Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
28
Φιλότεχνος νέος, Βενετός, στη Φλωρεντία
Ήρθε από τη Βενετία μόνο και μόνο για να βρει τον Μποτιτσέλι·
αυτός δεν ήτανε κολλημένος σαν τους άλλους Βενετούς,
που λογάριαζαν για τρανούς ζωγράφους
τους Μπελίνι και τους Καρπάτσιο και τους λοιπούς.
Εκείνος από έφηβος, από παιδί σχεδόν,
άκουγε για τον υπέροχο τον Φλωρεντινό
που ζωγράφισε την Αφροδίτη ολόγυμνη στον αφρό της θαλάσσης,
τον Ζέφυρο να ορμάει στη Χλωρίδα,
την Άνοιξη, τις Νύμφες, τα Μήλα των Εσπερίδων
και το Θείος Βρέφος, άκουσον άκουσον ο αθεόφοβος,
να κρατάει ένα μισοδαγκωμένο ρόδι, γιομάτο αίμα.
Με τα πολλά, λοιπόν,
το 'βαλε της ζωής του σκοπό
να πάει στην πόλη του Άρνου
και να τον βρει εκείνον τον Αλέξανδρο
και να του παραγγείλει ζωγραφιές:
Το σμίξιμο της Ευρυδίκης και του Πλούτωνα,
το σμίξιμο της Αγαύης με τον Πενθέα,
και βέβαια, το σμίξιμο του Οιδίποδα με τη Σφίγγα –
και να τα πάρει και να τα βάλει
πλάι πλάι στο Παλάτσο Ντουκάλε,
(το Συμβούλιο δεν θα αρνιότανε την προσφορά)
να δουν οι Βενετοί τι θα πει ερεθισμένο σώμα,
να αφήσουν κατά μέρος τις προσευχές και τα Dies Irae
και τα λιβάνια και τα κεριά –
γιατί τελευταία είχε φλομώσει και η Γαληνοτάτη από δαύτα…
Σύντομα ήρθε η ώρα:
φούσκωσε το πουγκί του με φλουριά,
(καλά να ήταν το εμπόριο του πατέρα
με τα μπαχάρια της Συρίας)
και το ανήγγειλε στους ομοίους του τους φιλότεχνους:
«Φεύγω ταξίδι στη Φλωρεντία, πόσο θα λείψω δεν το ξέρω,
μα θα γυρίσω φέρνοντάς σας έκπληξη μεγάλη·
πιστέψτε με, η Βενετία θα γεμίσει θαύματα
και θα ξεχάσει τα σκιάχτρα του φόβου
μπροστά στην τόση ομορφιά».
Κι έτσι έφτασε στην πόλη του μεγάλου Τζιότο
εκείνον τον Αύγουστο του χίλια πεντακόσια οχτώ –
κι έβραζε ο Άρνος από τον καύσωνα·
ευθύς άρχισε να τον γυρεύει τον Μποτιτσέλι.
Παραξενεύτηκε από τη σιωπή, κανείς δεν μιλούσε για δαύτον,
όλοι γνοιάζονταν για τον Λεονάρντο και τον Μπουοναρότι
κι ακόμη περισσότερο για τον αγγελικό Ραφαήλ Σάντι –
κι ας είχανε ρίξει και οι τρεις μαύρη πέτρα στη Φιρέντζα.
Με τα πολλά, ωστόσο, έμαθε αυτά που έπρεπε
(πάντοτε, άμα ανοίγεις το πουγκί, μαθαίνεις).
Ο Μποτιτσέλι ζούσε σε ένα δώμα βρομερό,
στις κάτω γειτονιές, εκεί είχε ξεπέσει,
και οι παλιές οι συντροφιές είχαν χαθεί·
τη μέρα έμενε μέσα και κοιμόταν,
τα βράδια έβγαινε πριν απ' το σούρουπο
και γύρναγε με το ξημέρωμα παραπατώντας.
Τι να λέμε, απ' τον καιρό του Σαβοναρόλα τρελάθηκε,
μέχρι και πίνακές του είχε ρίξει στις φωτιές του Καλόγερου –
και μετά που κάηκε κι ο ίδιος ο Καλόγερος
σταμάτησε σιγά σιγά να ζωγραφίζει
(κόπηκαν βέβαια και οι παραγγελίες – πώς αλλιώς;)
μονάχα γυρνούσε τις νύχτες κι έκανε πράξεις ακαταλόγιστες·
ένα βράδυ λένε πως κόπρισε στις σκάλες της Σινιορίας.
