Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
1
 
 
Ο Κανένας
 
(για τον οποίο γράφτηκε αυτό το βιβλίο)
 
 
 
 
         Σαν μπήκε μέσα στη σπηλιά
         (χαμός γίνονταν έξω, δεν είχε άλλο τρόπο να σωθεί)
         κούρνιασε με τους άλλους στη γωνιά·
         κι έντρομοι όλοι μαζί περίμεναν να έρθει ο τρομερός ο Κύκλωπας.
        
         Κι άλλοι ψιθυρίζανε Άγιος ο Θεός,
         άλλοι του ετοιμάζανε κοπέλες για θυσία,
         άλλοι σκάρωναν παραμύθια μήπως και τον ξεγελάσουν
         με μαγευτικούς τόπους και μεγάλους θησαυρούς και δόξες.
 
         (Ό,τι έχει ο καθένας κι ό,τι μπορεί...)
 
         Έτσι κι εκείνος: θυμήθηκε την παλιά ιστορία
         με κείνονε τον βασιλιά και κείνηνα τη λέξη,
         ούτις – ή κάτι τέτοιο
        
         Και το θυμότανε καλά πως όποιος γίνεται Κανένας γλυτώνει·
         εξάλλου αυτό του λέγανε οι θεολόγοι στο σχολειό
         απαγγέλοντας τα λόγια άλλων θεολόγων, πιο τρανών,
         να γίνεις Ούτις ενώπιον του Θεού σου κι άλλα τέτοια.
         Α, ήταν παλιά η μέθοδος, δοκιμασμένη·
         αρκούσε να το έπαιζε σωστά.
 
         Και μόλις μπήκε μέσα στη σπηλιά ο Κύκλωπας,
         και τους βρήκε στην άθλια γωνιά τους –σιγά το δύσκολο–,
         κείνος πετάχτηκε μπροστά, πρώτος απ' όλους,
         και, δίχως καν να ρωτηθεί, το φώναξε δυνατά,
         «Κανένας είναι το όνομά μου»,
         ελπίζοντας, ο έρημος, να την γλυτώσει.
 
         Μα αλίμονο, ήσανε μπούρδες τα μεγάλα τα ποιήματα,
         μπούρδες και τα λόγια των τρανών θεολόγων·
         μια στάλα γέλασε ο Κύκλωπας σαν άκουσε εκείνο το Κανένας
         κι ευθύς τον άρπαξε και τον έκανε μια χαψιά.