Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
26
Το κήρυγμα του Φραγκίσκου στα πουλιά
Γύρεψε κάποτε ο Φραγκίσκος να μιλήσει στα πουλιά,
και διόλου δεν παραξενεύτηκαν οι αδελφοί του:
εκείνος έτρωγε από τα πιάτα των λεπρών,
έγλειφε τα φλέματά τους,
ανακάτευε στάχτη στο φαγητό του,
κοιμόταν μες στα σκατά των γουρουνιών,
γυρνούσε στα χωριά κι όταν τον φτύναν τα παιδιά
φώναζε «ετούτη είναι η χάρη του Θεού»,
κολλούσε τα αυτί του να ακούσει τα βράχια,
γύρευε να φιλήσει τα κουνούπια και τα μυρμήγκια –
ε, στα πουλιά θα κόλλαγε;
(Και γιόμισε τον τόπο ο θρύλος εκείνου του Φραγκίσκου,
ολάκερη η Ιταλία έβραζε για του λόγου του
και για τις αλλόκοτες τις παραφροσύνες του.)
Κι έτσι, ντάλα καταμεσήμερο, βγήκε στην πεδιάδα
είδε ένα σμάρι πουλιών και το ζύγωσε –
μπροστά αυτός και πίσω του οι αδελφοί.
Κι άρχισε να μιλάει στα πουλιά και να τους λέει
για τον Άγιο Χριστούλη μας και για την προσευχή του,
για τους λόφους με τα λιόδεντρα, για τα πικρά ποτήρια
και για τα μαστιγώματα και για τα καρφιά στα χέρια του.
Και βέβαια –θαύμα-θαύμα!–
στάθηκαν γύρω του τα πουλιά να τον ακούσουνε,
κι ούτε ένα φτεροκόπησε να φύγει –
το είδαν με τα μάτια τους οι αδελφοί,
μα συνηθισμένοι ήταν πια από θαύματα...
Και, σιγά-σιγά, άρχισαν να πισωπατούν οι αδελφοί με μικρά βήματα –
νισάφι πια, τις είχαν ακούσει τις ιστορίες με τον Χριστούλη
(άσε που καθώς κατέφθαναν καινούργια πετούμενα
θα γιόμιζαν με κουτσουλιές).
Κι έτσι τον άφησαν να συνεχίζει τον Φραγκίσκο
κι αυτοί αράξανε κάτω απ' τα δέντρα.
Μα σαν έμεινε μόνος με τα πετούμενα ο Φραγκίσκος
πήρε βαθιά ανάσα και τους είπε άλλα λόγια:
«Αχ πουλιά, καλά πουλιά μου,
αφήστε τις ιστορίες για την πίστη,
για τα στίγματα του Χριστούλη μας
και για των Ουρανών τη Βασιλεία –
αφήστε τες και σκίστε τον αέρα
και πάτε στην Κλάρα να της πείτε
πως άλλη αλήθεια δεν υπάρχει από τη σάρκα της,
από κείνο το ρούφηγμα στον λαιμό της
που 'τανε σαν παπαρούνα το σούρουπο».
Κι έπειτα χτύπησε το πόδι του στη γης
και φτεροκόπησε το σμάρι στον αέρα.