Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
48
 
 
Το ιδανικό ύψος
 
(προσοχή: μια ιστορία κατά βάση φανταστική)
 
 
 
 
Το πέταγμα μιας πεταλούδας στην άλλη άκρη της γης;
 
Σημείωση σε μαθητικό τετράδιο
 
 
         Το βράδυ εκείνο της δέκατης έκτης του Ιουλίου
         (του χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, βέβαια)
         συναντήθηκαν οι τρεις τους σ' ένα μπαράκι του Λος Άλαμος:
         ο Αϊνστάιν, ο Οπενχάιμερ και ο Φέρμι
         να συζητήσουνε το θέμα της ημέρας.
 
         Και φυσικά μιλήσανε με αριθμούς και λέξεις ειδικές:
         ουράνιο δύο τριάντα πέντε,
         πολλαπλή σχάση, βομβαρδισμός του πυρήνα,
         επίκεντρο και ιδεατό ύψος,
         ωστικό κύμα και περιφέρεια – ώρα πολλή.
         Κι έπειτα απλώθηκε μικρή σιωπή ανάμεσά τους.
 
         Τότε πήρε τον λόγο ο Αϊνστάιν – έτσι στα ξαφνικά,
         δίχως καμιάν εισαγωγή:
         «Σκέφτομαι να γράψω μιαν επιστολή στον Πρόεδρο» είπε,
         «να του εξηγήσω τη δύναμη της βόμβας,
         πως μπορεί να αφανίσει μονομιάς μια πόλη,
         να τον ξορκίσω μήτε καν να το σκεφτεί...»
 
         Και σαν τον άκουσε ο Οπενχάιμερ, χαμογέλασε:
         «Αχ Άλμπερτ, Άλμπερτ, το δίχως άλλο
         θα 'σουνα μέγας ηθοποιός – εξίσου μοναδικός με φυσικός…
         Για σκέψου: εσύ που βγάζεις για τον χαβαλέ σου
         τις σχετικότητες και τα φωτοηλεκτρικά φαινόμενα,
         κόντεψες να με πείσεις τώρα δα πως δεν το ξέρεις
         πως τις βόμβες τις φτιάχνουμε
         για να τις ρίχνουμε σε κεφάλια ανθρώπων.
         Πρώτα, λοιπόν, μου ξετελειώνεις τη δουλειά
         κι έπειτα αρχίζεις τις επιστολές με τα ξόρκια
         και την απέραντη θλίψη –
         κι η λέξη αξιότιμε πάντοτε πρώτη...
         Α, δεν τα μπορώ αυτά, καλέ μου:
         εγώ προτείνω να το ρίξουμε στη λογοτεχνία,
         είναι πιο αινιγματική, πιο μυστηριώδης,
         πιο ταιριαστή, τέλος πάντων, με την περίπτωσή μας…
         Μπορούμε να απαγγείλουμε έναν στίχο από την Ιλιάδα
         ή από τη Θεία Κωμωδία
         ή, ακόμη καλύτερα, από το Μαγκαβάντ Γκιτά
         κάτι σαν έγινα ο θάνατος, ο καταστροφέας του κόσμου,
         που προσφέρεται και για κοντινό πλάνο·
         από στίχους έχουμε μπόλικους σαφώς...»
 
         Αυτά απάντησε ο Ρόμπερτ του Άλμπερτ
         κι ο Ενρίκο τους κοιτούσε γεμάτος απορία:
         «Δεν σας καταλαβαίνω, φίλοι μου» είπε, «δεν σας καταλαβαίνω
         θαρρώ πως έχετε ανάγκη από διακοπές,
         από λίγη ξεκούραση, ρε αδελφέ...
         Εδώ μιλούμε για πράγματα χειροπιαστά:
         δυο υποκρίσιμες ποσότητες ίσον μία υπερκρίσιμη μάζα
         άρα αλυσωτή αντίδραση σχάσεων συν το ιδανικό ύψος.
         Τι τα μπλέκετε όλα αυτά με λόγια,
         με επιστολές και εξορκισμούς
         και στίχους ακατάληπτους από κάποιο Μαγκαβάντ κάπως...»
 
         Τέτοια κουβεντιάζανε εκείνο το βράδυ –
         στη Χιροσίμα μεσημέριαζε κιόλας η επομένη.
         Και μια πεταλούδα έφτανε το πέταγμά της
         σε κείνο το τρομερό  ι δ α ν ι κ ό  ύ ψ ο ς.