Δεν απογοητεύτηκε από αυτά ο νεαρός φιλότεχνος –
ίσα ίσα, φούντωσαν κι άλλο οι ελπίδες του·
τον πλήγωσαν οι απαίσιοι Φλωρεντινοί, είπε μέσα του,
τον πλήγωσαν με τη φριχτή αχαριστία τους·
εγώ θα τον βρώ και θα τον πάρω στη Βενετία
να φτιάσει τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ιστορίας,
να τον τιμήσει το Συμβούλιο και ολάκερη η πόλη
να ξαναγίνει ο δοξασμένος Δάσκαλος, όπως του πρέπει.
Κι έτσι πήγε στις κάτω γειτονιές
και παραμόνεψε έξω απ' το δώμα του μέχρι το σούρουπο.
Κάποτε βγήκε ένας γέρος παραμορφωμένος από το πάχος,
ντυμένος με λιγδερά κουρέλια,
πρόσωπο άτριχο γεμάτο λίπος,
περπατούσε παραπατώντας.
«Δάσκαλε» του φώναξε κι εκείνος κοντοστάθηκε,
τον κοίταξε με βλέμμα θολό,
σαν να κοιτούσε κάπου ακαθόριστα.
Ο νέος μας, βέβαια, δεν έχασε την ευκαιρία:
Άρχισε να του μιλά, να του λέγει επαίνους,
πως οι εικόνες του ήτανε η τελείωση του ανθρώπου,
η δόξα της ζωγραφικής, πως τον ελάτρευαν στη Βενετία,
πως θα 'σαν αρκετοί τρεις πίνακές του
στο Παλάτσο Ντουκάλε κι αμέσως θα άλλαζε ο ρους της τέχνης –
θα αποθεώνονταν μες στους αιώνες
κι από λεφτά θα πληρωνόταν όσο όσο.
Τού 'πε και για τα θέματα, για τις Ευρυδίκες
και τις Αγαύες και τους Οιδίποδες,
κι έπειτα κι άλλες κολακείες κι άλλες –
μέχρι που κάποτε σταμάτησε
και περίμενε την απάντηση του άλλου.
Τον κοίταξε με τα θολά του μάτια ο Μποτιτσέλι,
κι έπειτα του 'πε, σχεδόν ψιθυριστά,
«άσε τους Οιδίποδες στην άκρη,
να δούμε τι θα κάνουμε με το δικό μας κρέας» –
και στη στιγμή του χύμηξε να του χουφτιάσει την ψωλή.
Ευθύς αμέσως πισωπάτησε ο Βενετός φιλότεχνος,
σχεδόν αντανακλαστικά τον έσπρωξε τον Δάσκαλο,
κι εκείνος σωριάστηκε καταγής – ένας σάρκινος μπόγος.
Χρειάστηκε προσπάθεια για να σηκωθεί στα πόδια του·
το βλέμμα του παρέμενε θολό,
κι έπειτα σήκωσε ελαφριά το πόδι του,
άφησε μια βροντερή κλανιά
κι έκανε μεταβολή και έφυγε.
Ήταν τρελός – αμφιβολία δεν χωρούσε
Έτσι ζεματισμένος έφυγε από τη Φλωρεντία
εκείνος ο φιλόδοξος ο νεαρός φιλότεχνος
και γύρισε στη Γαληνοτάτη με την ουρά στα σκέλια·
κι ούτε που μίλησε σε κανέναν για τη συνάντησή του,
ούτε βεβαια για το σχέδιό του το ναυαγισμένο.
Με τον καιρό έπαψε το ενδιαφέρον του το καλλιτεχνικό·
όλο και περισσότερο ασχολιόταν με τα μπαχάρια της Συρίας.
Και βέβαια δεν ξανάκουσε για κείνονε τον Μποτιτσέλι
που πέθανε ολομόναχος, στο άθλιο δώμα του,
στις κάτω γειτονιές της Φλωρεντίας –
τον βρήκανε οι γείτονες από τη μυρωδιά
τον Μάιο του χίλια πεντακόσια δέκα.