Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
45
Στα νεκροταφεία του Καϊρου βραδιάζει
( έ τ σ ι ε ί ν α ι η ζ ω ή ;)
Στον Α. Κ.
Στα νεκροταφεία του Καΐρου τα αγόρια φοράνε φανέλες του Ρονάλντο, κυνηγάνε να λιώσουν τα ποντίκια με πέτρες και τα απογεύματα ρουφάνε βενζίνες. Τα κορίτσια κεντούνε κόκκινα τριαντάφυλλα σε λευκές μαντίλες και ονειρεύονται. Κάποιον που θα τις ανεβάσει στα καράβια του Νείλου.
*****
Στα νεκροταφεία του Καΐρου οι άνθρωποι ζούνε μέσα στους τάφους που κυκλώνουν την πόλη σαν θηλειά. Ας πούμε, στη Χάλιφα και στη Γάμρα – ή γ ύ ρ ω ε κ ε ί. Είναι αμέτρητοι: λένε, πολλές χιλιάδες ή πάνω από εκατομμύριο, μπορεί και δυο. Δίχως χαρτιά, δίχως ταυτότητες, δίχως ονόματα – σιγά το δύσκολο. Εξάλλου δεν αφορούν κανέναν: ποτέ τους δεν θα φύγουν απ' τα νεκροταφεία. Αν βγούνε στη μεγάλη πόλη, είναι, θαρρείς, διάφανοι. Δηλαδή: κανένας δεν τους βλέπει.
******
(Λόγια, θα πεις, μελοδραματικά, ρητορικά, τζάμπα κλάψες εκ του ασφαλούς. Σωστά τα λες, τζάμπα κλάψες. Μα θέλω να μου πεις τ ο π ώ ς α λ λ ι ώ ς. Το πώς γίνεται μια σωστή περιγραφή και μια σωστή διήγηση – πάσα προσφορά δεκτή).
******
Κάνουνε τους τάφους σπίτια, χέζουνε στα χαντάκια (σε κ ά π ο ι α χαντάκια), φτιάχνουνε γούρνες και κουβαλάνε λασπόνερο με μπιτόνια. Ζούνε μαζεύοντας παλιοσίδερα από τις χωματερές. Δάσκαλοι και γιατροί δεν έρχονται στις γειτονιές τους. Όταν κανείς πεθαίνει –διόλου ξεχωριστό, απλώς πεθαίνει–, οι δικοί του τον βγάζουνε στα σημεία της αποκομιδής. Από εκεί περνάνε τα κρατικά φορτηγά. Μαζεύουν τα πτώματα και τα πετάνε στους ασβεστόλακκους. Κάπου. Για να μην απλώσει χολέρα.
******
Στα νεκροταφεία του Καΐρου γεννιούνται παιδιά και μεγαλώνουν. Διόλου ξεχωριστό κι αυτό.
******
Να πάρουμε δύο από αυτά τα παιδιά: ένα αγόρι κι ένα κορίτσι – όπως ξέρεις, για ένα αισθηματικό διήγημα χρειάζονται πάντοτε δύο. Να τους δώσουμε από ένα όνομα: ας τα πούμε, Αλί και Γιασμίνα – θα μπορούσανε να ήτανε Χασάν και Λεϊλά, Ισμαήλ και Φατιμά, δεν έχει μεγάλη σημασία.
******
Ετούτοι οι δυο, λοιπόν, είναι δώδεκα χρόνων και αγαπιούνται – δεν το ξέρουν τι θα πει αγάπη, αλλά, ναι, αγαπιούνται.
******
(Φριχτές κοινοτοπίες, θα μου πεις. Κι αυτό σωστό. Και, για να μην χάνεις χρόνο, ας εξηγιόμαστε: και παρακάτω φριχτές κοινοτοπίες θα διαβάσεις).
******
Μια μέρα στη χωματερή ο Αλί βρήκε ένα κασετόφωνο. Δούλευε. Έπιασε ράδιο, πήγε έξω από τον τάφο της Γιασμίνας και το έβαλε στο φουλ.
******
Ένα τραγούδι που μιλούσε για το ηλιοβασίλεμα στην Ταγγέρη. Για κάποιο η λ ι ο β α σ ί λ ε μ α.
******
Αυτό τράβηξε για μέρες. Ένα μεσημέρι στα κλεφτά, ο Αλί ορκίστηκε στη Γιασμίνα πως θα την πάει στην Ταγγέρη.
******
Καποτε ο Αλί ρώτησε έναν γέρο που είχε κάνει ναυτικός· η Ταγγέρη ήτανε, λέει, στο Μαρόκο. Εκεί που γέρνει ο ήλιος και χάνεται, στην άκρη του κόσμου.
