Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
44
Σύντομη συνάντηση
(συνήθως λένε πως την τελευταία στιγμή έσφαξαν μιαν ελαφίνα)
Δεν με ταΐσατε καλά,
αρχόντισσες και άρχοντες,
και νου δεν έχω να σκεφτώ
να σας ευχαριστήσω με κάτι το πρωτάκουστο.
Μια ιστορία θα σας πω απ' τις παλιές
κάπως λιγότερο ελκυστική απ' όσο τη θυμάστε–
πιθανώς κι αηδιαστική
για το ευαίσθητό σας το στομάχι.
Μια μέρα, λοιπόν, έναν βαρύ χειμώνα,
(τότε που οι φτωχοί ψοφούσαν απ' το κρύο –
όπως ψοφούν και τώρα, ξέρετε σεις)
μιάνα βασίλισσα τρύπησε το δάχτυλό της με το βελόνι,
μιάνα σταγόνα κύλησε στο χιόνι,
κι έτσι γεννήθηκε η Χιονάτη.
Τα υπόλοιπα μέσες άκρες θα τα 'χετε ακούσει:
Η καλή βασίλισσα πέθανε κι ήρθε η κακή μητριά
(ως γνωστόν, έτσι γίνεται)·
Ένας καθρέφτης τάχα μίλαγε
κι έλεγε της μητριάς για την ομορφιά της·
ώσπου κάποτε άφησε στην άκρη τη μητριά
και μίλησε για της Χιονάτης το ροδαλό δέρμα.
Κι έστειλε τον υπηρέτη της η μητριά
με τη γνωστή διαταγή,
βρες την, ξερίζωσέ της την καρδιά και φέρ' τη μου
(έτσι δίνονται οι σωστές διαταγές).
Μα ο υπηρέτης ήσαν ψυχοπονιάρης δολοφόνος:
κρίμας να τη σκοτώσω την πανέμορφη Χιονάτη, σκέφτηκε.
Κάπου στο ρυάκι πέτυχε μιαν άλλη κοπελιά,
μιαν άσχημη κι ασήμαντη χωριάτισσα,
δεν ήξερε το όνομά της κι ούτε το έμαθε
(κι ας πούμε πως την έλεγαν Άννα ή Μαρία ή Φατμέ – σε νοιάζει;
τι θαρρείς να υπάρχει μέσα σε ένα όνομα;).
Τη ζύγωσε αμίλητος, την έσφαξε στο γόνατο,
κατόπιν της ξερίζωσε την καρδιά
και την πήγε στην κακιά μητριά.
Κι έτσι η Χιονάτη πήγε στους νάνους,
όλα προχώρησαν σωστά,
κορδέλες, χτένια, κόκκινα μήλα,
γυάλινα φέρετρα, πρίγκιπες, σπασμένοι καθρέφτες,
στο τέλος όλοι αλληλοσυγχωρέθηκαν
κι έζησαν καλά (εκτός από εκείνους που πεινούσαν
και ψόφαγαν από το κρύο – μην επαναλαμβανόμαστε).
Και το κουφάρι του κοριτσιού σε κείνο το ρυάκι
(κι ας πούμε πως την έλεγαν Άννα ή Μαρία ή Φατμέ – πόσο σε νοιάζει;)
το φάγανε τα τσακάλια και τα κοράκια –
τα όρνια, τέλος πάντων, που τρώνε πτώματα.