιστορηματικού σύμπαντος του Καζαντζάκη (επιτυχία δομημένη με τους όρους του εξωτικού φολκλόρ), παρά τα Νόμπελ (με τη συζητήσιμη πολιτική συμβολή τους στη δημιουργία ενός στενά καθοδηγητικού Κανόνα), ο Καβάφης είναι ο μόνος ετούτης της γλώσσας που με τη νόησή του και με τη ζυγισμένη του συγκίνηση διέβρωσε και ολοένα διαβρώνει όλο και πιο πολύ τον αιώνα του και νομίζω πως συνιστά το φαινόμενο του μοναδικού ποιητή μιας περιφερειακής γλώσσας που καταφέρνει να επιβληθεί στους (κάθε λογής) μητροπολιτικούς Κανόνες. Σήμερα όλο και περισσότεροι έξαφνα (έτσι ακριβώς: έξαφνα) νιώθουν πως εκείνος ο τάχα καθυστερημένος αισθητιστής της Αλεξάνδρειας (που έγραφε τα προσωπικά του σημειώματα στα αγγλικά) είναι πιο καίριος από όλα τα ιερά τέρατα του καιρού του πιο καίριος από τον Βαλερί και τον Ρίλκε και τον Μαγιακόφσκι και τον Έλιοτ και τον Πάουντ και τον Ελιάρ και τον Μπρεχτ κι όλους τούς άλλους. Πια (κι όταν λέω πια, εννοώ: τώρα που οι βαρβαρότητες μιας γενικής ή και γενικευμένης Ιστορίας προβάλλουν ως η μόνη ερμηνεία της ιστορίας μας), από όποια αφετηρία κι αν ξεκινήσει κανείς το ταξίδι του στη λογοτεχνία (αφετηρία γλωσσική, ιδεολογική, θεωρητική, πολιτισμική ή όποια άλλη), αργά ή γρήγορα θα συναντηθεί με τον Καβάφη αγνοώντας εντέλει πως το έργο του γεννήθηκε σε γλώσσα της περιφέρειας. Να το πω αλλιώς: αν ο Καβάφης έγραφε εξαρχής στα αγγλικά θα κανονικοποιούνταν πλάι στον Έλιοτ και πλάι από τον Μπάιρον και, επί της ουσίας, θα λογαριάζονταν πλάι στον Σαίξπηρ. Και θαρρώ πως αυτό που έφτιαξε μόνο πλάι στον Σαίξπηρ μπορεί να σταθεί: ίσως γιατί κι οι δυο τους επαναδιαπραγματεύτηκαν τους όρους του κλασικού με όρους του παρόντος τους, με αυτό που λέγεται hic et nunc εδώ και τώρα.

 

Έχουμε να σκεφτούμε το γιατί και το πώς.

 

 

*****

 

2. το μικρόδραμα

 

Τις περισσότερες φορές στη ζωή ο τρόπος κρύβει και την πρόθεση. Πιστεύω πως, όσο κι αν ο ίδιος μιλούσε (γενικά και αφηρημένα) για ποιήματα, όσο κι αν η φόρμα τους έχει αξιοσημείωτη ποικιλία και ηθελημένη χαλαρότητα, ο Καβάφης μέσα στον μεγάλο ωκεανό της ποίησης έφτιαξε (: κατασκεύασε) ένα δικό του γραμματολογικό είδος ένα σαφέστατο υποσύνολο που μπορεί να οριοθετηθεί και να αυτονομηθεί από το σύνολο, όπως, ας πούμε, οριοθετούνται και αυτονομούνται ως υποσύνολα το έπος, η ωδή και το δράμα, ή ακόμη οι μίμοι, το ειδύλλιο ή το επύλλιο. Πιστεύω πως τούτο το ποιητικό είδος δεν το βρήκε ο Καβάφης στο δρόμο του, μα το θέλησε και το γύρεψε από την αρχή. Κι ακόμη πιστεύω πως αυτό το νέο είδος που έφτιαξε ο Καβάφης, μόλο που δείχνει για μελαγχολικό παιχνίδι εστετίστικης παρακμής, είναι εξωφρενικά σύγχρονο, σύγχρονο με τους καιρούς της Χιροσίμας, της τηλεοπτικής καθοδήγησης και της τηλεοπτικής κοινωνίας, των αστών με την τριπλή κλειδαριά ασφαλείας και το συναγερμό είδος πραγματικά υπερμοντέρνο. Η τελευταία λέξη δεν είναι δική μου είναι δική του.

