Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
31
Στο Περ Λασέζ, απόγευμα καλοκαιριού
(τα τρομερά αινίγματα της Σφίγγας;)
Ήρθε στο Περ Λασέζ μόνο και μόνο για τον τάφο του Ουάιλντ,
απόγευμα καλοκαιριού με τον χάρτη στα χέρια – πώς αλλιώς;
Κάποτε χώρισε από τους άλλους που πήγαιναν στον Μόρισον
και τράβηξε ίσια πάνω, να βγει στην Αβενιού Καρέτ,
να βρει τη Σφίγγα του Επστάιν.
Ώσπου έφτασε· αμήχανος κάθισε στο απέναντι ρείθρο
και κοίταξε το μάρμαρο εκείνου του Ουάιλντ:
στάμπες από κραγιοναρισμένα χείλη, φιλιά,
ξερά λουλούδια και ραβασάκια – άραγε για ποιόνε;
Μα για τον Όσκαρ, βέβαια,
που 'σαν ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη.
Και πάνωθέ τους εκείνη η πέτρινη η Σφίγγα,
βουβή, μουγγή, άγαλμα τάχα –
τι να ρωτάει μες στη σιωπή της
και ποια κορμιά να περιμένει να κομματιάσει…
Κι άρχισε να θυμάται τον Ντόριαν Γκρέι και τις σκοτεινές γυροβολιές του,
και βέβαια το αηδόνι που βάφει με το αίμα του το τριαντάφυλλο,
κι εκείνη την τρομερή Σαλώμη που φιλά το κομμένο το κεφάλι στο στόμα,
τα φίλησα τα χείλη σου, Ιωάννη – τι να λέμε:
δαγκωμασιές και αίματα,
λύσσα γι' αγάπη και για θάνατο.
Τότε φάνηκε η κοπέλα·
ανέβαινε μόνη της το απογευματινό κοιμητήρι
και πάνω της ζυγίζονταν η πιο λαμπρή ημέρα του καλοκαιριού:
κόκκινα μαλλιά, ίσως πορτοκαλιά, τζιν παντελόνι, χαϊμαλιά
κι αμάνικο κολλητό μπλουζάκι, ιδρωμένο στη μασχάλη
Κι έβλεπες να λαχανιάζουν οι καμπύλες του στήθους της
κι οι ρώγες της σκληρές πάνω απ' το βαμβακερό.
Μήτε τον είδε διπλωμένο στο ρείθρο του –
είχε αλλού τον νου της:
στάθηκε μπροστά στην πέτρινη Σφίγγα,
από την κωλοτσέπη της έβγαλε το κραγιόνι
κι έβαψε τα χείλια της.
Κι έπειτα γονάτισε, όπως σε προσευχή ή σε θυσία,
και φίλησε την πέτρα,
για ώρα, όπως φιλιούνται τα ζευγάρια στα παγκάκια.
Και μόλις τέλειωσε το φίλημά της,
η κοπέλα σηκώθηκε
και πήρε να κατεβαίνει την Καρέτ·
μήτε και τώρα τον πρόσεξε –
θαρρείς και τούτος ήσαν αόρατος, ανύπαρκτος να πεις...
Κι έτσι χάθηκε στο τέλος του δρόμου
ένα απόγευμα καλοκαιριού στο Περ Λασέζ·
α, ακόμη μια συνάντηση
που θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε...
(Κάπου εδώ τάχα μονολογεί ο αφηγητής: τ ι κ ρ ί μ α…)
Μα εκείνος την είχε δει – κι ίσως αυτό να ήσαν κάτι·
γιατί στο μυαλό του κιόλας
είχαν θαμπώσει ο Ντόριαν και η Σαλώμη
είχαν θαμπώσει τα αινίγματα της τρομερής της Σφίγγας
μπροστά στα κόκκινα τα χείλη της κοπέλας
και το λαχάνιασμά της, βέβαια,
και τη μουγγή τη σάρκα της
που 'χε ιδρώσει το αμάνικο μπλουζάκι.