Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
18
Η επιστροφή των συντρόφων
Γυρίσανε, που λες, οι σύντροφοι στο Θιάκι.
σαν τα ζώα έπεσαν στη γούρνα να πιουν νερό
κι ύστερα γύρεψαν ψωμί
για να χορτάσουν την παναθεματισμένη πείνα τους.
Βρήκαν τις γυναίκες τους γριές να φροντίζουν το εικονοστάσι,
τα παιδιά τους συνοριοφύλακες,
τους φίλους τους εργοδηγούς·
στα πάρκα κωνικούς θάμνους,
στις γωνιές φόλες για τ' αδέσποτα.
Πήγαν να μιλήσουν, να αφηγηθούν·
μα δεν το κατάφεραν: από το στόμα τους βγαίνανε κολοβές φράσεις,
πτώματα, παραγγέλματα σφαγής, βογκητά,
βρυχηθμοί τεράτων – λυγμοί.
Κάποτε κουτσά στραβά βάλανε την ιστορία τους στη σειρά –
όχι δακτυλικά εξάμετρα, μονάχα ξερές λέξεις...
Ας πούμε:
κάψαν την Τροία, σφάξανε τους νικημένους, μπήκαν στα καράβια,
ο Δυσσέας γύρεψε να φτάσει στις Σειρήνες,
τον φάγαν τα σκυλόψαρα, αυτοί γύρισαν –
κάπως έτσι
Μα στους φιλήσυχους πολίτες της Ιθάκης
διόλου δεν άρεσαν τα λόγια των συντρόφων...
Πού ακούστηκε να σκοτώνεται ο βασιλιάς και να ζούνε οι ναύτες;
Αφού το ξέρουν το σωστό: να χάνονται οι ναύτες
κι ο βασιλιάς να γυρίζει μονάχος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις,
έτοιμος να βάλει διπλοσκοπιές στις πύλες
περίπολα στην πόλη, δελτίο στο στάρι –
έτοιμος να αναγγείλει τις Δέκα Εντολές
και να ορίσει το Έτος Ένα.
Α, όχι: τούτοι οι σύντροφοι που γύρισαν από τον πόλεμο
δίχως τον βασιλιά τους
είναι ένα λάθος.
Αυτά είπανε κι αυτά αποφάσισαν
(οι φιλήσυχοι πολίτες της Ιθάκης, μην ξεχνιέσαι).
Και μια και δυο στείλανε τους στρατιώτες μέσα στη νύχτα,
τους μάζεψαν στην ακρογιαλιά
και τους σκότωσαν όλους·
τα πτώματα τα κάψαν επίτόπου –
ο πρωινός άνεμος πήρε μαζί του τη στάχτη,
καθώς και την τσίκνα της καμένης σάρκας.
Κι έπειτα άρχισαν τα ποιήματα
για κάποιους άμυαλους
που φάγανε του Ήλιου τα γελάδια
και χάθηκαν
(μ' έναν σμπάρο δυο τρυγόνια,
όπως συνήθως γίνεται).