 

Το απρόσμενο Αυτοεγκώμιο του 1930 (που εν πρώτοις ενοχλεί όπως κάθε αυτοεγκώμιο πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τον Καβάφη του 1930), υπαγορευμένο στα γαλλικά σε ανταποκριτή γαλλόφωνου περιοδικού, δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις:

 

Ο Καβάφης, κατά την γνώμη μου, είναι ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών. Εκτός από την ιστορική, ψυχολογική και φιλοσοφική αξία του, η λιτότης του ύφους του, που εγγίζει ενίοτε τον λακωνισμό, ο ζυγισμένος ενθουσιασμός του που ελκύει προς την διανοητική συγκίνηση, η ορθή φράσις του, αποτέλεσμα μιας αριστοκρατικής φυσικότητος, η ελαφριά ειρωνεία του, αντιπροσωπεύουν στοιχεία που θα εκτιμήσουν ακόμη περισσότερο οι γενεές του μέλλοντος, παρακινημένες από την πρόοδο την ανακαλύψεων και την λεπτότητα του νοητικού μηχανισμού των.

 

Είναι η ίδια χρονιά που ο Καβάφης γράφει:

 

()

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραμάτεια αλλά

μόνος σκοπός: τα χέρια των να αγγίζουν

πάνω απ τα μαντήλια να πλησιάζουν

τα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως

μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

()

 

Δε νομίζω πως υπάρχουν και πολλά περιθώρια για αμφιβολία: ο εξηνταεφτάχρονος που υπαγορεύει το γαλλόγλωσσο σημείωμα ξέρει καλά τι έχει φτιάξει. Και ακόμη ξέρει πως στο μέτρημά του με το χρόνο θα τον μουλιάζει ολοένα, τόσο που κάποτε ένα παιδί θα τον σπρώξει με το δάχτυλό του και θα τον τρυπήσει.

 

Αν ψάξουμε την αρχή της ιστορίας στα εκατόν πενηντατέσσερα εγκεκριμένα, θα πέσουμε πάνω σε τείχη κι αν διαβάσουμε μονάχα το ομότιτλο ποίημα του 1897, πιθανώς να μας φύγει ακόμη και το ανεπαισθήτως άλλο αν πλέον έχει γίνει (και όχι άδικα) σημαία της καβαφικής ανάγνωσης. Οπότε: ας διαβάσουμε τα Κρυμμένα τα πρώτα από τα Κρυμμένα, τα οποία, μπορεί να πει κανείς, δεν είναι και τόσο καλά ποιήματα. Ας διαβάσουμε τα Αποκηρυγμένα, τα πρώτα δέκα από τα Αποκηρυγμένα, που μάλλον είναι κακά ποιήματα. Έχουμε και λέμε, λοιπόν: το Βακχικόν, ο Ποιητής και η Μούσα, ο Βεϊζάδες προς την Ερωμένη, η Dunya Guzeli, οι Κτίσται, η Αλληλουχία κατά τον Βοδελαίρον, το Vulnerant omnes, ultima necat (για να μείνω σε μερικά ποιήματα γραμμένα πριν το 1893, χρονιά που, για μένα, ο Καβάφης αρχίζει τους μεγάλους λογαριασμούς με την ποίηση). Τι κάμουν αυτά τα ποιήματα; Σίγουρα όχι ποίηση σαν και αυτή του Τένισον ή του Κιτς ή του Μποντλέρ για να πούμε τρεις που πήγε και να τους μεταφράσει. Σίγουρα όχι ποίηση σαν του Μελέαγρου και του Κριναγόρα και των αγαπημένων του επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας ή έστω του Θεοκρίτου, στον οποίο έμελλε σε λίγα χρόνια να παραπονεθεί ο νέος ποιητής Ευμένης. Σίγουρα όχι ποίηση σαν κι αυτή που χρόνια αργότερα θα διάβαζε στα δημοτικά τραγούδια πράγματα συμπαθητικά, δικά μας, γραικικά. Μα τότε τι;

 

Εγώ νομίζω πως: τούτα τα ποιήματα πάνε να φτιάξουν μια παραστασούλα, αδέξια και ερασιτεχνική, μια παραστασούλα όμως που πολύ γρήγορα θα πάρει μπρος, ιδού, τα βλέπεις, στήνουν μια μικρή σκηνή, ένας ηθοποιός, σπανίως δύο, συχνότατα personae mutae, κι ένας off αφηγητής, τάχα αόρατος μα όλοι τον ξέρουμε, όχι πολλά-πολλά σκηνικά και κουστούμια, κι όσα υπάρχουν αγορασμένα από φτηνό παλαιοπωλείο, προγραμματισμένο ημίφως όχι μονάχα για να καλύπτονται οι ατέλειες της παράστασης, ας πούμε ένα κουμπί στα ρούχα του Αλεξανδρινού πρωταγωνιστή, ένα εμβόλιο στο μπράτσο του νεκρού Μύρη, ο αόρατος λέγει τα λιγοστά του λόγια και τα κεριά σβήνουν. Τέλος: ούτε χειροκροτήματα, ούτε τίποτε. Ας πούμε: μια γουλιά παλιό σέρι μια μικρή γουλιά, παραπάνω θα σε λιγώσει.

