Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
30
Στο φως των ιερών κεριών
(αφήγηση πράξεως πέρα για πέρα ατελούς)
Τίποτε στην αρχή δεν προοιώνιζε τη συνέχεια·
από ένα φτηνό μπαρ τον μάζεψε τον νέο ο Καβάφης,
τα ρούχα του λιγδιασμένα κι η ανάσα του μύριζε σκόρδο.
Μα σαν τον πήγε στην κάμαρή του,
πρώτα τον κέρασε ηδύποτα που σκέπασαν την άσχημη τη μυρωδιά.
κι έπειτα του 'βγαλε τα λιγδιασμένα ρούχα
κι έλαμψε η σάρκα του στο φως των ιερών κεριών.
Έτσι δόθηκαν στην ηδονή·
μετά το σμίξιμό τους έγειρε ο νέος στο ντιβάνι,
και μια γλυκιά νάρκη τον κύκλωσε,
σαν ύπνος ανάλαφρος ή κάτι τέτοιο.
Τότε ήταν που πέρασε απ' το μυαλό του ποιητή μας
κάπως να τον απαθανατίσει εκείνον τον νέο
που του χάρισε τον έρωτά του
και τώρα κείτονταν ναρκωμένος στο ντιβάνι,
κάπως να τον διασώσει μέσα στην Ποίηση –
αντίδωρο για την απρόσμενη την ηδονή, τη συγκλονιστική.
Να τον, λοιπόν, τον ποιητή μας,
που σιγά σιγά σηκώνεται απ' το ντιβάνι, στις μύτες των ποδιών,
φορά τη ρόμπα του και κάθεται στο τραπέζι.
Και με το φως των ιερών κεριών
παίρνει το χαρτί και το μολύβι
κι αρχίζει να σκαριφεί ένα ποίημα
(α, πολύ σπανίως το συνήθιζε αυτό,
να μπλέκει του έρωτα τις στιγμές με την Ποίηση).
Και γράφει, βέβαια, για τον Αχιλλέα – για ποιον άλλον;
Πως στο στρατόπεδο των Αχαιών
κάποιος γέρος σιτιστής των αλόγων
πάνω στο δειλινό τον κρυφοβλέπει
να μπαίνει γυμνός στη θάλασσα με τα θεσπέσιά του μέλη·
κι όπως τον λούζει το ηλιοβασίλεμα
η σάρκα του πάλλεται όπως οι φλόγες της φωτιάς.
Α, σκέφτεται ο γέροντας, κανένα έργο των θεών,
κανένα σχέδιό τους δεν μπορεί να σταθεί
μπροστά σε τούτη τη σάρκα.
Μα έξαφνα σηκώνεται φουριόζος ο εραστής απ' το ντιβάνι
(ποιος ξέρει; κάποιο αόρατο άγγιγμα
τον ξύπνησε από τον λήθαργο της ηδονής),
πηδώντας φορά το παντελόνι του και το πουκάμισο το λιγδιασμένο.
Κι όπως τον κοιτά απορημένος ο Καβάφης
εκείνος του την λέει στα ίσια:
«Τι με κοιτάς; Πλήρωνέ με για να φεύγω…
Έχω να πάω και αλλού…»
Τον πλήρωσε πάραυτα· κι εκείνος έφυγε δίχως να πει καν αντίο.
Τέτοιοι είναι οι νέοι που ψαρεύεις στα μπαρ –
μάταιο να γυρεύεις κάτι διαφορετικό.
Και πλέον άδειο χάσκει το δωμάτιο στο φως των κεριών
(που διόλου ιερά δεν φέγγουν πια –
τι τα θέλεις, η σάρκα του νέου ήσαν όλη τους η ιερότητα).
Με βήματα αργά γυρίζει πάλι στο τραπέζι του ο ποιητής μας,
κάθεται σκεπτικός – το δίχως άλλο κάτι στοχάζεται βαθύ·
ώσπου ξανασκύβει στο μισαρχινισμένο του χαρτί,
και το μολύβι σφίγγει νευρικά στο χέρι του:
Τώρα, από ψηλά, πίσω απ' τα πυρπολημένα σύννεφα,
να και ο Φοίβος που κρυφοβλέπει τον θεσπέσιο Αχιλλέα
και ζήλια φριχτή κουλουριάζεται μες στην ψυχή του
που κάποιος θνητός τον ξεπερνά στην ομορφιά.
Κι ευθύς θυμάται ο μοχθηρός Απόλλωνας
πως ο γιος της Θέτιδας είναι τρωτός στη φτέρνα –
κι ευθύς αναλογίζεται το ποιος είναι ο καλύτερος τοξότης
ανάμεσα στων Τρώων τις γραμμές.