Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
49
Η φωτογραφία
Κρατούσε μια φωτογραφία στο μπλοκάκι του·
ήταν ένας κινέζος στρατιώτης, ένας Ερυθροφρουρός της Επανάστασης
που εκτελούσε έναν γονατισμένο χωρικό, δεμένον πισθάγκωνα.
Με τούτη τη φωτογραφία έβανε φωτιά στις συζητήσεις:
κάθε φορά που του 'λεγαν για την Πάλη των Τάξεων,
τους Ταξικούς Εχθρούς, την Κοινωνία την Αταξική και όλα τούτα
έβγαζε τη φωτογραφία και την έδειχνε:
«Για πείτε μου» ρωτούσε, «είναι αυτό φόνος;
Είναι αυτός ένας φονιάς κι αυτός ένας δολοφονημένος;»
Κι έπεφτε βαθιά σιωπή στο τραπέζι –
σαν τι να πούνε, δηλαδή·
στο τέλος κάποιος πήγαινε να τα μπαλώσει,
λέγοντας τέτοια περίπου:
«Σιγά και μην είναι αληθινή η φωτογραφία,
είναι άσοι στο φωτομοντάζ οι καπιταλιστές» –
ή: «Εμείς μιλάμε για μαρξισμό-λενισνισμό,
ποιος νοιάζεται τι γίνεται στην Κίνα» –
ή: «Να σου φέρουμε κι εμείς φωτογραφίες
καμένων παιδιών στο Βιετνάμ από αμερικάνικες βόμβες...»
Μα γρήγορα κατάλαβαν πως ο τύπος με τη φωτογραφία
γίνονταν επικίνδυνος, σωστός ιδεολογικός τρομοκράτης·
με μιαν απλή ερωτησούλα τούς έκανε ζημιά.
Μια και δυο φώναξαν την Καθοδήγηση να τον αποστομώσει –
είχε εμπειρία η Καθοδήγηση από αυτά,
κάτι τέτοιους τους έτρωγε με το κουτάλι.
Κι ήρθαν οι καθοδηγητές, ψύχραιμοι πάντοτε,
κάθισαν στο τραπέζι του και τον περίμεναν να βγάλει τη φωτογραφία.
Κι εκείνος φυσικά τους κατάλαβε μεμιάς – σιγά το δύσκολο.
«Είσαι δημαγωγός, αν όχι και πρακτοράκος»
του απάντησαν μόλις τους έκανε την ερώτηση του·
«δεν μπορείς να κάνεις πολιτική με μια φωτογραφία,
η ιστορία έχει διαλεκτικούς κανόνες…
Για παράδειγμα, αυτός ο τάχα αγρότης σου
μπορεί να είναι ένας εχθρός του Λαού,
κάποιος που θα γίνει Χίτλερ ή Μέγκελε
κι ο θάνατός του να λυτρώσει χιλιάδες ζωές.
Αν ο καρκίνος προχωρήσει, ο οργανισμός πεθαίνει·
κι αν οι ακρίδες φάνε τα σπαρτά,
θα πεθάνουμε όλοι από την πείνα –
γι' αυτό ψεκάζουμε.»
Έτσι του 'πανε –
θαρρείς κρατούσανε στα χέρια
κιόλας τα ψεκαστικά.