Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
2
 
 
Τα δάχτυλα του φιλοσόφου
 
 
 
 
         Ήταν ακόμη έφηβος κι από μόνος του ζήτησε να εξομολογηθεί·
         το 'καμε βέβαια για να δοκιμάσει τον εαυτό του
         κι όχι γιατί του βάραιναν την ψυχή οι αμαρτίες –
         σιγά μην πίστευε στις αμαρτίες ένα παιδί με τη δική του ευφυΐα,
         είχαν να λένε οι δάσκαλοί του...
         Και νάτος, πάει στον παπά τάχα περίλυπος
         κι ευθύς του αραδιάζει της Χαλιμάς τα παραμύθια –
         τι όργια, τι διαστροφές της σάρκας, τι λάγνες απολαύσεις
         και αμαρτήματα θανάσιμα (τα ήξερε καλά ο ρουφιανάκος).
         Και κοντεύει να του έρθει νταμπλάς του άγιου πατέρα
         με όσα του λέγει ο μικρός σατανάς – κάποτε ξεροκαταπίνει,
         «μετανοείς, τέκνο μου», τον ρωτάει για να ξεμπερδευτεί με δαύτον,
         «μετανοώ, μετανοώ» απάντησε ο έφηβος
         και συνάμα, γονατισμένος όπως ήταν,
         με το ένα χέρι πιάνει τα αχαμνά του
         και με τ' άλλο σταυρώνει τα δάχτυλα,
         έτσι, για να το δει καλά ο Θεός πως δεν μετανοεί
         κι ούτε προτίθεται να μετανοήσει –
         αυτό κυρίως...
 
         Κι όντως τον βλέπει ο Θεός
         κι έχει στο πλάι του και τον αρχάγγελο με τη ρομφαία έτοιμη·
         και βέβαια σηκώνεται τρελαμένος ο Μιχαήλ, έτοιμος να χυμήξει
         να του τα ξεράνει τα χέρια του υβριστή εφήβου,
         να τα σέρνει μια ζωή σαν κούτσουρα,
         να μάθει το τσογλάνι να θεομπαίζει...
 
         Μα ο Θεός τού έκανε νόημα του θυμωσιάρη αρχαγγέλου:
         «Τι σημασία έχει να τιμωρήσεις κάποιον έφηβο –
         ποιος θα το μάθει και ποιος θα παραδειγματιστεί;
         Άσε να μεγαλώσει, να γίνει μέγας και τρανός
         (που, να 'σαι σίγουρος, θα γίνει, κάτι ξέρω κι εγώ)
         και τότε, όταν θα φτάσει η δύσκολη ώρα,
         η μετάνοιά του θα έχει αξία παραδειγματική...»
        
         Έτσι μεγάλωσε ο έφηβός μας,
         έγινε σοφός πολύ, μέγας φιλόσοφος,
         όσοι διαβάζαν τα βιβλία του το λέγαν:
         άλλο μυαλό σαν κι αυτόν δεν είχε βγει.
         Κι ούτε που δέχτηκε ποτέ του να διδάξει, μήτε να έχει μαθητές
         –κι ας τον παρακαλούσανε τόσοι και τόσοι–,
         «η διδαχή είναι σκλαβιά», έλεγε,
         «ένα μαστίγιο καμωμένο από ιδέες·
         η μόνη υποψία ελευθερίας είναι η απιστία» –
         τα σταυρωμένα δάχτυλά του δηλαδή...
        
         Κι έτσι ζούσε: με σταυρωμένα δάχτυλα,
         δίχως να κάνει προσευχές στον ουρανό,
         αφήνοντας στην άκρη κάθε πίστη.
         Και τον κοιτούσε ο Θεός με τον αρχάγγελό του
         και περίμενε – ξέρει ο Θεός να περιμένει...
 
         Ώσπου κάποτε αρρώστησε βαριά,
         κάπου εκεί, στο τέλος της μέσης ηλικίας...
         Μόνον σαν έφτασε στο μη περαιτέρω
         σύρθηκε στο νοσοκομείο, διπλωμένος απ' τους πόνους,
         ανήμπορος καν να πάει στην τουαλέτα –
         βλέπεις, ζούσε ολομόναχος,
         τις σχέσεις της ζωής του τις κρατούσε στο πηχτό σκοτάδι.
 
         Του το είπαν οι γιατροί καθαρά –
         σε έναν τέτοιο άνθρωπο τι χρειάζονταν οι ψεύτικες ελπίδες:
         η αρρώστια του είχε θεριέψει, το τέλος ήτανε πολύ κοντά.
 
         Τον πήραν σπίτι οι ανιψιές του, της αδελφής του οι κόρες,
         για να τον ξεψυχήσουν –
         δηλαδή: να πάρουν κάτι από τη δόξα του
         (εξάλλου πλέον αυτές θα πλούταιναν
         με τα δικαιώματα των βιβλίων του –
         ετούτα που μήτε καν θέλανε να τα διαβάσουν...)
 
         Με κείνα και μ' αυτά έφτασε η τελευταία νύχτα –
         πάντοτε φτάνει η τελευταία νύχτα:
         ο πυρετός ανέβηκε, τα βασικά όργανα έπαψαν να αντιδρούν·
         ήταν πια θέμα ωρών...
        
         Τότε έκανε νεύμα ο Θεός του αρχαγγέλου του·
         κι εκείνος μονομιάς πέταξε πάνω από το νεκροκρέβατο του φιλοσόφου
         και κατά πρόσωπον του φύσηξε το κενό –
         α, είναι στ' αλήθεια τρομερό το φύσημα αυτό,
         καθώς η ίδια σου η ματαιότητα σε κατακλύζει
         και το μεγάλο τίποτε σε τυλίγει στον λαιμό σαν βρόχος.
         Και στη στιγμή ζητάς να μετανιώσεις, να εναποθέσεις ό,τι χάνεις
         στου Αιώνιου Πατέρα την αγκάλη – σίγουρα πράγματα...
 
         Έτσι και με τον μέγα φιλόσοφο:
         στάλες ιδρώτα γέμισαν το μέτωπό του
         κι ο πανικός χαράκωσε τη μορφή του.
         Απ' έξω τον είχαν έτοιμο τον παπά οι ανιψιές –
         ευθύς τον βάλαν μέσα·
         κι εκείνος άρχισε τα γνωστά μουρμουρητά.
 
         Κι όταν τον ρώτησε ο παπάς «μετανοείς;»
         «μετανοώ» ψιθύρισε ξέπνοα ο κάθιδρος φιλόσοφος.
         Μα κάτω από την κουβέρτα του
         σταύρωσε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού
         ο θεομπαίχτης.
 
         Κι ησύχασαν οι ανιψιές κι οι σύζυγοί τους και όλοι οι άλλοι οι συγγενείς,
         να που μετανόησε κι ο μέγας ο φιλόσοφος τη στερνή ώρα –
         δόξα τω Θεώ...
 
         Μα ο Θεός (που, ως γνωστόν, βλέπει και κάτω από τις κουβέρτες)
         γίνηκε έξαλλος από θυμό:
         «α σιχτίρ καριόλη, που μας σταυρώνεις και τα δάχτυλα...» είπε
         και μονομιάς έκανε νεύμα στον αρχάγγελό του
         να του πάρει επιτέλους τη ζωή, του παλιομπινέ...
 
         Τον θάψανε την επομένη μέρα·
         κανείς δεν πρόσεξε τα σταυρωμένα δάχτυλα.
         Κι έτσι τον βάλανε στο φέρετρο
         τον μέγα φιλόσοφο, τον μετανοημένο...