 

Μπορούμε όλο αυτό να το πούμε μικρόδραμα αυτή η λέξη μού φαίνεται πιο κοντά.

 

Αυτό νομίζω πως έχουμε στον Καβάφη και, φυσικά, σε ό,τι αφορά τη δραματική αφετηρία, δεν πρωτοτυπώ. Έχω διαβάσει τουλάχιστον δέκα φιλολογικά ή κριτικά κείμενα που υπογραμμίζουν τη θεατρική δομή του Καβάφη ο Μιχάλης Κοπιδάκης μιλάει για ποιήματα που, ανάμεσα στα άλλα, δίκην μικροσκοπικών δραμάτων αναπαριστάνουν δράσεις και συμπεριφορές. Είναι σαφές πως η τόσο συζητημένη καβαφική πεζολογική αφήγηση δε βγάζει σε αφηγηματικές μπαλάντες πως εντέλει έχουμε θέατρο, μάλλον ανορθόδοξο μα θέατρο αντί για σκηνή κάμαρη, αντί για φώτα φλογίτσες, αντί για έργο μια σκηνή, αντί για κάθαρση αμφιβολία. Ο Καβάφης ήταν καλός Αλεξανδρινός (δηλαδή καθ έξιν γραμματικός): ήξερε καλά και τους Μίμους και τα Ειδύλλια από τα χαρμάνια της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας βρήκε την αρχή για τα δικά του μικροδράματα. Τούτες οι παραστασούλες, ηθελημένα φτηνές, προσχεδιασμένα παρακμιακές, εκ των πραγμάτων αντιρρητορικές (ακόμη και όταν αποδίδουν τιμή σε κείνους που στη ζωή τους όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες ή στους πολεμήσαντες υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας), γυρεύουν από τους ηθοποιούς κάποτε να φανερώσουν πως παίζουν το ρόλο τους, ακριβώς για να υπονομεύσουν τις ίδιες τους τις αλήθειες κάτι σαν την αποστασιοποίηση του Μπρεχτ. Και δεν είναι τυχαίο που στα ποιήματά του ο Μπρεχτ από όλους τούς ποιητές του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα είναι ο πιο κοντινός με τον Καβάφη: εκεί που ο Καβάφης έκανε μικροδράματα, ο Μπρεχτ σκάρωνε διδακτικά σκετσάκια ωστόσο και οι δυο έγραφαν κάτι που παίζεται.

 

Οι καλές αναγνωστικές έξεις πιάνονται ανεπαισθήτως. Η δραματουργική πρόταση του Καβάφη δημιουργεί έξη κι εξαρτημένα αντανακλαστικά: αν κανείς πιαστεί απ αυτήν, του αρκεί να διαβάσει μια σπαραγμένη επιγραφή στο Εν τω Μηνί Αθύρ και να παραλάβει το πιο σπαρακτικό επιτύμβιο της νεότερης λογοτεχνίας μας του αρκεί να διαβάσει τους δύο τελευταίους στίχους από κείνο το άσμα το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα, για να κατεβάσει τα ρολά στο Πάρθεν. Κι ακόμη: μου αρκεί να διαβάσω την κακή, καθαρευουσιάνικη (και γι αυτόν το λόγο και κρυμμένη) μετάφραση του από το XXVI της δαντικής Κόλασης (εκεί όπου come altrui piacque), για να φαντασιωθώ ένα ακόμη μικρόδραμα, έναν Οδυσσέα να απαγγέλλει έξω φωνή στη σκηνή της κάμαρης πως όλα έγιναν όπως τα θέλησε κάποιος Άλλος, ενώ τα κεριά πάνε να σβήσουν.

 

Ο Σεφέρης έγραψε ένα από τα καλύτερά του γραπτά για να βρει τους παράλληλους βίους του Καβάφη με τον Έλιοτ. Νομίζω πως δεν το κατάφερε, γιατί θέλησε να κοντέψει τον έναν στον άλλο φτάνοντας στον εαυτό του. Ο Καβάφης γυρεύει την ανθρώπινη περιπέτεια ο Έλιοτ ψάχνει για τη συντεταγμένη αλήθεια, δηλαδή για θρησκεία. Ο Σεφέρης θέλει να ερμηνεύσει τον Καβάφη μέσα από την ποίηση δεν του βγαίνει: η μελέτη του για τον Αλεξανδρινό έμεινε σπαραγμένη, ίσως επειδή δεν τον πήγαινε εκεί που ήθελε. Ο Καβάφης δεν είναι μια πορεία μέσα στην ποίηση είναι μια πορεία μέσα στο δράμα. Ο Καβάφης αρχίζει από μόνος του τον καιρό του όταν γέρασε ο Σεφέρης, φιλιώθηκε μαζί του γράφοντας τον Δαίμονα της πορνείας.

