Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
10
Ο Κλέοβις κι ο Βίτων
Της το 'πανε της μάνας τους ο Κλέοβις και ο Βίτων
πως αποφάσισαν να φύγουν απ' το Άργος,
να πάνε, επιτέλους, στην τρανή Αθήνα,
να εξασκήσουνε την τέχνη την παλαιστική,
να κατακτήσουνε τον κόσμο –
να ζήσουν τη ζωή τους, τέλος πάντων.
Κι εκείνη, η Κυδίππη, της Ήρας η τρομερή
και φοβερή ιέρεια, βουβή τούς άκουγε·
και γίνηκε σταχτί το μάτι της απ' την απελπισιά
της ερωτευμένης γυναίκας.
Το τι γινότανε με την Κυδίππη και τους γιους της,
τι να το λέμε – ολάκερη η πόλη το 'ξερε:
κάθε βραδιά παράγγελνε ναξιώτικο κρασί
και μύρα ασιατικά και ξεραμένα φύλλα για το μαγκάλι·
κι έπειτα έσμιγε και με τους δυο τους ώς το ξημέρωμα –
ναι, με τα ίδια τα παιδιά της κοιλιάς της·
κι οι ιαχές της ηδονής τους λόγχιζαν τις νύχτες του Άργους.
Κι αγανακτούσαν βέβαια οι σωστοί οικογενειάρχες
κι οι δάσκαλοι των κατηχητικών και οι γερόντισσες
που άναβαν το καντήλι κάθε βράδυ –
πράγματα ήταν τούτα, να μένει ξάγρυπνη η πολιτεία η ιερή
να ακούει τα ανόσια σμιξίματα;
Μα πού να το τολμήσουν να πούνε οτιδήποτε,
ποιος να τα βάλει με την πρώτη ιέρεια της θεάς,
ποιος στους Κλέοβι και Βίτωνα να κουνηθεί
που στους αγώνες λυγούσανε τους αντιπάλους
τον ένανε μετά τον άλλον σαν τα στάχια·
και σαν φέρναν ταύρους και δαμάλια κι άγρια άλογα
αυτοί τα γονάτιζαν με το ένα το χέρι –
στα σίγουρα η μάνα τους η μάγισσα τους έδινε φίλτρα,
πώς αλλιώς;
Κι έξαφνα, να σου που οι δυο οι γίγαντες
βαρέθηκαν το μονότονο Άργος,
βαρέθηκαν τις βέβαιες τις νίκες τους,
βαρέθηκαν κι αυτήν ακόμη την Κυδίππη
και θέλανε να φύγουν μακριά,
να πάνε εκεί όπου η νύχτα μυρίζει
ιδρώτα άγνωστων κορμιών κι ηδονική αβεβαιότητα.
Για κάμποσο τριβέλισε τον νου τους η ιδέα –
κάποτε το αποφάσισαν, όρισαν και τη μέρα της φυγής·
και την προηγουμένη πήγαν και το είπαν κατακούτελα στη μάνα
καθώς δεν ταίριαζε σε άντρες σαν κι αυτούς
να φεύγουν μουλωχτοί μες στο σκοτάδι
Στη στιγμή τους ζύγιασε με τα μάτια η Κυδίππη –
μπορούσε να βάλει τα κλάματα ή να λιποθυμήσει,
να απειλήσει πως μόλις φύγουν θα σκοτωθεί
ή να δοκιμάσει να τους λαγγέψει για μια φορά ακόμη
με την άφταστη την ομορφιά της.
Μα ήξερε καλά τους γιους τους,
το είδε καθαρά στα βλέμματά τους –
θα έφευγαν· δεν το μπορούσε να τους κρατήσει.
