Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
36
Ο Γιλντιρίμ κι οι προφητείες
Βράζει από τη ζέστα ο κάμπος του Κοσόβου,
βράζει κι η τρομερή η μάχη – το πιο μεγάλο μακελειό.
Από τη μια ο Σουλτάνος ο Μουράτ κι από την άλλη ο Κνεζ Λαζάρ,
τάχα Τούρκοι και Σέρβοι στη «Μάχη των Ουρανών» και άλλα τέτοια
(και βέβαια σύμμαχοι μυστήριοι εδώ κι εκεί)·
α, θα χαλαστεί ο κόσμος κι ο ντουνιάς.
Και στέκονται σε έναν λοφίσκο οι αστρολόγοι μάγοι
και οι σοφοί γραμματικοί (και οι λοιποί παρατρεχάμενοι)
και ετοιμάζονται να δουν τον ευνοούμενό τους.
Ιδού, λοιπόν: επικεφαλής της ιππικού ορμάει ασυγκράτητος
ο γιος του Σουλτάνου, ο Βαγιαζίτ,
ο τρομερός ο Κεραυνός για τον οποίο λέγονταν τόσα και τόσα.
Τι να τα λέμε· μόλις γεννήθηκε,
νεκρό κοράκι έπεσε στο περβάζι του
και στο ράμφος του άφριζε αίμα...
Αμέσως το είπανε οι μάγοι:
το μωρό θα γίνει ο Μέγας Αλέξανδρος της Ανατολής.
Κατόπιν πιάσανε δουλειά οι αστρολόγοι:
αυτό το αγόρι θα μπει καβαλάρης στο Παρίσι, το είπαν οι ουρανοί
(και, ως γνωστόν, οι ουρανοί δεν λαθεύουν).
Και πριν καν να ριχτεί στην πρώτη του την μάχη
ήδη το 'χανε γράψει οι γραμματικοί:
ίδιος με κεραυνός ορμάει –
α, να το και το παρόνομα της δόξας του: Γιλντιρίμ.
Και τώρα, στον κάμπο του Κοσόβου,
σκορπίζει τους εχθρούς ο μέγας Γιλντιρίμ –
οι ουρανοί είπαν πως μεγάλη δόξα τον περιμένει,
πως τούτη η ημέρα ήταν η μεγάλη ώρα του…
Και κομματιάζονται τα κορμιά της πεδιάδας –
μα ποιος νοιάζεται για τα κορμιά της πεδίαδας;
Για κάποιον Ισμαήλ, γιο τσαγκάρη, κάποιον Ιλχάν, γιο γανωτή,
για κάποιονε Θωμά, ψαρά στον Δούναβη;
Και γεμίζει ματωμένες σάρκες η κοιλάδα του Κοσόβου –
και χαίρονται οι Σουλτάνοι κι οι Βασιλιάδες·
όσο γεμίζουν σάρκα οι πεδιάδες
τόσο χρυσότερα θα 'ναι τα γράμματα που θα τους γράψει η Ιστορία.
Και χαίρονται, βέβαια, και οι αστρολόγοι μάγοι
και οι σοφοί γραμματικοί και οι συν αυτοίς:
ο ευνοούμενός τους ήτανε τεφαρίκι –
δεν πήγαιναν τζάμπα τα πνιγμένα κοράκια
και τα λοιπά τα κόλπα.
Ποιος κέρδισε στη μάχη; - μέσες άκρες, λένε, ο Σουλτάνος ο Μουράτ·
μα πού ακούστηκε ο νικητής να ξεψυχά μαχαιρωμένος στην καρδιά;
Οπότε, ας πούμε την αλήθεια: ο Βαγιαζίτ ήταν ο νικητής…
Αυτός, εξάλλου, κανόνισε τον αγαπημένο τον πατέρα –
ποιος Μίλος Όμπιλιτς και κολοκύθια,
αυτά είναι για να τα λεν αναμεταξύ τους οι φαντασιόπληχτοι οι Σέρβοι.
