Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
23
 
 
Ο Θωμάς
 
 
 
 
         Σαν είπανε οι άλλοι πως φάνηκε πάλι ο Ραββουνί,
         εκείνος άρχισε τα λόγια:
         Τίποτε δεν πιστεύω από τα παραμύθια σας,
         τίποτε από τις λάμψεις σας και τους κηπουρούς σας και τα μη μου άπτου σας –
         τα κουραφέξαλά σας αλλού...
         Εγώ θέλω να βάλω τα δάχτυλά μου στις καρφότρυπες·
         τότε μονάχα θα το παραδεχτώ πως πράγματι ανέστη ο Κύριος...
 
         Κι όσοι τον άκουγαν το είπαν,
         α, πάντοτε δύσπιστος ο Θωμάς...
         Ας είναι: θεάρεστος και η αμφιβολία εστί –
         αρκεί να γίνεται με μέτρο και σύνεση
         και στο τέλος ν' αποδεικνύει τη δόξα του Κυρίου μας...
 
         Έτσι ο Θωμάς γίνηκε μια θεάρεστη ιστοριούλα,
         μια σούπερ παραβολή για να συνετίζονται οι άπιστοι των αιώνων.
         Και βέβαια οι άλλοι μαθητές κάναν τον κούκο,
         πως τάχα δεν κατάλαβαν το πού το πήγαινε ο δίδυμος·
         αυτός ένας ερωτομανής ήτανε, ένας γκαβλιάρης,
         ένας που είχε βγει κοντά στον Ραββουνί για να βρει φρέσκα κορμιά –
         σιγά να μην τον ένοιαζε η αλήθεια:
         να κι άμα στρέχει η μετά θάνατον ζωή, να κι άμα δεν στρέχει.
 
         Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν
         –λέμε τώρα, μία στις χίλιες–
         ν' αγγίξει ξανά το φλογισμένο το κορμί,
         να πιάσει ξανά την γκαβλωμένη σάρκα.