Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
3
Ο θεός Λουμούρ
Ήταν συλλέκτης δειλινών – αυτό ακριβώς:
γυρνούσε τον κόσμο κι έψαχνε τα δειλινά
με τον ίδιο τρόπο που άλλοι είναι συλλέκτες νομισμάτων ή βιβλίων.
Και πίστευε τόσο στην ομορφιά του βασιλέματος
που δεν φοβόταν να πεθάνει,
μήτε φοβόταν που κάποτε για τούτη την αφοβιά του ένας αρχάγγελος
θα τον πετούσε στην Κόλαση – λέμε τώρα...
Μαζεύτηκαν τότε οι θεοί των Ουρανών
(και ο Γιαχβέ και ο Θεός και ο Αλλάχ
κι ο Δίας, βέβαια, κι η Πατσαμάμα και ο Βόταν
κι όλοι οι άλλοι οι πιο δεύτεροι)
και κάνανε το γνωστό Συμβούλιο
να δούνε τι θα γίνει με δαύτονε –
γιατί δεν ήταν, βέβαια, δυνατόν κάποιος
να τους φτύνει έτσι, δίχως συνέπειες.
Μα σκέφτονται να μην τον τιμωρήσουν – δεν ωφελεί·
κάλλιο να τον εκμαυλίσουν, να τον κάνουνε δικό τους,
αυτό έχει μεγαλύτερη αξία...
Στέλνουν, λοιπόν, τον Πλανευτή Αρχάγγελο,
που έχει μάτια γαλανά για να τον εκμαυλίσει –
κι αυτός πηγαίνει και τον βρίσκει σε μιαν ακροθαλασσιά να περιμένει.
«Α», του λέει ο Πλανευτής, «ό,τι βλέπεις
είναι μια μούφα, μια φτηνή οφθαλμαπάτη –
εκείνο που αξίζει είναι η Αθανασία, η Αιωνιότητα, η Μέλλουσα Ζωή...»
Μα πήρε απάντηση κοφτή και πληρωμένη:
«κάνε στο πλάι, γιατί μου κρύβεις τον ήλιο»...
Στείλανε κι άλλους αρχαγγέλους πλανευτές
–ο καθένας έχει κι από ένανε δικό του–
και του τάξανε κι άλλα διάφορα:
πιλάφια, πλούτη, παλάτια, εξουσία, τη δυνατότητα να έχει ό,τι θέλει·
μα ο δικός μας τίποτε – «ό,τι θέλω το έχω» τους απαντούσε.
Απόειδαν οι θεοί και κάμανε ξανά Συμβούλιο
σφόδρα εκνευρισμένοι· και να οι ύβρεις κι οι αντεγκλήσεις
που δεν τον κάναν ζάφτι κείνονε τον συλλέκτη των δειλινών,
και δώσ' του «τι να μας πείτε σεις με τη Μέλλουσα Ζωή σας» από τη μια
«τι να μας πείτε σείς με τα πιλάφια και τα ρύζια σας» από την άλλη.
Τότε ένας ανθυποδέκατος θεός γύρεψε τον λόγο,
κοντόχοντρος και αρκετά γελοίος, ίδιος με στραβοχυμένο κλόουν·
Λουμούρ τον έλεγαν – κάποτε τον λάτρευαν ασιατικές φυλές
χαμένες εδώ και αιώνες από προσώπου γης.
Κι όλοι γυρίσανε να δουν
τι φρούτο είν' και τούτο που τολμάει και μιλάει
μπροστά στους πρώτους...
«Αφήστε τον σκυλοκαβγά, αδέλφια,
και στείλτε τον Πλανευτή Αρχάγγελο
να του βγάλει τα μάτια ετούτου του θρασύ συλλέκτη,
μήτε να βλέπει το δειλινό – μήτε καν τη μαύρη νύχτα.
Κατόπιν συζητούμε πάλι·
και να τον δω τον μάγκα μας άμα θα τις θυμάται
τις έξυπνες κουβέντες του και τα λόγια
ή μήπως διαλλακτικότερα θα συζητά
για τα πιλάφια και τα ρύζια και για τη Μέλλουσα Ζωή...»
Μούγγα απλώθηκε στο Συμβούλιο·
μ' ένα νεύμα ο Θεός ξαπέστειλε τον Πλανευτή Αρχάγγελο
να κάνει αυτό που πρέπει.
Κι έπειτα σηκώθηκαν αμίλητοι οι πρώτοι
κι έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι, γεμάτοι ντροπή
που ένας τελευταίος, ένας Λουμούρ, τους έβαλε τα γυαλιά.