 

Αντιθέτως, το πραγματικό παράλληλο του καβαφικού μικροδράματος είναι πολύ προφανές για να μην υπάρχει (από όσα γνωρίζω) η παραμικρή (φιλολογική ή άλλη) απόπειρα σύνδεσης και παράλληλης μελέτης. Ο Φραντς Κάφκα ζει σε μιαν Αλεξάνδρεια της Κεντροευρώπης, βγαίνει από τα σπλάχνα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) μιας μειονότητας, ξεκινάει από μια βάση μάλλον εξπρεσιονιστική και, κάπου στα τριάντα του, αρχίζει να αποδομεί τις διδαχές της παράδοσης του κόσμου του, τις (εβραϊκές) ηθικές παραβολές που σώζουν, φτιάχνοντας την αποδιδαχή (ο όρος δικός μου), δηλαδή μια παραβολή που δε σώζει μα οδηγεί στο χαμό. Ο Καβάφης ανήκει κι αυτός σε μια (ερωτική τούτη τη φορά) μειονότητα, ξεκινάει από έναν (δυσκίνητο για τον ίδιο) αισθητισμό και, κάπου στα τριάντα του, αρχίζει να αποδομεί το κλασικό ελληνικό δράμα, τον έλεο και τον φόβο που χειραγωγούν τους θεατές, για να φτιάξει το μετακλασικό (δηλαδή: δίχως κάθαρση και παιδευτική στοχοθεσία) μικρόδραμα, όπου ο πρόσκαιρος έλεος και ο πρόσκαιρος φόβος για τα φριχτά παθήματα του ήρωα μεταβάλλονται σε διαρκή ανθρώπινη συνθήκη των θεατών, σε αγωνία όχι για το ηθικό πρόσημο της ζωής αλλά για την ίδια τη ζωή μας, για το τι θα ζήσουμε (και πώς θα το ζήσουμε) μέχρι το θάνατό μας. Ίσως όχι συμπτωματικά, και ο Καβάφης και ο Κάφκα άφησαν εξαρχής στην άκρη τούς θεούς των παραδόσεων τους, και οι δυο έψαξαν με πάθος κι έπαρση μια καινούργια φόρμα που να καλουπώσει την ανθρωπινότητα του αναθεωρητικού σύμπαντός τους, και οι δυο ζύγωσαν την αγάπη (ό,τι λογάριασαν για αγάπη) χτίζοντας γύρω τους τείχη τέλος, και οι δυο τους, καθώς περνούν τα χρόνια μας, αυξάνονται μέσα μας όλο και πιο πολύ.

 

Τέλος: υπάρχει ένα ακόμη θεμελιακό έργο της Κεντροευρώπης που, αν και δε βρίσκεται σε καμία χρονική, τοπική, πολιτισμική και ειδολογική συνάφεια, απροσδόκητα ανταμώνεται με τον Καβάφη. Συνάντησα τον Ρέμπραντ αφού είχα διαβάσει τον Καβάφη κι όσο προσπάθησα να σκεφτώ τις εικόνες του, απρόσμενα θα βρήκα μπροστά του τον Αλεξανδρινό κι όσο κι αν θάλησα να τους ξεμπλέξω, δεν το μπορέσει. Τους χωρίζουν τρισήμιση αιώνες, ολάκερη η Ευρώπη και η Μεσόγειος κι ο Καβάφης, αν είχε δει δύο ή τρεις από τις εικόνες του Ρέμπραντ, θα τις είχε δει σε ασπρόμαυρα αντίγραφα ωστόσο έχουν την ίδια οπτική, την ίδια στόχευση, στήνουν το ίδιας τάξεως μικρόδραμα, έχουν την ίδια αναμονή από τον ήρωα τους. Το έχω γράψει κι αλλού: ο Ρέμπραντ δε ζωγραφίζει βιβλικούς γέροντες, αρχαίους φιλοσόφους, τη ζωή του Χριστού ζωγραφίζει τους αστούς του καιρού του που παίζουν το μικροθέατρό τους μέσα στο σκοτάδι. Η περιγραφή καθενός πίνακά του είναι ένα ποίημα του Καβάφη μπορεί κανείς να το δοκιμάσει με τη Νυχτερινή Περίπολο, το Μάθημα Ανατομίας του Καθηγητή Τουλπ, τον Αριστοτέλη μπροστά στην προτομή του Ομήρου, στο Πορτρέτο της Σάσκια ως Φλόρα, στις Αυτοπροσωπογραφίες στην κυριολεξία παντού. Κι από την άλλη: σα φανταζόμαστε ζωγραφισμένο τον Αντώνιο που ακούει τις εξαίσιες μουσικές μέσα στη νύχτα ή τον νεκρό Μύρη ή την κεφαλή της Σαλώμης σε δίσκο στα χέρια του σοφιστή ή το ίνδαλμα του Μαρύλου, στο νου μας βάζουμε, θέλουμε δε θέλουμε, τη νύχτα του Ολλανδού που σιγοτρώγει τη σάρκα. Ήταν και οι δυο γεννήματα της παμφάγου τάξης πραγμάτων, κυβερνούνταν από την ίδια νόηση, νιώθανε καλά τα βήματα των Ερινύων, διαβρώνουν τον θεατή τους διότι έχουν πρωτύτερα διαβρώσει τον ήρωά τους έχουν το ίδιο κιαροσκούρο μέσα τους, θαρρείς τρέφονται από αυτό.

