Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
27
 
 
Ο έρωτας του Εκδορέα
 
(μια ιστορία της Αναγέννησης)
 
 
 
 
[…] Ο Φίλιππος, Δούκας του Μιλάνου που σκότωσε τη γυναίκα του κι έβαψε τα χείλη της με πορφυρό δηλητήριο για να βρει κι ο εραστής της το θάνατο φιλώντας την αγαπημένη του. […]
 
Όσκαρ Ουάιλντ, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, κεφάλαιο 11.
 
 
 
         Σαν έμαθε ο Φίλιππος, ο Δούκας του Μιλάνου,
         ο φοβερός και τρομερός Γδάρτης των Τουρινέζων
         και των Πιζάνων και των Γάλλων και όλων των εχθρών του,
         πως η γυναίκα του, η πανέμορφη η Σιμονέτα,
         με άλλον άντρα μαγαρίζεται,
         όρμησε στα δώματά της, την άρπαξε απ' τον λαιμό
         και την έπνιξε πριν καν το καταλάβει –
         ένα χλωρό κλαδάκι ήσαν το κορμί της στα χέρια του.
 
         Το νέο το απαίσιο βούιξε μεμιάς
         κι ο λαουτζίκος ανατριχιάζει απ' τον φόβο.
         Τον ξέρουνε καλά τον Δούκα:
         τέτοιος μοβόρος άρχοντας δεν έχει ματαφανεί στο Μιλάνο·
         άμα δεν βρει αυτόν που τρύγησε το μποστάνι του
         αλίμονο σ'  όλους – μαύρες μέρες περιμένουνε την πόλη.
 
         (Τέτοιος ήτανε εκείνος ο καιρός της Αναγέννησης:
         καιρός του αίματος και των παθών –
         και των δηλητηρίων, βέβαια.)
 
         Σωστά τρέμει ο λαουτζίκος·
         μες στο παλάτι του ο Δούκας σβαρνιέται σαν σεληνιασμένος λύκος.
         στον νου του δεν χωράει που η Σιμονέτα τον ατίμασε –
         κι ακόμη περισσότερο, που βρέθηκε σκύλος να πατήσει τον ίσκιο του.
         Α, ο πνιγμός της άπιστης διόλου δεν τον ηρεμεί –
         θα 'χει συνέχεια φριχτή ο γδικιωμός του,
         θα τον θυμούνται οι άνθρωποι για αιώνες...
 
         Και μια και δυο φωνάζει τον Φλορινέσκου τον Μουγγό,
         (αυτόνε, τον απαίσιο Ρουμάνο, τον αρχιμπιστικό του
         που τα 'παιζε στα δάχτυλα τα φριχτά βασανιστήρια και τα φαρμάκια)
         και το σχέδιό του τού εξηγεί.
         Διάτα μεγάλη θα 'βγαινε στο Μιλάνο
         να 'ρθει ολάκερη η πόλη και ν' αποχαιρετήσει
         την πανέμορφη τη Σιμονέτα στο νεκροκρέβατό της·
         κι όποιος δεν ερχότανε θα τον έτρωγε το φίδι.
         Και ο Μουγγός θα φρόντιζε για τα υπόλοιπα:
         φριχτό φαρμάκι περσικό αρχαίο θα στάλαζε στα χείλη της στραγγαλισμένης
         και θα την ξάπλωνε επάνω στο νεκροκρέβατο με τα μάτια ανοιχτά
         και θα 'σαν βέβαια ομορφότερη από ποτέ
         (ήτανε, βλέπεις, από παλιά γνωστό
         πως οι μοναδικές οι ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου).
 
