Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
8
Ο σπαραγμός του Αιήτη
Έφευγε, βέβαια, απ' την Κολχίδα ο Ιάσων,
έχοντας κλέψει το χρυσόμαλλο το δέρας·
κι ακόμη περισσότερο, έχοντας κλέψει
και την πανέμορφη τη Μήδεια,
την κόρη του βασιλιά,
την ιέρεια της τρομερής Εκάτης.
Μα τι κι αν σχίζει τον άνεμο η γοργόπλωρη Αργώ; –
ο βασιλιάς Αιήτης βρίσκεται στο κατόπι τους
κι έχει πλοία τρεις φορές μεγαλύτερα:
δώσ' του κωπηλατούν μανιασμένα οι άντρες του
και όλο και περισσότερο πλησιάζουν
το άτιμο το πλοίο των κλεφτών.
Κι έξαφνα, νάτη η Μήδεια στην πρύμνη της Αργώς·
σηκώνεται όρθιος ο Αιήτης σαν τη βλέπει:
«Μήδεια», της φωνάζει, «κρατήσου κι έρχομαι να σε λευθερώσω» –
νομίζει ο καημένος πως όλα μπορεί να τα γυρίσει όπως ήτανε.
Μα, αλίμονο, πλησιάζουν τα καράβια
κι όλα τώρα καθαρότερα φαίνονται:
στην αγκαλιά της η Μήδεια κρατάει τον μικρούλη τον αδελφό της,
τον Άψυρτο, τον γιο του Αιήτη,
που κάποτε ήταν να γίνει βασιλιάς στην Κολχίδα.
Και στη στιγμή βγάζει μαχαίρι, η φόνισσα,
και το σφαγιάζει το μωρό και το κόβει κομμάτια,
εκεί στην πρύμνη για να το βλέπουν όλοι.
Και κάθε που πλησιάζει το καράβι του Αιήτη,
πετάει κι ένα κομμάτι σάρκα στη θάλασσα –
πότε δεξιά πότε ζερβά.
Και λοξοδρομούνε οι διώκτες της Αργώς
για να μαζέψουν τα κομμάτια του παιδιού.
Και χτυπιέται στην πλώρη του κι ουρλιάζει ο Αιήτης
«σκύλα της Εκάτης, τον ίδιο σου τον γιο τον κομματιάζεις;» –
γιατί βέβαια γιος της ήτανε ο Άψυρτος,
μαζί της τον είχε γεννήσει ο Αιήτης,
κι όλοι το ξέραν στην Κολχίδα
που πλάγιαζαν μαζί πατέρας και κόρη
κάτω από τα πέπλα της Εκάτης, της άνομης θεάς.
Και του φωνάζει του Ιάσονα ο προδομένος βασιλιάς
να την πετάξει στη θάλασσα την έχιδνα,
γιατί κάποτε και τα δικά του τα παιδιά θα τα χαλάσει.
Μα γυρίζει ανάποδα τον αέρα η Εκάτη
και χάνονται στον δρόμο οι γοερές οι προειδοποιήσεις·
κι ο Ιάσων αγέρωχος δίνει τη ρότα για την Ιωλκό.