 

Όλα δείχνουν πως το μέλλον, που τόσο απασχόλησε τον γέρο ποιητή μας, κλείνει το μάτι σε τούτα τα μικροδράματα. Τα συνειδητά (κάποτε εμβληματικά) μικροδράματα του Σεφέρη (: Ο δαίμων της πορνείας και οι Γάτες του Άη Νικόλα και το Επί ασπαλάθων) ή, λίγο νωρίτερα, του Χριστιανόπουλου (ολάκερη η Εποχή των ισχνών αγελάδων ας πούμε: το Αντιγόνη υπέρ Οιδίποδος ή οι Σοδομίτες), του Κατσαρού (σχεδόν ολόκληρο το Κατά Σαδδουκαίων), του Αλεξάνδρου (ο δεύτερος μισός Ευθύτης Οδών) ή του Αναγνωστάκη (το Επιτύμβιον ή η Προσευχή ή οι Νέοι της Σιδώνος 1970 ή η Κριτική) και αρκετών άλλων είναι μονάχα μια (καλή) αρχή το ίδιο και οι ανθολογίες ξένων καβαφογενών ποιημάτων που συνεχώς πληθαίνουν. Το λογοτεχνικό είδος που έφτιαξε ο Καβάφης, αυτό το φτηνό, τάχα ερασιτεχνικό, μικρόδραμα, επιβεβαιώνεται από το ότι ο καθένας μας, ανεξάρτητα από το ταλέντο του, μπορεί χωρίς δυσκολία να αποπειραθεί ένα καβαφικό ή καβαφογενές ποίημα μπορεί ανεκτό, μπορεί το πιθανότερο κακό. Σκέφτομαι πως αρκεί η αντιγραφή μιας οποιασδήποτε τηλεοπτικής κουβέντας, εφόσον ενταχτεί στο πλαίσιο του μικροδράματος, για να γίνει καβαφικό ή καβαφογενές ποίημα: η ενός πολιτικού που μιλάει για νέο ήθος και ειρηνική επανάσταση συναλλασόμενος στο φουλ με την πανίσχυρη παρακυβέρνηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, το διάγγελμα ενός πλανητάρχη καθώς αυτοαποκαλείται στρατιώτης του Θεού που οφείλει να βομβαρδίσει τα όργανα του Διαβόλου, η δήλωση ενός αγανακτισμένου οδηγού από το μποτιλιάρισμα που ωστόσο με την πρώτη ευκαιρία θ αφήσει τ αμάξι του πάνω σε μια ράμπα αναπήρων. Δε λέω πως είναι εύκολη τούτη η ένταξη λέω πως στο μικρόδραμα χωρούνε πολύ περισσότερα πράγματα απ όσα νομίζουμε, για την ακρίβεια στο μικρόδραμα χωρούνε τα πάντα, ιδίως αν καταφέρει κανείς να πείσει τον θεατή πως το μελαγχολικό νέο (: στην Ισπανία ο Γάλβας κρυφά συναθροίζει το στράτευμά του και το ασκεί, σε κάποιου γειτόνου σου το σπίτι μπαίνει ο Θεόδοτος κρατώντας σε σινί ένα φριχτό κεφάλι) λέγεται γι αυτόν, εδώ και τώρα.

 

Αν είπαμε κάτι για το πώς ο Καβάφης, να πούμε κάτι και για το γιατί εμείς.

