Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
29
f.michelAN –
(ο Μικελάντζελο Μερίζι υπογράφει)
Τον καλοδέχτηκαν τον Καραβάτζιο οι Μαλτέζοι·
πλέον στο Ιερό Νησί των Ιπποτών θα ήσαν ασφαλής.
Τι να τα λέμε, ποιος απ' τους διώκτες του
θα τολμούσε να πατήσει στο κάστρο τους
και να αγγίξει προστατευόμενο του Τάγματος –
μαύρο φίδι που τον έφαγε…
Όχι πως κι ο δικός μας ήταν και το καλύτερο παιδί –
ο κόσμος κι ο ντουνιάς τον κυνηγούσε,
όλοι να του φυτέψουν ένα στιλέτο στην καρδιά:
Οι αόρατοι του Βατικανού, η αστυνομία της Ρώμης,
τα κοράκια του Κάμπο ντι Φιόρε,
οι αριστερόχειρες Ναπολιτάνοι,
α, κόντευε να χάσει τον λογαριασμό.
Φορώντας γυναικεία περούκα –συνηθισμένα τα βουνά–
το 'σκασε απ' τη Ρώμη, καταζητούμενος για φόνο…
Για δυο χρόνια γύρναγε από πόλη σε πόλη,
τις μέρες ζωγράφιζε, τις νύχτες έπιανε τα μαχαίρια –
ό,τι κάτσει…
Μα σαν αντίκρισε από μακριά το κάστρο της Βαλέτας
το 'ξερε πως εδώ τα πράγματα αλλάζουν.
Απ' το καράβι μονομιάς τον πήγανε γραμμή
στον Νικολό Μπατζιότο, τον γέρο σύμβουλο του Μάγιστρου,
(όλοι το 'λέγαν που αυτός, αν και παράλυτος,
κινούσε τα νήματα στο Τάγμα).
Και εκείνος του είπε τα δυο φωνήεντα που είχε να του πει
καθαρά, δίχως περιστροφές κι ήξεις αφήξεις.
«Κοίτα, Μικελάντζελο Μερίζι,
το τι κουμάσι είσαι ελεεινό το μιλάει ολάκερη η Ιταλία,
γι' αυτό μη χάνουμε καιρό με λόγια.
Εδώ θα ζωγραφίζεις αγέρωχα πορτρέτα, παραγγελιές και τα λοιπά,
και τη νύχτα θα κάθεσαι στα δώματά σου.
Αν στρέχεις, μένεις και περνάς ζάχαρη·
αν δεν στρέχεις, βουρ στην ακρογιαλιά
να φύγεις κολυμπώντας – γιατί οι Ιππότες
δεν είναι τα παιδάκια που γνώρισες ίσαμε τώρα.
Εγώ θα σε συμβούλευα να μείνεις·
στο νησί κανείς δεν θα αγγίξει μήτε τρίχα της κεφαλής σου –
κι αν ζωγραφίσεις το μισό απ' όσο ξέρεις
πες πως είσαι κιόλας Ιππότης, αυγομένος με δώρα,
τα περισσότερα θα 'ρθουν με τον καιρό.
Κι όποιο αγόρι το γουστάρεις,
θα το λες και θα σου το φέρνουν μυρωμένο στο κρεβάτι.
Μα πρόσεξέ με, κακομοίρη,
όποιονε θέλεις να τον κοιμηθείς, πρώτα θα ρωτάς·
γιατί, αν πλαγιάσεις με αλλουνού Ιππότη ερωμένο,
κομμάτι κομμάτι θα γυρίσεις, κακομοίρη μου, στη Ρώμη,
πεσκέσι για όσους σε γυρεύουνε…»
Τέτοια ο γερο-Μπατζιότο·
και, βέβαια, κουνούσε το κεφάλι ο Καραβάτζιο,
ναι, θα γινόταν τύπος και υπογραμμός, αυτό δα έλειπε,
το πιο καλό παιδί, σου λέω…
Θα κοιμόταν με τα κοκόρια, θα αφιερώνονταν στη θεία τέχνη του –
σάμπως τον έπαιρνε κι αλλιώς;
Κι εδώ που τα λέμε,
είχε κουραστεί κι αυτός με τόσο κυνηγητό
κάποτε ήθελε να αράξει σε μιαν άκρη –
ούτε συζήτηση, η Μάλτα ήταν η σωτηρία του.
Κι έτσι άρχισε τη νέα του ζωή.
Εν αρχή βέβαια το πορτρέτο του Μεγάλου Μάγιστρου
(ολόσωμο, στο φυσικό μέγεθος, με πανοπλίες, ράβδους
και φυσικά το γιουσουφάκι να του κρατά την περικεφαλαία)
κατόπιν και οι δευτερότριτοι, ο καθείς με τη σειρά του.
Ζαλίστηκαν οι Ιππότες από την τέχνη του·
μια και δυο τού παραγγέλνουν έναν αποκεφαλισμό του Βαφτιστή,
για τον Καθεδρικό Ναό του Τάγματος στη Βαλέτα.
Φυσικά ο δικός μας έδωσε ρέστα:
ζήτησε μουσαμά πέντε επί τρία –
του φέραν έναν ακόμη μεγαλύτερο,
κι ιδού, λοιπόν, εμπρός σου, ο αποκεφαλισμός,
ο φονιάς με το μαχαίρι, οι γυναίκες με τον δίσκο, οι θεατές,
το αίμα που πετιέται χοχλακιστό…
Βούιξε όλο το νησί: στον Άγιο Ιωάννη
ο μαχαιροβγάλτης ζωγράφιζε το θαύμα του αιώνα.
