Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
35
Το φιλί
Στ' αλήθεια ήτανε ντροπή μεγάλη
που πιάστηκε με την τσόντα κάτω από το θρανίο,
αυτός, ο πιο καλός μαθητής της τάξης,
μπλεγμένος με τις βρομιές.
Η Γυμνασιάρχης δεν χάριζε κάστανα:
φώναξε μεμιάς τη μάνα του στο σχολείο
κι έπειτα τον κάλεσε στο γραφείο
και μπροστά του της έδωσε το περιοδικό –
έτσι όπως το βρήκε η μαθηματικός,
γυρισμένο στη σελίδα με τη Vanessa.
(Ίσια μαύρα μαλλιά, πράσινα μάτια,
ένα βραχιόλι στο μπράτσο,
σκισμένο τζιν σορτσάκι,
τα χέρια στις κωλοτσέπες,
χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις
και στήθια βαριά, αλλήθωρα,
σκούρες μεγάλες ρώγες, σαν πρόκες –
ω ρε β ύ ζ α ν τ ε ς, έλεγε ο Ευθύμης
και γέμιζε το στόμα του από τη λέξη.)
Η μάνα του δεν μιλούσε,
μονάχα προσπαθούσε να τον δει στα μάτια·
η Γυμνασιάρχισσα πάλι δεν σταμάταγε:
καλά οι άλλοι – μα κι αυτός, το υπόδειγμα του σχολείου,
που ήξερε απέξω το Βασιλεύ Ουράνιε Παράκλητε,
τη μάχη στα Γαυγάμηλα,
τις λαμπρες νίκες του Βουλγαροκτόνου,
να πιάνει τις βρομιές σαν να 'ταν αλητάκι;
(Και τι να πει – πως ήθελε κι αυτός
να δει τους βύζαντες της Βανέσας,
πως ήθελε να κλειδωθεί κι αυτός στις τουαλέτες
να βαρέσει μαλακία με το περιοδικό στο χέρι;)
Τι σημασία είχε πια;
οι δυο γυναίκες ήξεραν το μέλλον του.
Πλέον θα ήταν τύπος και υπογραμμός,
παράδειγμα για όλους μες στην τάξη,
θα έδειχνε στην πράξη τη μετάνοιά του.
Πλέον θα μεγάλωνε, επιτέλους –
α, δεν υπήρχε αμφιβολία:
θα γινότανε καλός πολίτης,
θα έδιωχνε τα ζητιανάκια απ' το τραπέζι του,
θα ζητούσε αυξημένη αστυνόμευση στα σύνορα,
θα έκαιγε τις παράγκες των φτωχών.
Και με κείνα και μ' αυτά του την χάρισαν την αποβολή –
ήσαν φιλεύσπλαχνη η Γυμνασιάρχης
κι η μάνα του την ευχαρίστησε δεόντως.
Από τότε πέρασαν μήνες, φυσικά – κι εκείνος
μάθαινε γράμματα σπουδάγματα·
μάθαινε όλο και καλύτερα τις νίκες του Βουλγαροκτόνου.
Κάποτε ήρθε ξακουστή θαυματουργή εικόνα
από ένα μοναστήρι της Ρωσίας ή κάτι τέτοιο,
κειμήλιο ιερό της Πίστης μας, στήριγμα της Ύπαρξής μας.
Πήγαν αράδα τα σχολεία να την προσκυνήσουν –
το να την δουν ήταν κομμάτι δύσκολο
καθώς ολόκληρη η εικόνα είχε ασημένιο κάλυμμα,
να μη φθαρεί από τα τόσα μάτια
(εξάλλου «ο πιστός βλέπει με τα μάτια της ψυχής»,
έγραφε το σχολικό βιβλίο).
Έτσι τους πήγανε στον Ιερό Ναό,
όλοι σταυροκοπήθηκαν στην είσοδο,
δύο παπάδες τούς μίλησαν για τη ματαιότητα του κόσμου
και για τη μετά θάνατον αιώνια ζωή.
Κατόπιν τους είπανε να προσκυνήσουν την εικόνα·
Πράγματι, μπήκαν στη σειρά κι ένας ένας φιλούσε
το ασημένιο κάλυμμα που ήσαν στήριγμα της Ύπαρξής μας.
Μα σαν ήρθε η σειρά του
κι έσκυψε να φιλήσει την εικόνα,
σκέφτηκε πως φιλάει εκείνα τα βυζιά,
πως φιλάει εκείνες τις σκούρες ρώγες της Βανέσας.