 

 

*****

 

3. η ανθρωπινότητα

 

Στ αλήθεια, γιατί μας σημαδεύουν τόσο τα καβαφικά μικροδράματα; είναι πολλές οι απαντήσεις, κι ο καθένας μπορεί να διαλέξει αυτή που τον βολεύει. Η πρακτικότερη έχει να κάνει με την ευκολία: ο Καβάφης διαβάζεται γρήγορα, μεταφράζεται επαρκώς, απομνημονεύεται ταχέως. Επιπλέον ο Καβάφης δε στοχοθετεί το ποίημα που θα οδηγήσει τον κόσμο ή οποιαδήποτε Φλογέρα του Βασιλιά ή ακόμη και τους Ελεύθερους Πολιορκημένους: ξέρει πως η κάθε καθοδήγηση είναι σάπια λόγια που ακυρώνει την τέχνη (ίσως γι αυτό διασώθηκαν οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, γιατί το ίδιο το κείμενο αρνείται πεισματικά να καθοδηγήσει κι ίσως αυτό να το αρνήθηκε και στον ίδιο τον Σολωμό). Ως εκ τούτου, ο ποιητής της Αλεξάνδρειας κολλάει καλύτερα στον καχύποπτο αναγνώστη που θεωρεί την ποίηση εν γένει ένα άθυρμα ωραιολογιών και μια παρωχημένη μέθοδο συναισθηματικού μασάζ και που στον Καβάφη βρίσκει κατιτί διαφορετικό, κατιτί περισσότερο οικείο και κοντινό, κατιτί περισσότερο καθημερινό και ανθρώπινο. Δεν είναι αβάσιμη τούτη η απάντηση είναι ωστόσο πολύ λίγη. Κι άλλοι ποιητές φάνηκαν κοντινοί και οικείοι στον αναγνώστη, πολύ οικειότεροι από την μαιανδρικό Αλεξανδρινό μα τι από αυτούς έμεινε μέσα μας;

 

Θαρρώ πως οι λόγοι που κολλάμε (ο καθένας με τον τρόπο του) στον Καβάφη είναι ψυχολογικοί και αισθητικοί και συγκινησιακοί. Δεν είμαι σε θέση να κάμω μιαν επαρκή επισκόπηση βολικότερο είναι να σημειώσω αυτό που αισθάνομαι εγώ ως έλξη για τον Αλεξανδρινό: τη μετακλασική ανθρωπινότητα.

 

Μίλησα νωρίτερα για την αναμονή ενός έργου λογοτεχνικού που θα αναστοχαστεί τη μνήμη του αρχαίου κόσμου, από τα όρια της τραγωδίας μέχρι τα όρια του παραλόγου. Ο Καβάφης, λίγο προτού ο Χάιντεγκερ ανακηρύξει κάτι τέτοιο ως αδύνατο, μας έδωσε το έργο αυτό: ήταν αυτός που τόλμησε να ξαναφέρει μπροστά το αίτημα των παλιών Αλεξανδρινών γραμματικών: να πάει τον κόσμο από τη σκηνή της θεάτρου στην κερκίδα. Τα μικροδράματα του Καβάφη δε συμβαίνουν σ εκείνους που φορούν κοθόρνους και κομματιάζονται στη σκηνή: τα μικροδράματα του Καβάφη συμβαίνουν σ εκείνους που βλέπουν και με την άκρη του μυαλού τους σκέφτονται πως ο κόσμος τους είναι πιο τετριμμένος και πιο ακατανόητος από τη μίμηση μιας σπουδαίας πράξης. Ο Καβάφης έγραψε για την τραγική μοίρα τούτων των ανθρώπων της κερκίδας: ο Εφιάλτης θα φανεί, ο Θεόδοτος θα μπει, οι βάρβαροι θα έρθουν, οι Μήδοι θα διαβούνε επιτέλους.

 

Ήταν πάνω-κάτω διακόσια πενήντα μικροδράματα (τόσα βγαίνουν αν κανείς προσθέσει στα εκατόν πενηντατέσσερα τα εντελέστερα από τα Αποκηρυγμένα, από τα Κρυμμένα και τα Ατελή) που, μεταθέτοντας το τραγικό κέντρο, απρόσμενα πρόβαλαν το αρχαίο ελληνικό παράλογο στη σύγχρονη ιστορία: το ερώτημα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους, η επίκληση προς τους Θεούς που ας φρόντιζαν να φτιάξουν έναν τέταρτο καλό, οι Αλεξανδρινοί που επευφημούν τα κούφια λόγια μια μέρα ζεστή και ποιητική, ο Νέρωνας που ευτυχής σκέφτεται πως μέχρι τα εβδομηντατρία χρόνια έχει καιρό, οι Έλληνες που σχεδιάζουν το μέλλον πλην Λακεδαιμονίων, είναι η ιστορία που ζει ο Καβάφης αλίμονο, η ιστορία που ζούμε μετά τον Καβάφη, ο κόσμος που γέννησε το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα. Ο Σεφέρης έγραψε πως ο Καβάφης είναι μια παράδοση νεκρών που καταναλίσκεται μέσα στη ζωή κι έχει δίκιο. Αυτό μπορεί να ειπωθεί κι αλλιώς: μια κρυφή οπτική για το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας καταναλίσκεται μέσα στην ιστορία. Ένας λόγος που κολλάμε στον Καβάφη είναι ακριβώς ετούτο το πικρό αντάμωμα. Κι είναι αντάμωμα μιας βαθιάς υπόκωφης ατομικότητας που δε μπορεί να σταθεί σε τίποτε συλλογικό.

