Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
41
Ο μολυβένιος στρατιώτης
Μια μέρα έφτασε στα χέρια κάποιου αθώου αγοριού
ένας μονοπόδαρος μολυβένιος στρατιώτης –
στα σίγουρα ελαττωματικός θα είχε βγει από το εργοστάσιο.
Θύμωσε, λοιπόν, το αθώο αγόρι
–άκου μονοπόδαρος στρατιώτης–
κι ετοιμάστηκε να τον πετάξει στη φωτιά απ' τον θυμό του
(όταν γυρνούσε ο μπαμπάς του στο σπίτι, θα του γύρευε έναν καινούργιο).
Μα γύρισε τότε ο στρατιώτης και του λέει:
μη με πετάς, Μικρέ Αφέντη, στη φωτιά – πρώτα δοκίμασέ με...
Τι κι αν έχω ένα πόδι; – άχρηστος διόλου δεν σου είμαι.
Δες πόσο γυαλισμένη είναι η ξιφολόγχη μου:
ξέρεις πόσα κορμιά μπορώ να ξεκοιλιάσω με δαύτην;
(ζητιάνους, πρεζόνια και μεθυσμένους –
αλήτες γενικότερα που μπορεί να σου κάψουν το αμάξι).
Δες πόσο καινούργιο είναι το όπλο μου:
είμαι έτοιμος να σου πυροβολήσω τον κάθε πειναλέο
που θα δρασκελίσει τη μάντρα
(είναι στ' αλήθεια γάγγραινα αυτοί οι πεινασμένοι,
άμα δεν τους σκοτώσεις απ΄ την αρχή, θα σε ζυγώσουν).
Και η στολή μου –δεν μπορείς να πεις– λαμποκοπά:
ό,τι πρέπει για να χουγιάξει τους φτωχούς,
ό,τι πρέπει για να θαμπώσει τις μανάδες και τα παιδιά στην παρέλαση.
Και φλογοβόλο άμα μου βάλεις να φορέσω,
εκεί να δεις επιτυχία:
φέρε μου άπιστους κι αμαρτωλούς και χαλασμένους
και σου τους κάνω κάρβουνο στο πιτς φιτίλι.
Μα περισσότερο από όλα, δες το κολοβό μου το ποδάρι:
με τούτο εδώ μπορείς να στήσεις ιστορία τρανή,
γιομάτη δάκρυα κι ερωτευμένες μπαλαρίνες
ό,τι πρέπει για αφηγήσεις γύρω από το μαγκάλι
και δάκρυα συγκίνησης – ενώ έξω μαίνεται η σφαγή...
Αυτά είπε ο μολυβένιος στρατιώτης·
και το αγόρι απέμεινε να τον κοιτά,
(όχι και τόσο αθώο πια – μέσα σε δυο λεπτά
θαρρείς πως είχε μεγαλώσει δέκα χρόνια).
Κι ευθύς αμέσως, αντί να τον πετάξει
τον κολοβό τον στρατιώτη στη φωτιά,
τον έστησε περήφανο στο κεντρικό το σκρίνιο του σαλονιού
κάτω από κείνονε που κόσμους κυβερνά.
Και μες στη νύχτα
ακούνε τα παιδιά το παραμύθι
κι όλο δακρύζουν, βέβαια, από συγκίνηση.
Και μες στη νύχτα σφάζει, όλο σφάζει, βέβαια,
ο μολυβένιος στρατιώτης.