Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
20
 
 
Ο τζίτζικας πεθαίνει
 
(αυτό δεν είναι παραμύθι)
 
 
 
 
         Τραγούδαγε ο τζίτζικας
         όλη μέρα κι όλη νύχτα,
         ρουφούσε λαίμαργα τις μυρουδιές του ανέμου,
         αγκαλιάζονταν με τις γυναίκες,
         τρυγούσε σταφύλια από τ' αμπέλια,
         λιγώνονταν με το φεγγάρι, μάνιαζε με τη σκοτεινιά
         και στο ηλιοβασίλεμα μεθούσε με το αίμα του ήλιου.
         Κι ούτε στιγμή δεν σταματούσε
         το τζι τζι τζι και το φιλί και το λι λι.
 
         Κι όλο τον άκουγαν οι στρατιώτες που έκαναν επ' ώμου αρμ,
         οι αστυνόμοι που ζύγιζαν ελλιπείς μερίδες,
         οι διάκονοι που μάζευαν τα κεριά από τα μανουάλια,
         οι γραμματείς των δικαστηρίων που καθαρογράφανε τις αποφάσεις.
         Κι όλο αφαιρούνταν οι εργάτες στα εργοστάσια
         κι όλο αναστατώνονταν τα κορίτσια στις μακιλαδόρες
         κι όλο ονειροπολούσαν οι ανθρακωρύχοι στα καμιόνια
         σαν χάνονταν μέσα στα έγκατα της γης.
 
         Κάποτε τον ζύγωσαν οι σοφοί για να του βάλουν μυαλό.
         Ήσαν φιλόσοφοι, παπάδες και ποιητές,
         φορούσανε ψάθινα καπέλα για να μην τους πιάνει ο ήλιος
         κι είχαν φρεσκοπλυμένα πουκάμισα και στα χέρια
         κρατούσανε ευαγγέλια και μανιφέστα και αρχαία έπη·
         τον πήραν με το μαλακό, σαν παλιοί φίλοι:
 
         Αχ τζίτζικα, αχ τζίτζικα,
         δεν πας καλά – εμείς για το καλό σου σού μιλάμε.
         Έλα να βάλεις το χέρι σου στο Ευαγγέλιο,
         έλα να φορέσεις στολή,
         να γίνεις  στρατιώτης, αστυνόμος, αγροφύλακας, 
         εργάτης, διάκονος, θυρωρός.
         Μπορεί να φτάσεις μέχρι και στρατηγός,
         μέχρι εργοδηγός, μέχρι δεσπότης –
         κυρίως όμως, όταν θα έρθει ο χιονιάς
         θα είσαι μ έ σ α στα τείχη,
         διότι, ως γνωστόν, των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν
         και ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω
         τα γράφουν και τα ιερά βιβλία.
        
         Μεμιάς τους απάντησε ο τζίτζικας·
         καμώθηκε βαθιά επίσημη φωνή
         και πάσχισε να κρατηθεί σοβαρός
         μα γέλαγαν μέχρι και τα μουστάκια του
 
         Τιμή μου, τιμή μου που μου μιλάτε
         καλοί μου φιλόσοφοι, παπάδες και ποιητές,
         μα κρατήστε για του λόγου σας τα ευαγγέλια,
         τα μανιφέστα και τα αρχαία έπη,
         αυτά όπου μανιάζουν οι βασιλιάδες
         και γεμίζει ο ποταμός κουφάρια αστέγων·
         εγώ πλαγιάζω με τις ξαναμμένες νύμφες
         και τραγουδώ και τρώω το σταφύλι
         και μεθώ με το λιόγερμα και με το λυκόφως.
         Δεν τις φοράω τις στολές σας
         ούτε τα φλάμπουρά σας τα σηκώνω –
         κι άμα έρθει ο χιονιάς,
         μιάνα κουφάλα στις βαλανιδιές
         θα βρεθεί και για μένα,
         δεν θα βρεθεί;
 
         Έτσι τους είπε ο αθεόφοβος
         κι εκείνοι έφυγαν κρεπαρισμένοι.
         Σε τρεις ημέρες βγήκε η διαταγή
         να κοπούν όλες οι βαλανιδιές του κάμπου
         (να γίνουν πολιορκητικοί κριοί
         και τροχοί βασανιστηρίων).
         Κι έπειτα ήρθε ο χειμώνας ο φοβερός,
         πάγωσε το ποτάμι, κρουστάλλιασαν οι θάμνοι,
         και τα κουφάρια απ' τις βαλανιδιές γίνανε παγωμένα βράχια.
         Ώσπου μια μέρα  να σου ο τζίτζικας,
         αποστεωμένος και μπλαβής,
         με τα μάτια πεταμένα έξω από τις κόχες, 
         να σέρνεται στην πεδιάδα, ένα άθλιο απομεινάρι,
         και με φωνή ασθενική να ζητιανεύει για τη ζωή του:
 
         Λυπηθείτε με, αδέλφια, λυπηθείτε με·
         σας ζητώ λίγη από τη ζέστη σας, τίποτε άλλο.
         Ξέρω, δεν με χωνεύετε που τραγουδούσα όλη μέρα,
         που δεν φορούσα τις στολές σας και τις φόρμες σας
         που δεν σήκωνα τις σημαίες σας –
         μα σας παρακαλώ, σκεφτείτε το,
         ίσως στη ζωή αυτή να είναι χρήσιμο και το τραγούδι μου,
         το τζι τζι τζι και το φιλί και το λι λι…
 
         Τον άφησαν δυο μέρες να παρακαλάει,
         κι έπειτα βγήκανε οι απεσταλμένοι,
         εκείνοι οι ίδιοι φιλόσοφοι, παπάδες και ποιητές,
         φορούσανε σκούφους και γάντια και θερμαντικές φόρμες,
         κρατούσανε στα χέρια ευαγγέλια και μανιφέστα και αρχαία έπη,
         τον ζύγωσαν όπως ζυγώνεις ένα περίττωμα,
         του μίλησαν σαν να έφτυναν ένα φλέμα:
        
         Τώρα πες ήμαρτον, βρομερέ τζίτζικα, πες ήμαρτον
         που χαιρόσουνα τη μέρα και τη νύχτα,
         τις μυρουδιές του ανέμου, τη σάρκα των γυναικών,
         πες ήμαρτον που δεν φορούσες της πατρίδος τη στολή,
         τη φόρμα του εργάτη,  ήμαρτον που δεν κοινωνούσες
         το σώμα και το αίμα του Θεού μας,
         ήμαρτον που δεν ξυπνούσες με την πρωινή σειρήνα,
         ήμαρτον που δεν κοιμόσουν με το σιωπητήριο,
         πες ήμαρτον και  ψ ό φ α,  ψ ό φ α  μέσα στο κρύο,
         για να σε δουν από τα τείχη οι δούλοι και να πούνε
         τα 'θελε και τα 'παθε, Δικαιοσύνη, μέγας είσαι Κύριε,
         και τα παρόμοια.
 
         Αυτά του είπανε κι έπειτα γύρισαν στην πόλη,
         κρατώντας σφιχτά τα ιερά βιβλία τους·
         μετά την είσοδό τους η κεντρική πύλη σφάλιξε με γδούπο.
         Και στην πεδιάδα δυνάμωνε ο χιονιάς
         και ψόφαγε ο άθλιος ο τζίτζικας
         κι οι δούλοι έβλεπαν πάνω απ' τα τείχη.