Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
24
Ο φόνος του Ιωάννη
Μέσα στη νύχτα έβριζαν οι στρατιώτες,
ρεύονταν κι έφτυναν κάθε τόσο –
τους είχαν σηκώσει από τα καπηλειά άρον άρον·
κι αυτός στη μέση να βαδίζει θέλοντας και μη.
Ο Φρούραρχος τον είχε αλά μπρατσέτα·
για μια δουλειά τον ήθελαν μονάχα:
να τους δείξει ποιος ήταν ο γκαβλιάρης
που αναστάτωνε το πόπολο –
τα άλλα θα 'σαν υπόθεση δικιά τους.
Και ήδη το 'χε μετανιώσει ο Ιούδας
που θα τον πρόδιδε τον κουρελή για τα τριάντα αργύρια –
ας όψεται εκείνος ο Ιωάννης που 'ρθε να πάρει
τη θέση του στην αγκαλιά του Ναζωραίου.
Μα τώρα που το κατάλαβε τι θα γινόταν
(δεν ήταν δα ηλίθιος – ήξερε τι δουλειά κάνουν οι στρατιώτες)
όλο και πιο στανικά περπατούσε
κι όλο σκεφτότανε το πώς θα αποτρέψει το κακό
που εκείνος ο ίδιος είχε βάλει στο αυλάκι.
Αλίμονο: ο νους του είχε αγκυλώσει απ' τον φόβο·
τίποτε δεν μπορούσε να σκεφτεί κι ο λόφος ήτανε όλο και πιο κοντά –
κιόλας ανέβαιναν το μονοπάτι.
Με τα πολλά φτάσανε πάνω
κι είδανε να γίνεται ό,τι γίνεται ανάμεσα στα λιόδεντρα.
Ο Φρούραρχος ούρλιαξε «όρθιοι, όρθιοι τσογλάνια,
ειδάλλως θα σας σφάξω όλους μαζί».
Και το παράφορο το όργιο σταμάτησε μουγγά·
γυναίκες κι άντρες σηκώθηκαν γυμνοί,
έλαμπε η ξαναμμένη σάρκα τους μέσα στη νύχτα.
Τους είδε που στέκονταν ανάμεσα στους άλλους,
ο κουρελής και δίπλα του ο Ιωάννης –
ζεστοί κι οι δυο τους από τ' αγκάλιασμά τους
Κολοβό φίδι δάγκωσε την καρδιά του –
κι ο Φρούραρχος του έγνεψε να κάνει αυτό που είχε τάξει.
Και τότε, έτσι όπως οι δυο τους ήσανε πλάι πλάι,
προχώρησε ίσια πάνω τους ο Ιούδας
κι αντί να φιλήσει τον Ιησού, φίλησε τον Ιωάννη.
Κάνεις δεν πρόλαβε μήτε να καταλάβει –
μεμιάς όρμησαν οι στρατιώτες και τον κομμάτιασαν τον φιλημένο·
τέτοια διάτα είχανε, να ξετελειώσουν τη δουλειά επιτόπου,
ούτε δίκες ούτε σταυρώσεις ούτε τίποτε.
Κι οι άλλοι γίνανε λαγοί·
α, σαν βλέπουν οι άνθρωποι αίμα
και σπαθιά να αστράφτουν
χάνονται – τι τα ψάχνεις;
Αυτά γινήκανε στον λόφο με τις ελιές:
ένα στραβό φιλί και κομματιάστηκε ο Ιωάννης.
Ο Φρούραρχος ανέφερε ευπειθώς: όλα εν τάξει.
Και βέβαια κανείς δεν είπε για το λάθος –
αυτοί θα ανοίγανε τα μάτια στους Ρωμαίους;
Την άλλη μέρα σηκώθηκαν κανονικά και πήγαν στις δουλειές τους,
τ' απόγευμα γύρισαν σπίτι κουβαλώντας τρόφιμα και κατσαριδοκτόνα,
το βράδυ προσευχήθηκαν πριν απ' τον ύπνο –
μα για την προηγούμενη τη νύχτα κιχ,
κιχ και για τον κουρελή που 'χε ταράξει τόσο τις ζωές τους.
Κι ο Ναζωραίος; – αυτός ξέμεινε μόνος,
δίχως τους μαθητές του που πια δεν θα τον ξέραν,
δίχως το μαγεμένο τσούρμο που 'χε λογικευτεί σε μιάνα νύχτα.
Μονάχα ο Ιούδας επέστρεψε στον λόφο μόλις χάραξε,
έπεσε στα γόνατα εμπρός του, αγκάλιασε τα πόδια του,
έκλαιγε και χτυπούσε το στήθος του,
στο όνομα της μεγάλης της αγάπης τους τον όρκιζε να τον συγχωρέσει.
Ο κουρελής αμίλητος τού γύρισε την πλάτη,
με τα ίδια του τα χέρια έθαψε τα κομμάτια του Ιωάννη,
την άλλη μέρα έφυγε απ' τα Ιεροσόλυμα – για πάντα.
Μετά από μήνες τον είδαν να γυρίζει στις αμμούδες της Γεννησαρέτ,
μονάχος έβλεπε τον ήλιο να σουρουπώνει στα νερά –
μα ούτε λόγια πια ούτε μεθύσια ούτε τρελά σμιξίματα τις νύχτες.
Κάποτε, λένε, τον συγχώρεσε κι εκείνον τον Ιούδα –
με τα τριάντα τα αργύρια πιάσαν ένα σπιτάκι
κι έζησαν και γέρασαν μαζί.