Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
55
Όταν κοιτάζω πίνακες θριάμβων
Όταν κοιτάζω πίνακες θριάμβων,
εικόνες όπου ηρωικοί χασάπηδες
(ξέρεις εσύ: στρατηλάτες, βασιλιάδες, αυτοκράτορες
αντάμα με παπάδες, καρδινάλιους, δέσποτες χοτζάδες
κι άλλους παρόμοιους καθοίκηδες)
υψώνουν φλάμπουρα, σημαίες, μπαϊράκια,
λογής σταυρούς, μισοφέγγαρα, ήλιους,
κρίνα ή τρίχρωμες σημαίες
(βάλε ό,τι θες – ελεύθερα),
όταν κοιτάζω πίνακες θριάμβων, λοιπόν,
ψάχνω να δω ζωγραφισμένη,
σε μιαν άκρη, φυσικά,
ή κάπου μακριά, κάπου βαθιά, αχνά στο φόντο,
ψάχνω να βρω τη ντούμπα με τα πτώματα –
την ντούμπα με τα σφαγμένα γυναικόπαιδα.
Γιατί, από τα χρόνια τα παλιά, πίσω από κάθε Νίκη
–από κάθε νίκη, τι να λέμε–
υπάρχει η ντούμπα με τους σφαγμένους.
Ωστόσο, πριν από λίγες μέρες πήγα στον Βόλο,
να δω το σπίτι που ζωγράφισε ο Θεόφιλος στην Ανακασιά,
κι ήμουν στ' αλήθεια ξεχασμένος.
Εκείνος ήσαν ένας μισότρελος, ένας τζατζεμένος,
ένας που του κρεμούσανε κουδούνια τα παιδιά,
ζωγράφιζε τις παραδείσιες ονειροφαντασίες της παιδικής ψυχής του
λιόδεντρα, ζώα, ψάρια και ψωμιά κι «ατρόμητους ήρωες»
καφενείων και μαθητικών εορτών –
κοντολογίς έναν κόσμο γιομάτον αθωότητα,
γιομάτον από τη μαγεμένη κουζουλάδα του
(γιομάτον, βέβαια, κι από γυμνά χατζάρια κι από λάβαρα εθνικά –
μα κάποτε λες: «Ας μην είμαι μονόχνωτος,
ας αποκτήσω μια πιο ανοιχτή ματιά·
πού να γυρεύω σε μιάνα παιδική ψυχή
ιστορίες με χασάπηδες και σφαγμένους…»).
Κι έτσι, με την «ανοιχτή ματιά»
έφτασα στο σπίτι της Ανακασιάς,
να δω τους κροκόδειλους που είναι μισοί σκύλοι,
τη θεσπέσια λίμνη με τα ψάρια και τις πάπιες,
και γύρω παντού οι «ατρόμητοι ήρωες» των σχολικών γιορτών
και κάνα δυο θεοί αρχαίοι, όλοι να σκάζουν από καλοσύνη.
Και πάνω που μαγευόμουνα απ' την αχαλίνωτη ονειροφαντασία,
έξαφνα, πηγαίνοντας να κατεβώ από τη σκάλα,
να σου φάτσα κάρτα Ο Παναγιώτης Κεφαλάς
υψώνει επί των τειχών της Τριπόλεως την σημαίαν της ελευθερίας
(επί των τειχών της Τριπολιτσάς, αν αυτό κάτι σου λέει).
Τι να σου κάνω; – κόλλησα·
μεμιάς στένεψε η «ανοιχτή ματιά» μου:
Πίσω μιναρέδες και τζαμιά και πρώτο πλάνο
ο «γενναίος ήρωας» που υψώνει το «Λάβαρο του Έθνους»,
από κοντά κι ο απαραίτητος παπάς – μα πώς αλλιώς;
Και κάτω δεξιά, για φαντάσου,
ζωγραφισμένη με χέρι τόσο ανάλαφρο,
με τόσην κουζουλεμένη α θ ω ό τ η τ α,
η ντούμπα με τα σφαγμένα γυναικόπαιδα.
Α ναι, λοιπόν: ακόμη και αυτός, ο τζατζεμένος,
η μαγεμένη παιδική ψυχή
που ζωγράφιζε τα ψωμιά στον αέρα,
κι άμα ήθελες τα λιοντάρια δεμένα, τα έδενε,
κι άμα τα ήθελες, λυτά τα αμολούσε,
ακόμη κ α ι α υ τ ό ς , ο κουζουλός Θεόφιλος,
ήξερε για την ντούμπα της Τριπολιτσάς,
ήξερε για την ντούμπα με τα πτώματα,
και την έβανε για ντεκόρ του βολιώτικου αρχοντικού –
ντεκόρ της αθωότητάς μας σαν να λέμε...
Γι' αυτό στο εξής
θα προσπαθώ να μην ξεχνιέμαι
όταν κοιτάζω πίνακες θριάμβων
ή
παραδείσους μιας παιδικής ψυχής
γιομάτους αθωότητα.