Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
12
Η Ζουάλα κι ο ξένος
Τη λέγανε Ζουάλα * κι ήταν μια γυναίκα που έτρωγε ανθρώπους. * Στεκότανε στη ρεματιά * κι όποιον συναντούσε τον ρωτούσε: * «Μην ήρθες στη σπηλιά μου * και το 'φαγες το φυλλοκάρδι μου;».
Κι άμα της έλεγες ό χ ι * σε έτρωγε από τη θλίψη της – * κι άμα της έλεγες ν α ι * σε έτρωγε απ' τη χαρά της.
Έτσι κυλούσε ο καιρός * σε κείνη τη ρεματιά – * όπως άλλωστε * και σ' όλες τις ρεματιές του κόσμου. * Κι ήταν ευχή * ανάμεσα στους μάταιους ανθρώπους * να φαγωθείς απ' τη Ζουάλα.
Ώσπου μια μέρα * φάνηκε ξένος ντυμένος στα χρυσά * και τράβηξε ντουγρού στη ρεματιά – * κι είπανε τότε οι χωριανοί * «Α, κι άλλος καλότυχος * που θα γνωρίσει την αγάπη της Ζουάλας».
Πράγματι πετάχτηκε εμπρός του η γυναίκα * και τον ρώτησε αυτό που είχε να ρωτήσει: * «Μην ήρθες στη σπηλιά μου * και το 'φαγες το φυλλοκάρδι μου;».
Γέλασε ο ξένος: * «Μήτε σπηλιά έχεις, Ζουάλα, * μήτε και φυλλοκάρδι. * Είσαι μονάχα * ένα όνειρο της ρεματιάς. * Άμα χτυπήσω τα χέρια μου, * ξ υ π ν ώ * και αφανίζεσαι».
Και πριν προλάβει η Ζουάλα να χυμήξει * πράγματι τα χτύπησε τα χέρια του ο ξένος * και έσκασε το όνειρο * και αφανίστηκε η Ζουάλα.
Κι έπειτα κατέβηκε στο χωριό * ο χρυσοντυμένος ξένος * και στην πλατεία φώναξε: * «Εγώ είμαι ο ελευθερωτής – * σας ελευθέρωσα απ' το απαίσιο * το όνειρό σας».
Μα όρμησαν οι χωριάνοι * και τον κομμάτιασαν * με τα ίδια τους τα χέρια· * ήσαν ο μακελάρης * που τους είχε αφανίσει * τη Ζουάλα τους.
Και μόλις τον καλόφαγαν τον ξένο * αρχίσανε να ψάχνουνε * άλλην τρομερή γυναίκα * για την ορφανεμένη ρεματιά – * για τα όνειρά τους.