Τότε αποσύρθηκε στο δώμα της για λίγο
και γύρισε φορώντας τον ιερατικό μανδύα της τον μαύρο,
εκείνον που 'χε κεντημένη πανωθέ του
τη σαρκοφάγο λέαινα τη Νύχτα,
έβαλε το διάδημα της Ήρας στα μαλλιά,
το κοσμημένο με τα πράσινα πετράδια –
τα Δάκρυα του Λυκόφωτος, έτσι τα λέγαν.
Και στολισμένη ζύγωσε τους δύο γιους της,
τους χάιδεψε τα μάγουλα, τους κοίταξε με πυρωμένα μάτια:
«Μια τελευταία χάρη σας ζητώ,
μια τελευταία χάρη μοναχά –
αν δικαιούμαι να ζητώ ακόμη.
Την ιερή βοϊδάμαξα θέλω να ζευτείτε
και σεις να μ' ανεβάσετε επάνω στον Ναό,
εδώ και τώρα, την αποψινή βραδιά…
Έτσι το θέλω από σας –
ως αποχαιρετισμό του έρωτά μας.»
Διόλου δεν δίστασαν ο Κλέοβις και ο Βίτων·
περίμεναν τα τρισχειρότερα: υστερίες, ικεσίες και κατάρες...
Και να που η μητέρα αποδέχτηκε μεμιάς τη βούλησή τους,
μια χάρη μονάχα ζήταγε – θα της την κάναν:
θα σέρνανε την άμαξα σαράντα στάδια στην ανηφόρα –
τι ήσανε γι' αυτούς σαράντα στάδια;
Και τη ζευτήκανε τη βοϊδάμαξα
και τη σύρανε τα σαράντα στάδια
και την ανεβάσανε τη μάνα τους επάνω στον Ναό.
Είχε χαθεί το σούρουπο σαν έφτασαν,
κατάκοποι απ' την ανάβαση, μούσκεμα στον ιδρώτα,
μα συνάμα χαρούμενοι που απ' την επομένη
θ' άρχιζαν την καινούργια τους ζωή.
Τους σκούπισε τους ιδρώτες η Κυδίππη,
τους έπλυνε στη στέρνα της θεάς,
τους έδωσε χιτώνες καθαρούς.
«Κοιμηθείτε», τους είπε,
«κι εγώ θα προσευχηθώ στην Ήρα
για την ευτυχία ολονών μας...»
Έπεσαν κατάκοποι οι δυο οι νέοι –
τι να πονηρευτούν οι καψεροί,
ετούτων το μυαλό κιόλας ταξίδευε
στους δρόμους της Αθήνας,
στην Αγορά, στα γυμναστήρια
και στις νυχτερινές τις μυρωδιές...
Και μόλις κοιμήθηκαν βαθιά,
πάει η οχιά και τους σταλάζει πάνω στα χείλη το φαρμάκι –
αυτή η ίδια η μάνα στα παιδιά της–
ήταν φαρμάκι τρομερό απ' τη Φρυγία
που παίρνει την ψυχή μεμιάς,
δώρημα στον Ναό από παλιά.
Έτσι η Κυδίππη:
τα φαρμάκωσε τα δυο τα παλικάρια.
Και μόλις ήρθε το ξημέρωμα
τα 'ριξε όλα στη βοϊδομάτα την Ήρα·
πως τάχα θάμαξε η θεά
τόση αγάπη γιων προς τη μητέρα,
που έκανε τον ύπνο τους αιώνιο –
και άλλα τέτοια.
Κι όλοι τα αποδέχτηκαν τα λόγια της μητέρας,
μεμιάς οι γλύπτες άρχισαν να σμιλεύουν τα αγάλματα
κι οι ποιητές σκάρωσαν κιόλας τα τραγούδια
για τον ευτυχισμένο θάνατο των δυο τους.
Μα στο μουγγό το Άργος όλοι το γνώριζαν
τι έγινε στ' αλήθεια με τον Κλεόβι και τον Βίτωνα,
ποιος και γιατί τα φόνεψε τα δυο αδέλφια.