Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
5
 
 
Το Χάλκινο Φίδι
 
 
 
και απέστειλε Κύριος εις τον λαόν τους όφεις τους θανατούντας και έδακνον τον λαόν
 
Αριθμοί 21, 6
 
 
         Σαν έβγαλε τον κόσμο απ' την Αίγυπτο ο Μωυσής,
         και παρουσίασε τις Δέκα Εντολές
         (γκρέμισε κι απ' το βάθρο το χρυσό μοσχάρι,
         τις ολέθριες ηλιθιότητες του Ααρών)
         άρχισε να βαδίζει το λαό του στο μαντρί,
         το έλεγε  Γ η  τ η ς  Ε π α γ γ ε λ ί α ς.
         Τι τα θέλεις – από μαντρί σε μαντρί,
         απ' την σκλαβιά του Φαραώ
         στη σκλαβιά του Θεού.
 
         Μα κάποτε εν τη οδώ,
         αγανάκτησε ο λαός·
         βλέπεις, δεν είχανε νερό, δεν είχανε να φάνε,
         ψόφαγαν ο ένας μετά τον άλλον από την πείνα και τη δίψα…
         Κι άρχισαν, βέβαια, να βγάζουνε γλώσσα στον Μωυσή:
         «Από την έρημο μας έφερες σε έρημο,
         από δυστυχία σε δυστυχία,
         μια ψευτιά είναι ο Θεός σου,
         μια ψευτιά κι η Γη της Επαγγελίας σου».
 
         Και ο Θεός που έβλεπε (τα πάντα τα βλέπει ο Θεός),
         ευθύς το σακουλεύτηκε πως θα γινότανε ζημιές –
         ξέρει ο Θεός πότε είναι να γίνουν οι ζημιές.
         Κι έστειλε, βέβαια, τους αγγέλους του να δαγκώσουν έναν από κάθε φαμίλια,
         να τον ψοφήσουνε πατ-κιουτ,
         μόνο με θάνατο ξυμορφώνονται οι άνθρωποι –
         ξέρει ο Θεός…
 
         Κι έπειτα πήρε παράμερα τον Μωυσή,
         και τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε.
         Κατόπιν ο Μωυσής κάλεσεν τον λαό του
         και γύρεψε να του δώσουνε τα χάλκινα
         και τα μπακίρια που κουβαλούσανε από την Αίγυπτο
         (τα χρυσάφια τους τα είχε πάρει ο πανύβλαξ ο Ααρών…)
 
         Και τα 'λιωσε, λοιπόν, κι έφτιαξε το Χάλκινο το Φίδι –
         τάχα πως φίδια ήσαν που τους δάγκωσαν και τους ψόφησαν,
         κι ας μην είχε δει κανένας φίδια να δαγκώνουν τους δικούς του
         κι ας είχανε ακούσει καθαρά τα φτερουγίσματα....
         Μα τι τα θες τα λόγια; – το 'φτιαξε το είδωλο ο Μωυσής
         και το 'στησε σε βάθρο πανύψηλο,
         για να το βλέπουν όλοι και να τρομάζουν και να σώζονται
         σαν ξεστρατίζει ο νους τους.
         Κι έβγαλε και διάτα: όταν πεινούνε και διψούνε
         να στρέφουνε το βλέμμα πάνω του και να θυμούνται
         πόσο μεγάλες αμαρτίες είναι η πείνα κι η δίψα τους...
         Κι άμα γκαβλώνουνε πάλι να το κοιτούνε –
         τι 'ναι φαρμάκι φιδιού οι πεθυμιές της σάρκας
         και σε στέλνουν μονομιάς στην Κόλαση
         (όποιος θέλει ρωτάει και την Εύα).
 
         Κι έτσι περάσανε τα χρόνια
         –να το πούμε σωστότερα: ο ι  α ι ώ ν ε ς –
         Κι οι άνθρωποι διδάχτηκαν στον φόβο των φιδιών
         (δ ι δ ά σ κ ο ν τ α ι  οι άνθρωποι, τι νόμισες)
         Και δώσ' του οι Μιχαήλ Άγγελοι κι οι Γκρέκο κι όλοι οι άλλοι
         να ζωγραφίζουνε τα φίδια
         που δαγκώνουν τους υβριστές ανθρώπους,
         και τα λοιπά, και τα λοιπά – τι να τα λέμε…
 
         Κι όποιος ονειρεύονταν πως ζύγωνε τα ζωντανά τα φίδια,
         πως αγκαλιάζονταν και έσμιγε μαζί τους,
         τον βάζανε να πει ήμαρτον, ο γαμιόλης
         να ζητήσει συγγνώμη, να κλάψει γοερά μετανιωμένος
         ειδάλλως τον περίμενε η Κόλαση με ανοιχτές αγκάλες.
 
         (Και, βέβαια,  πριν την Κόλαση, η εκτέλεση στη μέση της πλατείας,
         με τη στραγγάλη στον λαιμό –να μη ξοδεύουμε και σφαίρες–
         και το κορμί να μένει εκεί, κοκαλωμένο,
         να το βλέπει ο κόσμος και να γυρνά το βλέμμα.)