Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
25
Ο αναπνευστήρας του Σίμωνα
(κανένας τάφος δεν ανοίγει πριν την ώρα του)
Κατέφταναν μιλιούνια οι περίεργοι,
γέμισαν όλη την πλαγιά με τις σκηνές και τα τσαντίρια τους
να δουν το υπερθέαμα –
το μεγαλύτερο θαύμα της ανθρώπινης ιστορίας.
Ο Σίμωνας, ο Μέγας Μάγος, ο Άγιος Θεός
θα ανασταίνονταν μπροστά σ' όλο τον κόσμο·
ναι, θα έβγαινε μέσα από τον τάφο του μετά από ημέρες τρεις
και θα στεκόταν όρθιος και θα περπατούσε και θα ευλογούσε τα πλήθη.
Κι ο Σίμωνας – αχ, ο Σίμωνας:
περιμένει καθισμένος ανακούρκουδα μες στο σκοτάδι,
να του χτυπήσουνε οι μαθητές του συνθηματικά την πλάκα,
σημάδι πως συμπληρώθηκε το τριήμερο.
Και τότε θα δώσει μια κλοτσιά στη μαρμαρόπλακα
–είναι βαλμένη έτσι που θα πέσει με την πρώτη–
και θα αρχίσει την παράσταση.
Κι ας είναι αποπνικτικά και απαίσια μέσα στον τάφο·
διόλου δεν τον πειράζει τον Μάγο μας η ταλαιπωρία:
αύριο θα γίνει ο πιο δοξασμένος άνθρωπος όλων των εποχών.
Στην αρχή ήταν να κάνει το κόλπο του Ναζωραίου –
σιγά το κόλπο, εδώ που τα λέμε,
μονάχα μια ταφόπετρα που είχε μετακινηθεί μέσα στη νύχτα,
σπουδαία τα λάχανα, ένας ψωμωμένος άντρας την κουνάει·
κι ύστερα έλα μου εσύ ν' ακούσεις παραμύθια
για μιάνα φαντασιόπληκτη γυναικούλα
και για έναν κηπουρό. Και μάρτυρας κανείς – μονάχα λόγια.
Α, σαν είναι έτσι να γίνεσαι Θεός, ξερώ κι εγώ…
Το σχέδιο ετοιμάστηκε, λοιπόν:
ο Σίμωνας θα πέθαινε –λέμε τώρα– από κάποιον πυρετό·
δυο μέρες θα τον γυρνούσανε σε πόλεις και χωριά
να τον δει καλά ο κόσμος πεθαμένο –
βοτάνια κι αν υπάρχουνε που φέρνουνε τη νεκρική χλομάδα.
Και κατόπιν θα τον θάβανε σε κάποιον λόφο
(κανένας δεν θα 'ξερε το πού)
την τρίτη νύχτα θα κουνιότανε η πλάκα (φυσικά)
κι έπειτα να τος, ο αναστημένος Σίμωνας,
να μπαίνει στα χωριά στεφανωμένος
και ροδομάγουλος, φράπα που λέμε.
Και πάνω που όλα είχανε φτιαχτεί,
του μπήκανε του Μάγου τα διαβόλια:
φτηνή απομίμηση του φάνηκε το σχέδιο,
φτηνό και το σενάριο με τον άγνωστο λόφο.
Όχι, ο Σίμωνας, ο Άγιος Θεός, θα θάβονταν
και θα ανασταίνονταν μπροστά σε όλον τον λαό του·
όχι όπως ο άλλος, που κανένας δεν τον είδε
και μείναμε με τα λόγια των μαθητών…
Και μια και δυο αλλάζει το σχέδιο,
και βάζει να του ετοιμάσουν τάφο στην κοιλάδα,
και παραγγέλνει αναπνευστήρα καμωμένον από έντερο γουρουνιού.
Κι αρχίζουν οι δικοί του να το ντελαλούνε
πως ο Σίμωνας θα πεθάνει και θα ταφεί και θα αναστηθεί
μέρα μεσημέρι στην κοιλάδα·
όποιος θέλει να το δει, ας κοπιάσει,
για να πάψουνε τα λόγια κι οι συγκρίσεις
και να μεριάσουν, επιτέλους, οι αιώνες στο πέρασμά Του.