Ο φονιάς του Μουράτ ήσαν ένας μουγγός Τσερκέζος
σταλμένος, βέβαια, από τον Γιλντιρίμ
(έστω: σταλμένος από τους μάγους και τους γραμματικούς –
με τα λόγια θα παίζουμε;)
Κι έτσι τα πάντα έγιναν κατά το σχέδιο:
σε μιάνα μέρα και ο Μουράτ βγήκε από τη μέση,
κι ο Βαγιαζίτ γίνηκε σουλτάνος –
πόσο ακόμη θα περίμενε τον γέρο;
(Κι όσο για έναν αδελφό του
αυτόν κι αν τον έφαγε το μαύρο φίδι – αυτό δα έλειπε.)
Και τώρα όλα στήνονται για τον αλάστορα Γιλντιρίμ,
τον νέο Μέγα Αλέξανδρο·
το λένε όλες οι προφητείες, οι μάγοι, τ' άστρα τ' ουρανού:
ετούτος θα μπει καβαλάρης στο Παρίσι,
θα πλατσουρίσει στην πέρα θάλασσα
θα κατακτήσει ολάκερο τον κόσμο –
κι ο ουρανός δεν θα χωρά τη δόξα του...
Κι έτσι περνούν τα χρόνια· και να καινούριες προφητείες
και κόντρα προφητείες για το Παρίσι και τον κόσμο ολόκληρο,
και να σημάδια από τ' άστρα τ' ουρανού,
και να γεμάτες πεδιάδες – όλα τα δέοντα...
Κι από τα κουφάρια του Ισμαήλ και του Ιλχάν και του Θωμά
δεν έχει απομείνει τίποτε – μα τίποτε σου λέω.
Ώσπου κάποτε έρχεται ο απαίσιος ο Τιμούρ Λενκ με τις ορδές του
σαν τις ακρίδες που ερημώνουν τα σπαρτά
(κι άλλες προφητείες από εκεί πλευρά – κι άλλες γεμάτες πεδιάδες).
Κι αφήνουν πίσω τους αποκαΐδια και πυραμίδες με κομμένα κεφάλια.
Και στέλνει εκείνος ο Τιμούρ πρόταση για συνθήκη στον Βαγιαζίτ
κι ο Κεραυνός την γυρίζει πίσω μονομιάς – άκου λέει…
(Τι διάολο αλάστωρ Γιλντιρίμ θα ήτανε άμα έκανε κορδελάκια
μπροστά στον κάθε χωλό γέρο;)
Κι έτσι στην Άγκυρα καταφτάνει ο Σουλτάνος
να πολεμήσει ο ίδιος τον Χωλό, να τον συντρίψει επιτέλους…
Μα είναι πιο φρέσκος ο στρατός του Τιμούρ
και λιώνει τον στρατό του Βαγιαζίτ
(και, εννοείς, πάλι κομμματιασμένα πτώματα στην πεδιαδα –
τι να τα ξαναλέμε όλα αυτά;)
Κι ο νέος Μεγαλέξανδρος πιάνεται αιχμάλωτος –
κι ο Ταμερλάνος τον βάζει σ' ένα κλουβί και τον γυρνάει πέρα δώθε
να το δούνε όλοι που ένας κεραυνός μπήκε στην κλούβα.
Και πανικόβλητοι ψάχνουνε τους ουράνιους χάρτες και τα κιτάπια
οι αστρολόγοι μάγοι και οι γραμματικοί:
α, φαίνεται πως κάποιο ύπουλο συννεφάκι
σκέπασε το κακό το άστρο και τους ξεγέλασε.
Μπαρμπούτσαλα, λοιπόν, οι προφητείες,
μπαρμπούτσαλα και τ' άστρα τ' ουρανού,
τζάμπα και τα κομματιασμένα τα κορμιά της πεδιάδας – πάντοτε τζάμπα:
κι ο Βαγιαζίτ, ο Γιλντιρίμ που θα 'μπαινε καβαλάρης στο Παρίσι,
αργοπεθαίνει στο κλουβί του Ταμερλάνου,
την άνοιξη του χίλια τετρακόσια τρία.