Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
51
 
 
Στου Άλφρεντ Σίμοντς το σφαγείο
 
 
 
 
         Κείνο το καλοκαίρι της δευτέρας προς την τρίτη γυμνασίου
         έμαθε απ' έξω ολάκερη τη Φάρμα των Ζώων
         (α, ήσανε τρομερός ο Όργουελ – κι ένιωθες, ο ρουφιάνος,
         πως τα ήξερε όλα από τα πριν).
         Κάποτε μάλιστα έβαλε τους φίλους του
         να κρατήσουν το βιβλίο και τους είπε από στήθους, μονοκοπανιά,
         τις πρώτες δεκαπέντε σελίδες·
         το νέο έκανε τον γύρο του σχολείου,
         δεν ήτανε δα και πράγμα συνηθισμένο…
         Τι τα θες·
         οι νέοι έχουνε μνήμη γερή – και όρεξη ανεξάντλητη,
         αυτό κυρίως…
 
         Για χρόνια θυμότανε κομμάτια απ' το βιβλίο:
         ας πούμε, το τέλος του βιβλίου (αυτό είναι φυσικό),
         την αρχή του, τον κύριο Τζόουνς…
         Και φυσικά τις εντολές των ζώων, το πώς άλλαξαν:
         πως κανένα ζώο δεν θα κοιμηθεί σε κρεβάτι με σεντόνια
         πως όλα τα ζώα είναι ίσα
         αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα – όλα αυτά.
 
         Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζονταν
         (πάντοτε συνεχίζεται η ζωή):
         Σιγά-σιγά έβλεπε όλο και πιο κοντά του τα πτώματα,
         στα βιβλία, στις εικόνες, στο ψυγείο του
         (ναι, στο  ψ υ γ ε ί ο  του, που το ανοίγεις και το κλείνεις όποτε θες),
         σιγά-σιγά γεύονταν όλο και περισσότερο τα πτώματα,
         έμαθε να ξεχωρίζει ποια σάρκα έχει πιο γλυκιά γεύση
         και ποια στυφότερη –
         πάντως η γεύση είναι ζήτημα πρόσληψης,
         το είπε και ο … (μη διστάσεις, βάλε ένα όνομα απ' τα γνωστά).
 
         Και στους παλιούς τούς φίλους
         (είχανε γίνει δικαστές , έμποροι, στρατιωτικοί, υπάλληλοι,
         γουρούνια, τέλος πάντων, σαν κι αυτόν – ή έστω  γ ο υ ρ ο υ ν ά κ ι α)
         σε κείνες τις μαζώξεις των αποφοίτων του έτους 198…
         σαν τον ρωτούσανε τα αποσπάσματα της Φάρμας,
         έτσι, για να θυμηθούνε τα παλιά,
         τους έλεγε πως με τον καιρό τα 'χε ξεχάσει καταντίπ.
         Τι τα θες: τόσες σκοτούρες, τόσα άγχη, τόσο στρες,
         άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε δα κομπιούτερ…
        
         Μα σαν τέλειωνε η μάζωξη των συμμαθητών,
         σαν έπεφτε η βαριά νύχτα
         κι αυτός γυρνούσε μόνος του στο σπίτι με το ψυγείο,
         α, διόλου δεν τα 'χε ξεχασμένα τα αποσπάσματα της Φάρμας.
         Κι όλα τα θυμότανε – μα  ό λ α  σου λέω:
         τον Χιονάτο, τον Φωνακλά, τον σύντροφο Ναπολέοντα,
         τις εντολές που άλλαξαν που κανένα ζώο δεν θα κοιμηθεί,
         που όλα τα ζώα είναι ίσα και τα λοιπά και τα λοιπά…
 
         Κι από όλους πιο πολύ θυμότανε τον γάϊδαρο Βενιαμίν,
         εκείνον τον στριμμένο που δεν μιλούσε τζάμπα λόγια,
         κι όποτε τον ρωτούσανε για κάτι,
         εκείνος απαντούσε μουρμουρώντας
         πως τα γαϊδούρια ζούνε πιο πολύ από τ' άλλα ζώα – άσχετο.
 
         Κι ακόμη περισσότερο τον θυμότανε τον γάιδαρο Βενιαμίν
         τότε που και καλά θα πήγαιναν το άλογο Μπόξερ,
         τον ήρωα της Φάρμας, στο νοσοκομείο,
         να γιατρευτεί το πονεμένο του ποδάρι.
         Ήρθε το νοσοκομειακό, τον φόρτωσαν πάνω·
         και σαν τον ξεπροβόδισαν τα ζώα
         και του τραγούδησαν ευχές για την καλή ανάρρωση,
         σφράγισαν οι πόρτες του ασθενοφόρου…
 
         Μα τότε φάνηκε τρέχοντας ο γάιδαρος·
         ούρλιαζε και χτυπιόταν ασθμαίνοντας (πρώτη φορά τον βλέπανε έτσι):
         «Ηλίθοι, ηλίθιοι, κοιτάξτε την επιγραφή στο πλάι…»
         Κι έπιασε να συλλαβίζει η κατσίκα Μύριελ
         τι έγραφε στο πλάι του νοσοκομειακού –
         το όνομα του νοσοκομείου, τι άλλο;
 
         Και τότε, για μόνη φορά, διάβασε ο Βενιαμίν αντί για αυτήν:
         «Άλφρεντ Σίμοντς – Σφαγέας Αλόγων –
         Εκδορές Ζώων – Ζωοτροφές – Σπιτάκια Σκύλων»
         Κι έπειτα φώναξε στα σαστισμένα ζώα
         «Μα δεν το καταλαβαίνετε;
         Πάνε τον Μπόξερ για σφάξιμο…»
 
         Έτσι που λες·
         μέσ' στη βαριά τη νύχτα, μονάχος με το  β α ρ ύ  ψυγείο του,
         (αυτό που το ανοίγεις και το κλείνεις όποτε θες)
         διόλου δεν τον ξεχνούσε ο δικός μας
         τον γάιδαρο Βενιαμίν
         που φώναξε στα ζώα
         πως πάνε τον Μπόξερ για σφάξιμο
         στου Άλφρεντ Σίμοντς το σφαγείο.