Έτσι στήθηκε η ιστορία,
έτσι μαζεύτηκαν κι οι χιλιάδες στην κοιλάδα,
και με τα ίδια τους τα μάτια τον είδανε
να χλωμιάζει, να πεθαίνει και να θάβεται.
Και βέβαια, όλοι έμειναν εκεί, να περιμένουν το τριήμερο,
να δούνε αν θα γινότανε το μέγα θαύμα.
Κι ο Σίμωνας, κλεισμένος στον τάφο,
με τον γουρουνίσιο τον αναπνευστήρα στο στόμα,
δώσ' του να παίρνει βαθιές ανάσες,
και δώσ' του να ονειρεύεται
μητροπολιτικούς ναούς και αγάλματα και τρούλους
και τέτοια μεγαλεία.
Μα την τελευταία τη βραδιά, πριν από το ξημέρωμα της τρίτης,
κάποιος από τους πιστούς τούς μαθητές του,
πού είχε βαρεθεί την έπαρση και τη μονοφαγία του Μάγου
(μόνο η μούρη του τον ένοιαζε, δεκάρα δεν έδινε για τους άλλους),
πάει και βρίσκει τους Χριστιανούς
(ήσαν κάμποσοι από αυτούς στην κοιλάδα, σφόδρα ανήσυχοι)
και τους ξερνάει το σχέδιο του δασκάλου του.
Και τους λέει πως, αν τον κάνουνε ιερέα στην κοινότητά τους
και πούνε πως για το πρόσωπό του τους έδωσε σημάδια ο Ιησούς,
εκείνος θα τους δείξει από πού βγαίνει, μέσα από τη γη,
του Σίμωνα ο ζωογόνος αναπνευστήρας.
Και βέβαια οι Χριστιανοί τον καλοπιάνουν
και του τάζουν τα όσα ζητά κι άλλα τόσα
(μέχρι πως θα τον κάνουνε Επίσκοπο, του είπανε,
μέχρι που θα τον βάλουν στους Αγίους· τζάμπα είναι τα λόγια).
Γυάλισε το μάτι του προδότη μαθητή –
δίψαγε τόσο ο θλιβερός για λίγη προσοχή
κι είναι μανούλες οι Χριστιανοί σε δαύτα.
Κι έτσι με φουσκωμένα τα μυαλά
μια και δυο πηγαίνει εκεί που εκβάλλει ο αναπνευστήρας
(πού να τον υποψιαστούνε οι άλλοι οι μαθητές;)
Και τάχα στο τυχαίο σκύβει και ανάμεσα από τον θάμνο
πιάνει την κρυμμένη άκρη και τη δένει κόμπο,
όπως κάμουν οι μαμές όταν γεννιούνται τα μωρά.
Έτσι έσκασε ο Σίμωνας μέσα στον τάφο·
τζάμπα του χτύπησαν το σύνθημα το μεσημέρι της επομένης
οι άλλοι μαθητές (ο δικός μας είχε γίνει μπουχός).
Κι όταν δεν πήρανε απόκριση σπρώξαν την πέτρα
και βρήκανε νεκρό τον Μέγα Μάγο,
με την απαίσια την αγωνία του πνιγμού
στο πρόσωπο ζωγραφισμένη.
Και η ανάσταση της τρίτης μέρας; – πάπαλα·
γι' άλλον μέλλονταν οι δόξες και οι ναοί και οι τρούλοι,
τι τα θες, γι' άλλον θα μεριάσουν οι αιώνες.
Άδειασε μεμιάς η πεδιάδα: φεύγοντας τα μιλιούνια
έβριζαν χυδαία για τις τρεις χαμένες τους ημέρες·
διόλου λύπη δεν έδειξαν για τον πεθαμένο –
είναι σκληρό και άγριο το πλήθος σαν το γελάσεις.
Και χαιρόντουσαν βέβαια οι Χριστιανοί για όλα αυτά
και φρόντισαν να τα διαδόσουνε παντού,
πως πήγε να τους κάνει κολπέτα ο Σίμωνας, ο ψευτόθεος,
μα τον συνέτριψε η Αλήθεια του Κυρίου.