******
Έγινε απόγευμα πια. Γύρω απ' τους τάφους.
******
Ο Αλί ρουφάει τη τζίνα του και περιμένει τη νύχτα. Σκέφτεται πως θα πάρει τη Γιασμίνα αγκαλιά, κι έπειτα πηδώντας από αστέρι σε αστέρι θα φτάσουνε μέχρι το Μαρόκο.
******
Η Γιασμίνα κεντά αγκαθερά κόκκινα τριαντάφυλλα – όμως τρέμει ολάκερη από την αδημονία. Όταν νυχτώσει ένα κόκκινο πουλί θα φανεί στην πόρτα του τάφου της, θα την πάρει μαζί με τον Αλί και θα τους πετάξει ώς την Ταγγέρη.
******
Αρκετά με τις ονειροπολήσεις. Στα νεκροταφεία του Καΐρου γέρνει το δειλινό. Σ β ή ν ε ι. Η Γιασμίνα και ο Αλί δεν θα ξεκινήσουν ποτέ τους για την Ταγγέρη. Θα μείνουν στη νεκρόπολη να κεντάνε αγκαθερά τριαντάφυλλα στις μαντίλες, να ρουφάνε τζίνες, να μαζεύουν παλιοσίδερα από τις χωματερές. Τα μισά από τα παιδιά τους δεν θα φτάσουν τα πέντε τους χρόνια· αυτά που θα επιζήσουν, θα μεγαλώσουν δίχως νερό, δίχως εμβόλια, δίχως σχολείο, θα κεντούνε τριαντάφυλλα, θα ρουφάνε τζίνες.
******
Κάποτε θα πεθάνουν – διόλου ξεχωριστό. Στα σίγουρα πριν τα πενήντα τους, από φυματίωση ή κίρρωση του ήπατος ή μιαν ακόμη γρίπη των φτωχών. Τα σώματά τους θα πάνε στους ασβεστόλακκους. Ω ναι, βραδιάζει.
******
Την ίδια ώρα πάνω από μια μεγάλη θάλασσα: Ο Πάμπλο και η Χουανίτα, ο Μάριος και η Τιτίκα, ο Άρθουρ και η Μαίρη, ο Νίκος και η Μαρία – το δίχως άλλο, μια ευκαιρία να το ξανασκεφτείς: τι υπάρχει μέσα σε ένα όνομα; Ε μ ε ί ς. Κλειδώνουμε την πόρτα. Ανοίγουμε την ένταση στην τηλεόραση. Βάζουμε στον βραστήρα τα μπιμπερό του μωρού. Στα νεκροταφεία του Καΐρου βραδιάζει. Καληνύχτα.
******
Όμως μέσα στη νύχτα – πάντοτε μέσα στη νύχτα συμβαίνει κάτι περισσότερο από τον ύπνο μας. Ας πούμε: κάποιος Αλί, ξαπλωμένος καταγής, μετράει τα αστέρια. Κάποια Γιασμίνα τρυπάει το δάχτυλό της με τη βελόνη. Μια σταγόνα αίμα πέφτει στη λευκή μαντίλα της, γίνεται τρελό πουλί, φτεροκοπά σαν δαίμονας, λωλαίνει τους ανέμους, χάνεται.
******
Μα τα παιδιά κοιμούνται πια. Οι υπόλοιποι (μπαφιασμένες νοικοκυρές, φοβισμένοι υπάλληλοι, δάσκαλοι, παπάδες, συνταξιούχοι που τα μάτια τους έχουν δει πολλά – και όλοι οι άλλοι βέβαια) μονολογούν: Έ τ σ ι ε ί ν α ι η ζ ω ή. Τ α κ ο ρ ί τ σ ι α , ό τ α ν κ ε ν τ ο ύ ν α π ρ ό σ ε χ τ α , τ ρ υ π ι ο ύ ν τ α ι.
******
Έτσι τελειώνει κι η ιστορία μας (αλίμονο, τόσο σχηματική, τόσο επίπεδη). Τα κορίτσια κεντούν απρόσεχτα – πόσα ξέρουν οι συνταξιούχοι. Για το ηλιοβασίλεμα της Ταγγέρης γράφουν οι σπουδαίοι ποιητές, τόσοι και τόσοι. Εξάλλου, όσα δεν λύνονται, ξεχνιούνται. Στα νεκροταφεία του Καΐρου θα βραδιάζει ερήμην μας.
******
Στον ύπνο του κανενός φτεροκοπήματα.