Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
53
Το τέλος του τσιγγάνικου μαχαλά
Το σχέδιο ήταν απλό:
έπρεπε να φύγουν οι τσιγγάνοι,
ξεχείλισε η πόλη και πήρε αξία η γη του μαχαλά τους –
άσε που άμα αδειάζαν απ' αυτούς θ' ανέβαινε το τετραγωνικό
σ' ολάκερη τη συνοικία, τι να λέμε.
Α, όλα κι όλα, αρκετά τους είχαν ανεχτεί για τόσα χρόνια
τρεις χιλιάδες γιούφτους να μένουν πλάι τους
στις άθλιες παράγκες τους τις βρομερές·
ας πήγαιναν πουθενά αλλού,
να δουν κι άλλοι τη γλύκα, που 'χουν τα λόγια εύκολα
και τους αντιρατσισμούς και τα τοιαύτα.
Όσο για τ' ότι οι τσιγγάνοι ζούσαν εκεί τριάντα χρόνια
ούτε κουβέντα· όσο για τ' ό,τι η γη τους ανήκε πια
λόγω χρησικτησίας, μούγγα κανονική, μπρακ.
Πλαστογραφήσανε χαρτιά, βάλαν τον Δήμο να κάμει
εικονικές πωλήσες σε ιδιώτες, κάναν μηνύσεις και αγωγές,
βγάλαν πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής,
κοινοποιούσανε χαρτιά στις παράγκες και δίκαζαν ερήμην –
τι ξέρανε οι τσιγγάνοι από χαρτιά;
Σιγά σιγά αρχίσανε τις απειλές:
κάτι «αγανακτισμένοι» πολίτες, κάτι Ενώσεις Ιδιοκτητών Γης Η Άσπρη Πέτρα,
μαζί και ξυρισμένοι μ' αλυσίδες, και δώσ' του περιπολικά
και αστυνόμοι να μπαινοβγαίνουν στον μαχαλά.
Κι έπειτα, με εντολή δημάρχου, σφραγίστηκαν οι βρύσες απ' τα πάρκα,
για να μη γεμίζουν τα μπιτόνια τους οι τσιγγάνοι –
πόσο θα αντέχανε χωρίς νερό;
Μα οι τσιγγάνοι ξέρανε από τέτοια –
μια και δυο άρχισαν να πήγαιναν στη βρύσα του νεκροταφείου·
ώσπου τους καταλάβανε οι δημαρχαίοι
και κλείδωσαν και το νεκροταφείο.
Και δώσαν εντολή στα σκουπιδιάρικα
να μη μαζεύουνε τα σκουπίδια από τον μαχαλά,
να γίνουνε βουνά οι νάιλον σακούλες, να ανοίξουν,
να σαπίσουν με τη βροχή, να βρωμίσει ο τόπος –
ν' αγανακτήσει επιτέλους ο κόσμος με τους βρομερούς τσιγγάνους
Κι έπειτα ανέλαβε ο δήμαρχος, κουστούμι και γραβάτα,
μια «λεβεντιά», «άνθρωπος των έργων κι όχι των λόγων»,
έκανε τις συμφωνίες με κάτι πουλημένους δήθεν «εκπροσώπους»
(μήτε τσιγγάνοι ήσαν μήτε που ζούσανε στον μαχαλά,
μα τάζανε στους τσιγγάνους λαγούς με πετραχήλια,
μοστράρανε και μια φωτογραφία αγκαλιασμένοι με τον υπουργό Τσ.,
«εμένα είναι φίλος μου ο Άκης» λέγανε,
«εγώ θα καθαρίσω για την πάρτη σας»).
Κι έτσι τους πείσανε τους τσιγγάνους να υπογράψουνε τα πρωτόκολλα,
κι έπειτα ένα χαρτί πώς μέχρι της Παναγιάς θα φύγουν.
Κι ο δήμαρχος δήλωσε στους δημοσιογράφους
«Ίσως, λέω ίσως, φανούμε σπλαχνικοί με τους τσιγγάνους
τους μήνες του καλοκαιριού
κι ανοίξουμε τις βρύσες των πάρκων, ίσως…»
Φυσικά καμιά βρύσα δεν άνοιξε –
μονάχα τον Αύγουστο στις δεκατρείς
(τότε που λείπανε οι πολλοί στα πανηγύρια
για τον Δεκαπενταύγουστο)
πήγανε τα ματ και άρχισαν να καίνε τις παράγκες,
μαζί να απειλούν πως το βράδυ θα κάψουν και τους ίδιους,
στο χέρι και οι αποφάσεις οι εξωστικές,
στο χέρι και οι υπεύθυνες δηλώσεις που υπογράψανε.
Τι να κάνουν οι τσιγγάνοι; – μάζεψαν τα παιδιά τους
και τα μπαούλα τους και φύγανε·
πήγανε σε μια ξερή κοίτη ποταμού, στο πουθενά –
από εκεί δεν θα τους έδιωχνε κανένας.
Μες στην αργία πιάσανε δουλειά οι μπουλντόζες,
μέχρι Δευτέρα ο μαχαλάς είχε χαθεί·
μπήκε και περίφραξη στο ρέμα –
μην και ξανάρθει κανένας από δαύτους
Πανηγύρισε σύσσωμος ο Δήμος:
«Έχουμε δημαρχάρα» είπανε, «όχι καμιά αδελφή»·
κι η δημαρχάρα εισέπραττε τα επινίκια·
μην το ρωτάς – ξαναεκλέχτηκε από την πρώτη Κυριακή.
Και ο νομάρχης δήλωσε στην τοπική εφημερίδα
«Παν οι τσιγγάνοι, έφυγαν, τι να τους κάνουμε,
χάθηκαν από το πρόσωπο της γης…» –
και χαίρονταν που γλύτωσε απ' τον κακό μπελά.
Έτσι έφυγαν οι τσιγγάνοι· και τώρα
να πολυκατοικίες εκεί που ήσαν οι παράγκες τους,
να δεντροφυτεύσεις και θέσεις πάρκιγκ,
σούπερ μάρκετ τρία και γυμναστήρια δύο και Κέντρο Νεότητας
όπου διδάσκονται μπαλέτο και καράτε
και μουσική προπαιδεία
για τα παιδιά των δημοτών της Άσπρης Πέτρας.