 

Ωστόσο τα πράγματα πάνε πιο πέρα: ο Καβάφης με τούτα τα διακόσια είκοσι μικροδράματά του στάθηκε μπροστά σ αυτό που για έναν ολάκερο αιώνα γύρευε ο ρομαντισμός δηλαδή στον αγώνα να σταματηθεί ο χρόνος με τις λέξεις (σωστότερα: με την ποίηση), να ακυρωθεί ο θάνατος. Σε τούτο τον αγώνα του ο ρομαντισμός επικαλέστηκε κάθε προσωποποιημένη ιδέα που μπόρεσε να ανασύρει από το παρελθόν του πολιτισμού: τις Μοίρες και τις Μούσες, τις Ερινύες και τις Μαινάδες, τις Χοηφόρους και τις Ευμενίδες, τις Τύψεις και τις Κήρες, τα στοιχειά των ανεκπλήρωτων ερώτων, τα φάσματα των νεκρών πατέρων, τα ερωτευμένα τέρατα, τις Περσεφόνες και τις Μέδουσες, τα θλιμμένα τέρατα του δόκτοραΦρανκενστάιν, τους Δράκουλες που ζητούνε εκδίκηση. Όλη η γοητεία του ρομαντισμού δεν είναι άλλη από την αιματοχυσία για τούτο τον μάταιο αγώνα: μήτε ο χρόνος σταμάτησε, μήτε ο θάνατος ακυρώθηκε. Ο Αλεξανδρινός με τις ερασιτεχνικές ιδιωτικές παραστασούλες του και την επίφαση της αλεξανδρινής παρακμής του, με τα κεριά που τρεμοπαίζουν και τις πεποιημένα αόρατες φωνές του σκοτεινού υποβολέα, πήρε το ρομαντισμό από την ανάποδη κι αντιστοίχισε τον κόσμο του σε τούτη την επιθυμία και νιώθω πως την έφτασε στο τέλος της, όσο μεγάλη κουβέντα κι αν είναι αυτή. Στον Καβάφη τα βήματα των Ερινύων νιώθονται πια από τους τρομοκρατημένους Λάρητες, ο Απόλλων κατεβαίνει στη μάχη για να σκοτώσει ο ίδιος με το χέρι του τον Αχιλλέα, ο μαύρος δαίμονας μένει αδιάφορος στις επικλήσεις τις γριάς περιπέτειας του Κλείτου, μη δίνοντας δεκάρα για το αν θα γιατρευτεί ή όχι ένας Χριστιανός. Στον Καβάφη η εξουσία του Φορτιμπράς δίνει μεγάλη προσοχή στις κουβέντες του Οράτιου για το φάσμα του πατέρα τού Άμλετ, ο Οιδίπους ετοιμάζει τη μελαγχολική του απάντηση στη Σφίγγα γνωρίζοντας πως τα πραγματικά αναπάντητα αινίγματα τον περιμένουν, ο σοφιστής μισοχαμογελά όταν ακούει το στίχο του Σοφοκλή τα δ άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι, το απόσταγμα των αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων είναι μοναχά μια περαστική ονειροπόληση. Ο Καβάφης είναι δικός μας δίχως να γίνει παπάς ή ψυχίατρος, γιατί αφήνει τα διακυβεύματα ανοιχτά, υπόθεση της ανθρωπινότητάς μας. Σε πείσμα κάθε Θρησκείας, κάθε Εθνους, κάθε Επανάστασης ή κάθε άλλης κοσμοδιόρθωσης που γυρεύει να λήξει για πάντα όλα τα ανθρώπινα διακυβεύματα, να μεταθέσει κάθε δίλλημα σε ένα μακρινό Επέκεινα, να απαντήσει στο ερώτημα της ματαιότητας με μιαν αιώνια εθιμοτυπία που τη λένε Αλήθεια, ο Καβάφης επιμένει μέχρι το τέλος σε τούτη την (: αντιθρησκευτική, αντεθνική, αντεπαναστατική, αντιδιορθωτική) ματαιότητα των ανθρώπων. Στον Καβάφη ο αιώνας του ρομαντισμού (ή: ολόκληρος ο ρομαντισμός) συσπειρώνεται σε μια στιγμή συγκινημένης σιωπής μήτε υποσχέσεις, μήτε ελπίδες, μήτε νομίσματα στα δόντια:

 

()

άκουσε με συγκίνηση, αλλά όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που την χάνεις.

