Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
37
 
 
Το όραμα του Ροβεσπιέρου
 
 
 
 
αλλ' εξ υπαρχής αύθις αύτ' εγώ φανώ
 
 
         Τον κουβαλούσαν ίσια για την γκιλοτίνα,
         με το σαγόνι του σμπαραλιασμένο από την πιστολιά, τυλιγμένο με πανιά,
         εκείνο το απόγευμα της Δεκάτης Θερμιδόρ,
         και μαζί του κι άλλους είκοσι έναν.
         Τι να λέμε:
         ήταν ο Πατέρας του Τρόμου,
         εκείνος που είχε στείλει στο λεπίδι τόσους και τόσους
         και τώρα πήγαινε προς τον δικό του τον χαμό.
 
         Τον έβριζαν γύρω οι Εθνοφύλακες,
         κι ο κόσμος, βέβαια, που 'χε προλάβει να μαζευτεί.
         Δολοφόνε, του φώναζαν,
         ήρθε η ώρα να τα πληρώσεις τα κρίματά σου,
         χασάπη, κτήνος, τύραννε – και τα παρόμοια.
 
         Κι όσην ώρα σκότωναν τον αδελφό του και τους άλλους
         (ακόμα και το πτώμα του Λεμπά το καρατόμησαν)
         έμενε ακίνητος ο κάτωχρος Μαξιμιλιανός, σαν άγαλμα,
         θαρρείς κι ο θάνατος ολονών τους να ήταν ακόμη μια
         από τις κόκκινες ιχνογραφίες της Αρετής του.
         Και βέβαια, ούτε μια κουβέντα
          (πώς να μιλήσει με το σαγόνι τυλιγμένο στα ματωμένα πανιά;)
         ούτε μια χειρονομία έστω –
         πού ο Νταντόν, που 'χε στην τσέπη τις ωραίες τις κουβέντες…
        
         Και τη στιγμή που τον γονάτισαν στην γκιλοτίνα,
         ανάμεσα στον πόνο τον φριχτό του σαγονιού και τις φωνές τού πλήθους,
         (κι ενώ είχε κοκκινίσει σφόδρα ο ουρανός,
         όπως συνήθως τα απογεύματα του Θερμιδόρ)
         να σου, ένας από το πλήθος κουρελής ανέβηκε πάνω στο ικρίωμα:
         Τι το ψάχνεις, το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια γαλάζια μάτια,
         ο ίδιος εκείνος, ο μη ων μετ' εμού κατ' εμού
         έτσι όπως τον ζωγράφιζε ο Ραφαήλ Σάντσιο.
 
         «Μα το Υπέρτατο Ον, έχω παραισθήσεις»,
         θα σκέφτηκε εκείνος ο Πατέρας του Τρόμου
         (άμα μπορούσε, λέμε τώρα, να σκεφτεί κείνη την ώρα)·
         ωστόσο ο γαλανομάτης τον πλησίασε
         και με κείνο το πανάγαθο χαμόγελο
         (το  γ ν ω σ τ ό  πανάγαθο χαμόγελο)
         έσκυψε στο αυτί του και το σφύριξε,
         σαν ούλτιμη μαχαιριά μεταξύ κατεργαρέων:
         «Αχ Μαξιμιλιανέ, Μαξιμιλιανέ,
         Αρετή έδωκες, Αρετή θα λάβεις».
 
         Και μονομιάς τού τράβηξαν τα πανιά από το σαγόνι
         και το ουρλιαχτό του έσκισε το δειλινό
         (το κόκκινο δειλινό – μην ξεχνιέσαι).
 
         Κατόπιν έπεσε η λεπίδα κι ο κόσμος αλάλαξε·
         έτσι κόβονταν τα κεφάλια εκείνα τα χρόνια
         (και τα προηγούμενα, βέβαια, και τα κατοπινά).