Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
42
Ο Γαβριάς έξω
Στ' αλήθεια σάστισαν οι στρατιώτες
που σάλταρε έξω από το οδόφραγμα
εκείνος ο Γαβριάς για να μαζέψει σφαίρες
κι άρχισε να τραγουδά εκείνο το τραγουδάκι
για τον Βολταίρο και για τον Ρουσό,
και να χορεύει πέρα δώθε
πηδώντας ανάμεσα στις τουφεκιές.
Όχι πως είχαν πρόβλημα να σκοτώσουνε ένα παιδί
(οι περισσότεροι είχανε σφάξει
κόσμο και κοσμάκη στους πολέμους)
μα το έκαναν χάζι το αλητάκι.
Σταμάτησαν τις τουφεκιές και μείνανε να τον βλέπουν
πότε να γέρνει στο ένα πόδι πότε στο άλλο,
να μιμείται το πήδημα της γάτας,
το βάδισμα της χήνας, το πέταγμα του σπουργιτιού –
θαρρείς και έπαιζε το νούμερό του.
Α, ήτανε μεγάλη μάρκα ο μικρός·
μπορεί μια μέρα να γινότανε κλόουν
ή κονφερασιέ σε καμπαρέ
ή θεατρίνος διάσημος –
θα διαβάζανε για δαύτονε στις εφημερίδες
και θα λέγανε στα εγγόνια τους
«αυτός, που λες, υπάρχει επειδή το θέλησα εγώ,
ένα χαμίνι ήσαν που έτρεχε στα οδοφράγματα,
μα τώρα, δες τον, συμμορφώθηκε και δίνει παραστάσεις
για το Ταμείο των Απομάχων, για τον Χορό των Ρόδων,
για τους Αρραβώνες του Διαδόχου...»
Ώσπου κάποια στιγμή,
κάτι σαν να κατάλαβε εκείνος ο Γαβριάς,
σαν να του κακοφάνηκε
που είχαν κοπάσει οι πυροβολισμοί.
Σταμάτησε τους πήδους, στάθηκε απέναντί τους,
χούφτιασε τα αχαμνά του
και τους φώναξε:
«Αχ τι καλά που σας γαμώ
τις κόρες και τις γυναίκες σας,
αστοί και αστυνόμοι και φαντάροι,
Τώρα θα με κάνετε κόσκινο με τις σφαίρες σας,
μα αύριο οι γιοι σας θα έχουν στα μάτια τους
κάτι από το κοκκινάδι του αίματός μου.»
Τον πυροβόλησαν ίσαμε τριάντα μαζί·
τον έκαναν στ' αλήθεια κόσκινο –
έπεσε καταγής, ένα ματωμένο κομμάτι κρέας.
Εντάξει, ήταν καλός για κλόουν,
ή για κονφερασιέ σε καμπαρέ,
μα όχι να βάζει στο βρομόστομά του
τις κόρες μας και τις γυναίκες μας
το παράσιτο, το άθλιο χαμίνι.