Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
46
 
 
Καλινόφσκαγια, 1920
 
 
 
 
         Η πόλη λέγεται Καλινόφσκαγια –
         μια κωμόπολη είναι, κάπου στον Βόρειο Καύκασο,
         ίσαμε τεσσεράμισι χιλιάδες άνθρωποι, Κοζάκοι.
        
         Φαντάσου: σε τούτηνα την πόλη ζούνε
         δύο αδέλφια δίδυμα δεκατριών χρόνων,
         ας πούμε, κάποιος Ιβάν και κάποιος Αλιόσα
         κι οι δυο τους αγαπούνε μιαν δωδεκάχρονη Ναστασία –
         όπως στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι.
 
         Και τρέχουνε στα περιβόλια οι τρεις τους,
         τα δυο αγόρια και το κορίτσι,
         παίζουν κυνηγητό μέσα στα χλωρά στάχυα·
         και το κορίτσι δεν ξέρει ποιόνα αγαπά και ποιόνα θέλει –
         μοιάζουν τόσο πολύ οι δυο τους οι αφιλότιμοι,
         είναι, θαρρείς, ο ένας συμπλήρωμα του άλλου.
         Και φεύγει η άνοιξη του χίλια εννιακόσια είκοσι
         μέσα στις αμφιθυμίες της αγάπης.
 
         Ώσπου μια μέρα της το λεν της Ναστασίας
         «θα μονομαχήσουμε με τα πιστόλια του παππού
         κι όποιος ζήσει θα σε παντρευτεί» –
         όπως γίνεται στις νουβέλες του Τουργκένιεφ.
         Μα στη στιγμή εκείνη έντρομη τους σταματά
         «δεν είναι ανάγκη να σκοτωθείτε,
         πριν κλείσει ο χρόνος θα διαλέξω ποιον θα παντρευτώ»,
         όπως συμβαίνει στα διηγήματα του Τσέχοφ.
 
         Έτσι περνούν το καλοκαίρι τους ο Ιβάν κι ο Αλιόσα,
         γεμάτοι έξαψη κι αδημονία.
         Λίγο τους νοιάζει που είναι σε πόλεμο τρανό
         οι Κοζάκοι με τους Κόκκινους,
         λίγο τους νοιάζει που σφίγγει ο κλοιός της Τσεκά·
         εκείνοι καίγονται για την απόφαση της Ναστασίας.
 
         Ποιος να τους πει που μάταια περιμένουν:
         πως ετοιμάζεται το μακελειό· πως κάποιος Λένιν
         έχει χτυπήσει κιόλας τη γροθιά στο τραπέζι:
         «δεν θα ανεχτώ νέα Βανδέα», δηλώνει με πυγμή –
         κι οι θαυμαστές του τον χειροκροτούν
         («μα τι μυαλό! – τι τόλμη! – τι διαλεκτικός υλισμός!»)
         Κι η Κόκκινη Ρομφαία θα το γράψει:
         Αίμα; Ας χυθεί κατά κύματα!
         Φτάνει να βάψει κόκκινο το φλάμπουρο της Επανάστασης...
 
         Κι έτσι, για να μην γίνει η «νέα Βανδέα»,
         θα βγει η απαίσια η διαταγή:
         είναι τσακάλια του εχθρού οι Κοζάκοι και πρέπει να συντριβούν·
         άντρες, γυναίκες και παιδιά να θανατώνονται δίχως δίκη
         στο όνομα της Επανάστασης και του Λαού
         Κι η Καλινόφσκαγια να ισοπεδωθεί,
         να σβήσει απ' τον χάρτη και να γεμίσει πτώματα ο κάμπος
         (ο πυροβολισμός εξ επαφής στον κρόταφο – ένας για κάθε εχθρό,
         να μη σπαταλιούνται τζάμπα σφαίρες),
         κι όσοι απομείνουν να φορτωθούνε στα βαγόνια
         να μοιραστούν στα σπίτια των πεθαμένων.
 
         Κι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας; –
         αλίμονο, θα χαθούν πριν να τελειώσει ο χρόνος:
         ο Ιβάν κι ο Αλιόσα μαζί με τη φαμίλια τους
         εκτελεσμένοι από την Τσεκά
         (είχαν μεγάλο αδελφό στρατιώτη στους Λευκούς)·
         η Ναστασία παγωμένη απ' το κρύο,
         νεκρή μέσα στο τρένο που φόρτωσαν τα κορίτσια
         για να τα πάνε βόρεια –μα πού;–
         δίχως ποτέ να αποφασίσει ποιον προτιμά για άντρα.
 
         Αυτά θα γίνουν στην Καλινόφσκαγια,
         Οκτώβριο και Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια είκοσι.        
         Μα τώρα είναι ακόμη Ιούλιος
         κι οι τρεις οι ήρωές μας είναι αλλού –
         δεν βάνουν οι έρμοι με τον νου τους το κακό,
         μονάχα ξαγρυπνούν και ονειρεύονται
         το πρώτο τους φιλί μέσα στη νύχτα.