Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
4
Δίπους, τρίπους και τετράπους
(Κάμπο ντι Φιόρε, δεκαεφτά Φεβρουαρίου του χίλια εξακόσια)
Τον πήγαιναν σηκωτό τον Τζορντάνο Μπρούνο
για να τον κάψουνε στο Κάμπο ντι Φιόρε
και μαζεύτηκε κόσμος και ντουνιάς,
γέμισε η πλατεία κι οι γύρω δρόμοι.
Χαμός είχε γίνει με τούτονε τον Μπρούνο –
για εφτά χρόνια τον δικάζανε οι παπικοί
πέρασαν ντουζίνες καρδινάλιοι να τον ανακρίνουν
μα ζάφτι δεν τον κάνανε – ήταν σατανάς στα λόγια.
Κάποτε απόειδαν και βγάλανε απόφαση:
θάνατος δίχως αίμα – ήγουν: να καεί,
να γίνει στάχτη και καπνός,
να μην έχουν τίποτε δικό του, μήτε σώμα μήτε τάφο,
να λατρέψουνε οι βρομεροί αιρετικοί
(το ξέρανε που κάμποσοι δίνανε βάση στα λεγόμενά του).
Και, καλού-κακού, τον βγάλαν έξω με φίμωτρο στο στόμα –
δεν ήτανε να κάνεις αστεία με δαύτον:
μπορεί μιάνα στιγμή πριν να φουντώσει η φωτιά
να φτύσει τη σατανική του την κουβέντα
και να φέρει τούμπα τον κόσμο.
(Τα ίδια γίνονταν και στις δίκες:
μόνο και να 'βηχε ο Τζορντάνο, κρύος ιδρώτας έλουζε τους ιεροεξεταστές,
κι όταν του ανήγγειλαν τον θάνατο, εκείνος έκανε τον τσαγγό·
«εσείς φοβάστε τον θάνατό μου περισσότερο από μένα» είπε –
α, ούτε κουβέντα: φίμωτρο στον μαύρο τον αντίθεο τον σκύλο...)
Μα ένας λοχαγός –ένας ασήμαντος λοχαγίσκος απ' την Ούμβρια,
που κατά τύχη είχε μπει επικεφαλής της τοπικής φρουράς για την εκτέλεση–
θάρρεψε πώς ήτανε σπουδαίος και πώς μπορούσε
να βάλει τα γυαλιά στους τρομερούς καρδιναλίους,
να είναι αυτός που θα λυγίσει τον αλύγιστο Τζορντάνο,
να γράψει το όνομά του στη μεγάλη Ιστορία.
Τι να τα λέμε: τέτοια ευκαιρία μια στη ζωή σού δίνεται...
Και μια και δυο, έτσι όπως τον δέσανε τον Μπρούνο πάνω στα ξύλα,
αρπάζει ο ίδιος τη δάδα την αναμμένη,
ανεβαίνει εμπρός του και του λύνει το φίμωτρο –
και κρατά ο κόσμος την ανάσα του ν' ακούσει.
Και μονομιάς, βεβαια, του φώναξε να σταματήσει
ο Ιεροεξεταστής που επόπτευε τη θανάτωση,
μα ποιος τον σταματούσε τώρα τον λοχαγό μας:
«άσε τα σάλια, πάτερ, εδώ μιλάει ο στρατός»·
τώρα θα τους έδειχνε τους τράγους πώς γίνεται η δουλειά.
Κι έπειτα, σήκωσε την αναμμένη δάδα
(του το 'χε πει ο παππούς του στο χωριό,
μπροστά στη φλόγα λυγίζει ακόμη και το ατσάλι)
και με επίσημη δυνατή φωνή, να την ακούνε όλοι,
είπε του μελλοθάνατου του φιλοσόφου:
«Για τελευταία φορά σε ρωτούμε, Τζορντάνο,
πιστεύεις στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό –
πιστεύεις στον Θεό μας, άνθρωπέ μου;»
Χαμογέλασε πικρά τότε ο Μπρούνο,
στ' αλήθεια τον συμπόνεσε τον κακομοίρη –
άκου «για τελευταία φορά σε ρωτούμε»,
ο πληθυντικός της μεγολοπρεπείας του 'λειπε·
σαν το μυρμήγκι θα τον έλιωναν οι Ιεροεξαστές
που 'χε αψηφήσει τις εντολές τους.
Και με συγκατάβαση γύρεψε μια κουβέντα
κάπως διφορούμενη, κάπως ελαφριά,
μήπως και γλυτώσει το τομάρι του ο καψερός ο λοχαγός:
«Α, τον πιστεύω τον Θεό σας», του απάντησε,
«εφόσον είναι δίπους, τρίπους και τετράπους...».
Κι έπειτα σώπασε – νισάφι πια,
πόσο μπορούσε περισσότερο να βοηθήσει;
Μα τζάμπα πήγε η προσπάθεια:
δυο μισθοφόροι, σταλμένοι από τον έξαλλο Επόπτη
πήραν τη δάδα από τον αποσβολωμένο λοχαγό μας
και μονομιάς την πέταξαν στα ξύλα, να πάρουν μπρος οι φλόγες,
να πάψει επιτέλους το βρομόστομα του σκύλου.
Κι όταν η φωτιά θέριεψε για τα καλά,
ο Επόπτης έψαξε μιαν κούφια εξυπνάδα, να τη φωνάξει δυνατά
μήπως και κλέψει τις χαμένες εντυπώσεις:
«Για πες το μας, Τζορντάνο: τώρα τι είσαι; –
δίπους, τρίπους ή τετράπους;»
Δεν πήρε απάντηση·
σε λίγο η πλατεία μύρισε καμένη σάρκα.
(Τρεις μήνες υστερότερα
βρέθηκε με κομμένες φλέβες στο κελί του
ένας λοχαγός από την Ούμπρια –
τον πέταξαν σε λάκκο με ασβέστη,
κανείς δεν ρώτησε το πώς και το γιατί.)