Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
13
Η Αθανασία της Ψυχής
Σαν πέθανε ο Μάριος από τη Θήβα,
νεοπλατωνικός φιλόσοφος των Αθηνών,
και οπαδός ακραιφνής της Αιώνιας Ψυχής
πήγε στα Ηλύσια τα Πεδία
ή στων Μακάρων τα Νησιά ή, έστω, στον Παράδεισο,
(κάπου θα πήγε, τέλος πάντων).
Κι εκεί, σαν βρέθηκε ανάμεσα στα σύννεφα,
μέσα στης αιωνιότητας τ' απέραντο λιβάδι,
άρχισε γεμάτος αδημονία να ψάχνει
τον μέγιστο των φιλοσόφων, τον θείο Πλάτωνα...
Και βέβαια μονομιάς προσπέρασε
τόσα και τόσα ινδάλματα άλλοτε ζώντων
που κάθονταν στα σύννεφα και συζητούσαν.
Να καθίσει μαζί τους ούτε λόγος – μονάχα τους ρωτούσε βιαστικά
μην είχανε δει τον Δάσκαλο...
Κι όλοι σηκώνανε τους ώμους –
τον Πλάτωνα, όχι δεν τον είχανε δει,
ποιος ξέρει πού να βρισκότανε;
Μα δεν τα παράταγε ο Μάριος από τη Θήβα.
Γεμάτος οίστρο συνέχισε την αναζήτησή του
για μέρες, για εβδομάδες, για χρόνια· τι τον ένοιαζε; –
σάμπως μετράει ο χρόνος σε κείνα τα μέρη;
Κι όπως συμβαίνει μερικές φορές (μα όχι πάντοτε),
όταν γυρεύεις κάτι, το βρίσκεις.
Έτσι κι ο Μάριος: κάποτε σε ένα σύννεφο ξεμοναχιασμένο
κάμποσα χρόνια δρόμο από την πόρτα τα' ουρανού,
βρήκε τον Πλάτωνα να είναι ξαπλωμένος με κλειστά τα μάτια
διαλογιζόμενος το δίχως άλλο
(καθώς, ως γνωστόν, δεν υπάρχει ύπνος μετά τον θάνατο).
Και διόλου δεν μπορούσε πια να κρατηθεί ο Μάριος:
«Ω Δάσκαλε, σε βρίσκω· το 'ξερα πως όλα θα είναι έτσι,
γεμάτα με τη γαλήνη της Αγαθότητας των Ιδεών...
Εδώ θα μπορούμε να συζητάμε για μιαν αιωνιότητα
για το Χρέος της Διάνοιας, για την Πόλη του Θεού, τους Νόμους
και, προπαντός, για την Αθανασία της Ψυχής».
Θαρρείς ν' αγουροξύπνησε, σηκώθηκε ο διαλογισμένος,
έκπληκτος από την ένταση και τον ενθουσιασμό εκείνου του Μάριου:
«Όχι, καλέ μου αδελφέ, δεν είμαι ο θείος Πλάτων –
το ξέρω, μοιάζει πολύ με δαύτονε το ίνδαλμά μου
μα εγώ ήμουν ένας σιδηρουργός από τη Μίλητο,
έζησα και πέθανα τριάντα Ολυμπιάδες πιο μπροστά...
Κι όσο για τον μέγιστο τον Δάσκαλο
λένε πως βρίσκεται σ' έναν λόφο στην άκρη τ' ουρανού,
χίλια χρόνια δρόμο μακριά από εδώ,
στο πλάι του Θεού...»
Τέτοια ο Πλάτων· ήξερε πια
τι κακός μπελάς ήσαν αυτοί οι νεοπλατωνικοί
και πώς κολλούσαν πάνω σου σαν βδέλλα.
Α, μακριά – ας πήγαιναν να βρούνε λόφους στην άκρη τ' ουρανού·
ειδάλλως θα σε άρχιζαν με τις Αείζωες Ιδέες
και με το Άχρονο Επέκεινα – φρίκη...
Κι άμα τους έλεγες πως η Αθανασία της Ψυχής
ήτανε μια μπαρμπουτσαλιά,
ένα τρικάκι για ξεκάρφωμα πριν από το θεσπέσιο το όργιο,
πάλευαν να σε πείσουν οι καψεροί.