         Και γύρω από το κρεβάτι το νεκρικό
         βαριές θα κρέμαγαν βελούδινες κουρτίνες –σαν παραβάν, που λέμε–
         και κάθε φορά θα έμπαινε κι από ένας
         να αποχαιρετήσει κατά μόνας την ομορφιά της Σιμονέτας. 
         Ε, κάποτε θα 'μπαινε κι ο τιποτένιος ο αγαπητικός της,
         εκείνο το βρομόσκυλο το ελεεινό,
         και σαν μαζί της έμενε μόνος, θα 'πεφτε στην παγίδα:
         βέβαιος, ο θρασύδειλος, πως κανένας δεν τον βλέπει
         θα τα φιλούσε τα πορφυρά τα χείλη για στερνή φορά.
         Και στη στιγμή θα 'πεφτε καταγής μουγκρίζοντας απ' τον πόνο:
         ήσανε τρομερό το περσικό φαρμάκι του Μουγγού
         κι έφερνε τον θάνατο όσο να πεις μισό Πιστεύω.
        
         Κι ο Φίλιππος θα καρτερούσε –
         και μόλις άκουγε τον γδούπο θα χυμούσε,
         θα παραμέριζε τη βελουδένια την κουρτίνα
         και θα τον έβρισκε τον εραστή στο πάτωμα να σπαρταράει.
         Κι ευθύς θα τον στραγγάλιζε με τα χέρια του
         κι έπειτα, μπροστά σε όλους θα τον έγδερνε τον αγύρτη,
         όπως έκανε με τους εχθρούς του μετά τη μάχη.
         Και το κουφάρι του θα το άφηνε έξω απ' την Ντουόμο
         να το φάνε τα σκυλιά – να το μάθουνε όλοι τι τέλος είχε
         αυτός που έβαλε το βήμα του πάνω στου Δούκα τη σκιά.
 
         Έτσι ετοιμάστηκε η απαίσια η μηχανή από τα δυο τα τέρατα·
         μα από κρύπτη μυστική με κρατημένη την ανάσα της
         τους ακούει η Ελουίζα, μια δούλα στο μαγειρειό του παλατιού –
         αυτή ήταν που έμπαζε και ξέβγαζε τον αγαπητικό της Δούκισσας,
         και τσίλιες βαστούσε στα σμιξίματά τους
         πότε στα μαγειρειά, πότε στα δώματα υπηρεσίας.
 
         Τον λέγανε Αρκάντζελο – όνομα και πράμα,
         παλικαρόπουλο από φαμίλια ξακουστή της πόλης,
         πράσινο βλέμμα που χάιδευε τον λαιμό των γυναικών,
         ακροδάχτυλα κατάλληλα για να προσφέρουν κρίνα,
         έλεγε τα ποιήματα αράδα στη Σιμονέτα,
         και τα κορμιά τους έβγαναν φλόγες όταν αγγίζονταν.
         Κι η Ελουίζα τούς έκανε τις πλάτες·
         όχι, δεν ήταν τα χρυσά νομίσματα που της έδινε η κυρά της,
         ήταν που της αρκούσε ένα στιγμιαίο βλέμμα του Αρκάντζελο,
         ένα χαμόγελό του – κι ας μην τολμούσε καν να το σκεφτεί,
         αυτή μια δούλα να κοιτάξει τον Άδωνη του Μιλάνου...
 
         Και μόλις έμαθε τον φόνο της πανέμορφης της Δούκισσας
         ήσανε βέβαιη πως ο Γδάρτης θα συνέχισε το κακό του.
         Και να που τώρα τ' άκουσε με τ' αυτιά της –
         και τρέμει το φυλλοκάρδι της της Ελουίζας
         πως θα πιαστεί ο Αρκάντζελο στη φάκα του Δούκα
         και το θεσπέσιο κορμί του θα ταΐσει τα σκυλιά.
 