Αράδα πήγαιναν οι Ναΐτες για να δούνε
κι έφευγαν ζαλισμένοι – καλά τον λένε σατανά, μονολογούσαν…
Πριν καλά καλά τελέψει η ζωγραφιά, ο Μάγιστρος τον έχρισε Ιππότη,
του 'δωκε για δώρο περιδέραιο χρυσό και σκλάβους.
Και μιαν ημέρα του Αυγούστου, πάνω στα βερνικώματα,
να σου στον Ναό ο Ραφαήλ Ντορμούλης,
νεοφερμένος από την Κρήτη,
σταλμένος δώρο στον Μέγα Μάγιστρο από τους Δέκα της Βενετίας –
τον ξέρανε οι Βενετσιάνοι που ήταν μερακλής ο Βινιακούρ…
Δεν είχαν ματαδεί στη Μάλτα τέτοιαν ομορφιά:
σγουρά μαλλιά μέχρι τους ώμους, σάρκα μελαχρινή,
μάτια πράσινα διάφανα σαν του διαβόλου,
σωστός αρσενικοθήλυκος Γανυμήδης
που παραλόγισε κι αυτόν τον Δία…
Γύρω του ήταν οι μπιστικοί του Μάγιστρου,
μα άστραψαν τα μάτια, τρεμούλιασαν τα πιγούνια,
τα χείλη μισοσχημάτισαν αδιόρατα τις λέξεις –
τις γνωστές εκείνες συνθηματικές λέξεις των σωμάτων.
Και πλησιάζοντας ο Ντορμούλης στον μουσαμά
είπε κοιτώντας τον ζωγράφο μας κατάματα
«Μην είναι κάπως αραιό το αίμα του Βαφτιστή;» –
έτσι όπως το ακούς, ο αθεόφοβος,
κι ας ήταν ντιπ ανίδεος από ζωγραφική και χρώματα.
Σαν έφυγε ο νέος με την ακολουθία του απ' τον Ναό
δεν θέλησε καν να το σκεφτεί ο Καραβάτζιο,
στο διάολο έστειλε τις ορμήνειες του γερο-Μπατζιότο,
στο διάολο τη δοξασμένη ζωή του Ιππότη…
Θολωμένος, θαρρείς αφιονισμένος,
βούτηξε ένα πινέλο σε κόκκινη μπογιά
και κάτω από τον λαιμό του Βαφτιστή,
με γράμματα άτσαλα και βιαστικά,
έγραψε, για πρώτη του φορά σε ζωγραφιά, το όνομά του,
αλίμονο, να σχηματίζεται από το αίμα του σφαγμένου:
f.michelAN –
Πια, τα υπόλοιπα ήταν για να γίνουν:
το ίδιο βράδυ ο Καραβάτζιο πήγε στο δώμα του Ντορμούλη
(μέσα στο κάστρο, βέβαια, εκεί τον είχε εγκαταστήσει ο Βινιακούρ)·
παιχνίδι του ήτανε να μπει απ' το παράθυρο,
να τον πετύχει τάχα κοιμισμένο στο κρεβάτι του,
να σμίξουνε σαν δυο σκυλιά μέσα στην αυγουστιάτικη νυχτιά.
Για δυο μήνες κράτησε ο έρωτάς τους·
ώσπου, σαν έφυγε ο Μάγιστρος για μια συγκέντρωση του Τάγματος στη Ρόδο,
φανήκανε απρόσεκτοι πέραν του δέοντος:
ένα ξημέρωμα τους πιάσανε στα πράσα οι μπιστικοί του Συμβουλίου.
Τους βάλαν και τους δύο φυλακή
και περιμένανε να γυρίσει ο Βινιακούρ να λάβει αποφάσεις.
Μα όλους τους πρόλαβε ο Ντορμούλης:
απελπισμένος έκοψε τις φλέβες του –
τον βρήκαν πεθαμένο στο κελί του μέσα σε λίμνη πορφυρή.
Και στα καπάκια, πριν να φανεί το καράβι απ' τη Ρόδο,
ο Καραβάτζιο το 'σκασε, άκου λέει, με σκοινιά απ' το παράθυρο
(είπανε πως ο γερό-Μπατζιότο οργάνωσε το φευγιό του
για να μην πέσει το αίμα του φόνου του στο Τάγμα –
ευκαιρία γύρευαν οι παπικοί να τους την πέσουν).
Εν πάση περιπτώσει, ο Μάγιστρος γύρισε και βρήκε τον ερωμένο του
ταριχευμένο μες στο μέλι,
και άφαντο τον άθλιο τον πομπευτή –
μονάχα την ματωμένη υπογραφή που 'χε αφήσει στην εικόνα…
Τι τα γυρεύεις; –
δυο χρόνια τον κυνηγούσαν οι Μαλτέζοι,
δυο χρόνια τούς ξεγλίστραγε σαν χέλι.
Στο τέλος τον στρίμωξαν στην ακρογιαλιά του Πόρτο Έρκολε
κι έγινε η θεία δίκη για κείνονε τον Μικελάντζελο Μερίζι,
που τ' όνομά του γράφονταν με αίμα.