Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
43
 
 
Ο κόμης Μοντεχρήστος
 
 
 
 
         Μες στο σκοτάδι του κελιού του
         εις μάτην περιμένει ο Εδμόνδος Νταντές
         εις μάτην ονειρεύεται τον γδικιωμό
         για τη μεγάλη την  πλεκτάνη που του 'στήσαν
         για τη ζωή του ολάκερη που του την κλέψαν.
 
         Και να που γυρίζει η τύχη του:
         ένας μισότρελος παπάς πεθαίνει
         κι αυτός δραπετεύει από το κάτεργο του Ιφ...
         Και βρίσκει τον μεγάλο θησαυρό.
         και καταφτάνει στο Παρίσι
         ως τρομερός και φοβερός κόμης
         έτοιμος να τους συντρίψει τους άτιμους εχθρούς του...
 
         Μα εκεί, στην Πόλη του Φωτός, τι βλέπει:
         άραβες να σιγολιώνουνε στα ρείθρα των δρόμων,
         και αραπάδες να γυρνούνε δώθε κείθε, ίδιους μ' αυτούς
         που κάποτε πουλούσανε για σκλάβους στα λιμάνια…
         Έκπληκτος ρωτά να μάθει τι συμβαίνει –
         α, οι γνωστές οι επιπολαιότητες των Παριζιάνων…
         Τους μπάσανε στην ιερή Γαλλία για σκατατζήδες
         και να σου τώρα που τους μείνανε αμανάτι,
         να αυξάνονται και να πληθύνονται –
         θαρρείς να έβαλες μαϊμούδες στο σαλόνι…
 
         Και τι θα γίνουμε λοιπόν εμείς οι Γάλλοι;
         σκέφτεται ο κόμης, ο φόβερος και τρομερός,
         που επέστρεψε μετά από είκοσι τρία έτη…
 
         Κι ευθύς πάει και βρίσκει τον Μοντεγκό και τον Νταγκλάρ,
         και, βέβαια, τον δικαστή τον ντε Βιλφόρ.
         Και κανονίζει τη συνάντηση –
         η αγαπημένη Μερσέντες θα σερβίρει τα λικέρ…
 
         Πρώτα ανταλλάσσουν τα πρέποντα κο΄μπλιμέντα
         κι έπειτα παίρνει τον λόγο ο Μοντεχρήστος:
         «εγώ είμαι, ο Εδμόνδος, με θυμάστε;»
         Και μονομιάς κερώνουν οι υπόλοιποι·
         πώς θα γλυτώσουν τώρα απ' την οργή του;
 
         Μα πριν περάσει μια στιγμή ο κόμης τούς ησυχάζει:
         «Ω, φίλοι αγαπητοί» τους λέει,
         «ας τα αφήσουμε στην άκρη τα παλιά – αυτά πέρασαν, πάνε…
         Τώρα είναι καιρός να ενωθούμε
         και να συντρίψουμε τους μαυροκέφαλους τους Αλγερίνους».