         Και μια και δυο γλιστρά μες στο σκοτάδι,
         και πάει στου Αρκάντζελο το αρχοντικό
         (ξέρει τον δρόμο, αυτή του πήγαινε τα ραβασάκια της κυράς της)
         και τον βρίσκει και του δίνει τις σωτήριες τις συμβουλές:
         όταν θα πήγαινε να χαιρετήσει τη νεκρή
         (δεν γινότανε να μην πάει, θα 'ταν ομολογία ενοχής)
         σαν θα 'ναι μόνος μαζί της πίσω από τη βελούδινη την κουρτίνα
         τον νου του στα πορφυρά τα χείλη –
         θάνατο φέρνουν τα πορφυρά τα χείλη…
         Γι' αυτό να κάνει τον σταυρό του,
         να πει «ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της»
         κι έπειτα να βγει απ' τις κουρτίνες
         και με θλίψη τυπική να συλλυπηθεί τον Δούκα –
         κι όλα να τελειώσουν έτσι.
 
         Έτσι, με τις ορμήνιες της Ελουίζας,
         πήγε ο Αρκάντζελο στον αποχαιρετισμό της ερωμένης του.
         Κι αν σπάραζε η ψυχή του μια φορά, δυο φορές σφίχτηκε
         σαν είδε το μάτι του Δούκα να ξεψαχνίζει τους άντρες
         ίδιος με τον Κέρβερο του Κάτω Κόσμου.
         Και σαν αντίκρισε τη Σιμονέτα στο κρεβάτι του θανάτου,
         βεβαίως και ζαλίστηκε απ' την ανείπωτη την ομορφιά της –
         μα ευθύς θυμήθηκε τα λόγια της Ελουίζας τα σωτήρια:
         Μπάστα, αγόρι μου, είπε στον εαυτό του,
         άσε τους πεθαμένους στον ύπνο τους
         κι οι ζωντανοί ας πάνε με τους ζωντανούς.
 
         Και βγήκε ο Αρκάντζελο τάχα θλιμμένος από το προσκύνημά του·
         και αναστέναξε με ανακούφιση η Ελουίζα
         λοξά όπως τον έβλεπε απ' την ασήμαντη γωνιά της.
 
         Για τρεις ημέρες πέρασε μπροστά απ' τη νεκρή ολάκερο το Μιλάνο,
         για τρεις ημέρες περίμενε ο Φίλιππος: εις μάτην –
         εις μάτην έσφιγγε κάτω απ' τη μαύρη μπέρτα του
         το δαμασκηνό το μαχαίρι του γδαρσίματος.
         Κανείς δεν τόλμησε να φιλήσει τα χείλη της ατιμασμένης·
         το σχέδιό του πήγε στο άπατο πηγάδι
.         κι ο άτιμος που την πόρνεψε είχε ξεφύγει.
         Και μονομιάς ξεσπάει ο απατημένος ο Δούκας,
         ουρλιάζει και βρίζει και μουγκρίζει σαν θηρίο,
         α, θα έκανε τους σκύλους τους Μιλανέζους
         να δακρύσουν το γάλα της μάνας τους –
         θα το 'πνιγε στο αίμα το Μιλάνο…
 
         Και βγάνοντας αφρούς από το στόμα του, ουρλιάζοντας και απειλώντας,
         γυμνώνει το μαχαίρι του και κόβει λουρίδες τις μαύρες τις κουρτίνες
         και στέκεται κι αυτός μπροστά στο νεκροκρέβατο της Σιμονέτας.
         Τότε την είδε – κι η ομορφιά της τον δάγκωσε σαν φίδι:
         το πρόσωπό της ίδιο με τον θόλο της αυγής
         τα χείλη της τρεμάμενο λουλούδι παπαρούνας…
 
         Σαν μαγεμένος πέφτει πάνω στη νεκρή
         και της φιλά τα πορφυρά τα χείλη·
         και μονομιάς πέφτει νεκρός –
         γιατί έτσι πληρώνεται η τόση αγάπη.
 
         Έτσι τέλειωσε ο Δούκας Φίλιππος
         από τα χείλη της νεκρής γυναίκας του.
         Και αγαλλίασε ο λαουτζίκος με τον χαμό του
         που το Μιλάνο γλίτωσε απ' τον απαίσιο τον Εκδορέα.