Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
Πρόλογος
(δυο λέξεις για όλους και για κανέναν)
Απ' τους μεγάλους φιλοσόφους
(όσους καταλαβαίνω κάπως, τέλος πάντων)
κανένανε δεν πολυπιστεύω –
το ξέρω πως ακούγεται υπερφίαλο,
όμως μου φέρνουν αναγούλα οι βαριές ιδέες.
Κι απ' όλους τους, εκείνος που λιγότερο με πείθει
είναι ο Νίτσε: μαγκώνομαι πολύ όταν ακούω να μιλούνε
για υπερανθρώπους και νέους κόσμους π' ανατέλλουν –
περιμένω να ακούσω σειρήνες περιπολικών
και παραγγέλματα έγερσης.
Μα όσο δεν χωνεύω τις ιδέες,
τόσο με ταράζουνε οι λέξεις.
Κι απ' ολονών τα κείμενα,
πάλι τα κείμενα εκείνου του Νίτσε
είναι που με ταράζουν περισσότερο
(περισσότερο κι από τους στίχους του Μπρούνο,
περισσότερο κι από τις φράσεις του σκοτεινού Εφέσιου).
Ίσως γιατί με τις λέξεις του
παλεύει να χουγιάξει το τέλος του –
κι είναι τόσο μανιασμένη η μάχη του, τόσο άγρια
και τόσο χαμένη.
Και βέβαια απ' τα γραπτά του
κάποια τα ξεχωρίζω –
αυτό δεν κάνουμε πάντοτε με τα κείμενα;
Ας πούμε, το τρίτο μέρος του Ζαρατούστρα ή το Ecce Homo·
ας πούμε, τις τελευταίες του επιστολές
που τις υπέγραφε άλλοτε με κείνο το Διόνυσος
κι άλλοτε με το Εσταυρωμένος –
ήσαν ζεστή ακόμη η αγκαλιά του
με το μαστιγωμένο άλογο.
Μα πιο πολύ απ' όλα με ταράζει
ένα λογοπαίγνιο του χίλια οχτακόσια ενενήντα δύο,
τότε που τάχα είχε σβήσει η τρομερή μανία του
κι είχε γυρίσει στη στοργική αγκάλη της οικογένειας.
Το γράφει η μητέρα στον Φραντς Όβερμπεκ:
όταν τον χάιδευε και τον ρωτούσε αν την αγαπά,
αυτός επίμονα της απαντούσε Ich bebe αντί για Ich liebe –
τρέμω αντί για αγαπώ.
Κι όσο το σκέφτομαι ετούτο το λογοπαίγνιο,
τόσο περισσότερο νομίζω
πως ίσως δεν είναι και τόσο λογοπαίγνιο.
Πως ίσως να τρέμουμε παραφυλώντας μέσα στη νύχτα.
Πως αγκαλιάζουμε μαστιγωμένα άλογα
έχοντας μόλις αφήσει το μαστίγιο.
Έτσι, λοιπόν, κι εγώ: Ich bebe.
Μέσα στη νύχτα.