Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
11
 
 
Η απάντηση του Σπαρτιάτη
 
(μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό)
 
 
 
 
         Τα πράγματα γίνηκαν έτσι κι έτσι σε εκείνα τα στενά:
         μιλιούνια ο στρατός του Μεγάλου Βασιλέα
         και οι Έλληνες –δυο-τρεις χιλιάδες το πολύ–
         πού να σταθούν και πού να πολεμήσουν;
         Οι αρχηγοί τους αποφάσισαν να φύγουν·
         μονάχα ο βασιλιάς των Σπαρτιατών αρνήθηκε,
         διότι οι Σπαρτιάτες ως γνωστόν
         δεν φεύγανε ποτέ από το πεδίο της μάχης,
         ή ταν ή επί τας τους παραγγέλναν οι μανάδες τους,
         ή να γυρίσουν νικητές ή πεθαμένοι, άλλο δεν έχει.
        
         Μείνανε, λοιπόν, μοναχοί τους στα στενά,
         μια τριακοσάδα να 'ταν όχι περισσότεροι,
         κι έστειλε ο Ξέρξης απεσταλμένους
         να τους πούνε να παραδώσουνε τα όπλα.
         Βούτυρο στο ψωμί του Λεωνίδα η πρόσκληση:
         έλα να τα πάρεις, απάντησε –
         τις ξέρανε καλά τούτες τις απαντήσεις οι Σπαρτιάτες.
 
         Τότε ήταν που κάγχασε ένας
         από τους απεσταλμένους του Μεγάλου Βασιλιά:
         «Τι τα γυρεύετε, Σπαρτιάτες, είστε χαμένοι για χαμένοι·
         είναι τα βέλη της στρατιάς μας τόσα
         που θα σκεπάσουν αύριο τον ήλιο» –
         κάτι τέτοιο.
 
         Τότε πετάχτηκε ένας Σπαρτιάτης·
         δεν ήσαν από τους αρχηγούς
         παρά φαντάρος, ασήμαντος, ένας απ' τον σωρό,
         κι είπε όχι μια λακωνική φράση
         μα ολάκερο παραλήρημα –
         ό,τι προλαβε δηλαδή, πριν του χυμήξουν οι λοχαγοί
         και του κλείσουν το στόμα:
 
         «Αχ καψεροί απεσταλμένοι,
         σκλάβοι κι εσείς, σκλάβοι κι εμείς,
         ζούμε για πάντα στη σκιά
         και στη σκιά πεθαίνουμε,
         πειθόμενοι από τα ρήματα των άλλων,
         πειθόμενοι απ' τα κομμένα τα κεφάλια,
         απ' τα παλουκωμένα τα κορμιά των φτωχών,
         απ' τα λειψά μωρά που τα πετούμε στον γκρεμό,
         από τα παραμύθια με την πεινασμένη αλεπού
         και τον ξεκοιλιασμένο που δεν είπε κιχ.
         Αφήστε τον λοιπόν στην άκρη του τον ήλιο –
         εμείς μήτε τον είδαμε μήτε και θα τον δούμε·
         θα τον σκέπαζαν πάντοτε τα Λόγια των Προγόνων,
         οι Νόμοι του Κράτους,  ο Παντοκράτορας Θεός,
         το Εθνικό Συμφέρον, της Πατρίδας η Άγια Σημαία,
         τα βέλη του Μεγάλου Βασιλιά σας.
         Κι έτσι θα λιώνουμε και θα χανόμαστε –
         σκιαγμένοι μέχρι τέλους.»
        
         Τόσα πρόφτασε να πει
         πριν να τον μπαγλαρώσουνε οι λοχαγοί:
         «Βούλωστο δειλό τομάρι» του 'πανε,
         «προδότη της πατρίδας, σιχαμένη οχιά, βούλωστο.
         Σας ξέρουμε εσάς τους πουλημένους,
         τι έρεβος, τι βόρβορο που κουβαλάτε στις ψυχές σας::
         στα σίγουρα με είλωτα βρομιάρη η μάνα σου θα σε γέννησε·
         πού το αίμα το σπαρτιατικό το δοξασμένο –
         τι δεν δειλιάζουν έτσι οι Σπαρτιάτες,
         μήτε και φλυαρούν με μπούρου μπούρου,
         οι Σπαρτιάτες λένε ένα θα-πολεμήσουμε-στη-σκιά και ξεμπερδεύουν –
         το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν, βρομόσκυλο.
         Ας είναι καλά οι γραμματικοί
         (προπάντων ο Ηρόδοτος κι εκείνος ο Σιμωνίδης)
         που ξέρουνε ν' αφήνουνε στην άκρη τις βρομιές και τις παραφωνίες,
         που ξέρουνε να φτιάχνουν ηρωική αφήγηση και σήματα κλέους...».
 
         Αυτά του είπανε εκείνου του φαντάρου·
         κι ήτανε τυχερός που την άλλη μέρα είχανε να πεθάνουν ένδοξα
         και μήτε καν προλάβαιναν να τον δικάσουν
         και να τον εκτελέσουν για εσχάτη προδοσία
         αφού του κόψουνε πρώτα τη γλώσσα του τη βρομερή.
         Μονάχα τον έδεσαν σε μια λεύκα –
         κι ας γινόταν ό,τι ήταν να γίνει...
 
         Κι όλο το βράδυ αυτός τραγούδαγε
         άλλοτε γαμοτράγουδα με μπούτσους και μουνία
         κι άλλοτε εκείνη τη σερενάτα του Σούμπερτ.
        
         Ποιος τον θυμάται;
         Την άλλη μέρα, με το πρώτο χάραμα,
         δεμένος όπως ήταν
         τον τρύπησαν τα βέλη των Περσών
         και πάει.