 

Είναι, στ αλήθεια, καίριοι στίχοι ενός καίριου όσο και μικρού δράματος (μικρό: καθημερινά επαναλαμβανόμενο, δικό μας, όχι διά του κοινού ελέου και φόβου, αλλά διά της ατομικής αγωνίας). Θαρρώ του πιο καίριου δράματος του καιρού μας ή καλύτερα: της ζωής μας που θέλουμε να την ευφημίζουμε για καιρό.

 

 

*****

 

4. επίλογος: σαν τυχαίως:

 

Είναι πράγματι υπερμοντέρνος ο Καβάφης πιο μοντέρνος απ όλους τούς άλλους μοντέρνους. Στο δικό του φθαρτό και τετριμμένο σύμπαν (ναι, εκεί όπου η παράδοση των νεκρών καταναλίσκεται μέσα στον κόσμο των ζωντανών) είναι που η μνήμη και η τέχνη γίνεται η εξανθρωπισμένη στάση στον χαμένο χρόνο και στον βέβαιο θάνατο μπροστά του ο Προυστ μοιάζει να περιστρέφει (αυτή ενδεχομένως να είναι η τέχνη του) ετούτο που ο Αλεξανδρινός λέγει καθαρά και κατά πρόσωπο. Ο ήλιος του απογεύματος, τα πρωινά του μπάνιου όπου πετιόταν στην άκρη η κανελλιά φθαρμένη φορεσιά, οι παλαιοί καθρέφτες, ο Λάνης, ο Ιασής, ο Κλέων που γίνηκε Ιγνάτιος, ο Αιμιλιανός Μονάης, ο Αμμόνης, ο Οροφέρνης, ο Λυσίας, ο Ευρίων, ο Λεύκιος και ο Μύρης, οι φωτογραφίες, το εξαίσιο Ούτος Εκείνος που άκουσε στον ύπνο του ο Λουκιανός, το ίνδαλμα του Μαρύλου να σκιάζει τον έρωτά μας με τον Ερμοτέλη, το καθημερινό περιβάλλον που αισθηματοποιείται, δηλαδή γίνεται ματαιότητα, το άρωμα που μένει πάνω στη σάρκα, η καλλιτέχνις Τύχη, η φωτογραφία που χάλασε από την υγρασία του συρταριού, τα ωραία λουλούδια και άσπρα είναι περισσότερο από λέξεις μνήμη, δηλαδή σήματα επιθυμιών και μελαγχολιών που απομένουν, δηλαδή τέχνη τέχνη δική του για εμάς και για όλους.

 

Οπότε βλέπουμε εκείνο το μικρόδραμα του 1930, συνέχεια για πρώτη φορά:

()

Ρωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών

και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,

σχεδόν σβυσμένη απ την επιθυμία.

Κι ανάλογα ήλθαν οι απαντήσεις,

αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,

με υπολανθάνουσα συναίνεση.

 

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραμάτεια αλλά

μόνος σκοπός: τα χέρια των να αγγίζουν

πάνω απ τα μαντήλια να πλησιάζουν

τα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως

μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

()

 

Νά γιατί μας συγκινεί ο Καβάφης: γιατί στον κόσμο του ο θάνατος είναι βέβαιος, όμως το στοίχημά μας παραμένει ανοιχτό: ν αγγιχτούν τα χέρια μας πάνω απ τα μαντήλια. Ναι, είναι ο κόσμος που άρχισε σε μιαν αλεξανδρινή κάμαρη τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1880: μια μικρή σκηνή, ένας ηθοποιός, σπανίως δύο, συχνότατα personae mutae, κι ένας off αφηγητής, τάχα αόρατος μα όλοι τον ξέρουμε, όχι πολλά-πολλά σκηνικά και κουστούμια, κι όσα υπάρχουν αγορασμένα από φτηνό παλαιοπωλείο, προγραμματισμένο ημίφως όχι μονάχα για να καλύπτονται οι ατέλειες της παράστασης, ας πούμε ένα κουμπί στα ρούχα του Αλεξανδρινού πρωταγωνιστή, ένα εμβόλιο στο μπράτσο του νεκρού Μύρη, ο αόρατος λέγει τα λιγοστά του λόγια και τα κεριά σβήνουν. Τέλος: ούτε χειροκροτήματα ούτε τίποτε. Ας πούμε: μια γουλιά παλιό σέρι μια μικρή γουλιά, παραπάνω θα σε λιγώσει.

 

Κι όμως: αυτή η γουλιά γίνεται πικρή νόησις και συγκίνησις κι ακόμη, γίνεται πλησίασμα των προσώπων, των χειλιών σαν τυχαίως, μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

 

Σ αυτό το σαν τυχαίως νιώθω πως (μας) παραμονεύει όλη μας η ανθρωπινότητα.

 

 

Θ.Τ. 2004, 2005, 2008