Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
21
Παραμύθιπαραμύθι
Αχ παραμύθιπαραμύθι: μια φορά * κι έναν καιρό * ήταν μια κοπέλα που αγαπιότανε μ' ένα δάσος. * Μωρό την είχανε φέρει εκεί τα τσακάλια, * τη θήλασαν οι λύκοι, τη νανούρισαν * τα φίδια. * Όταν μεγάλωσε, έγινε * η Παναγία του Δάσους – * κάθε βράδυ έσμιγε μ' ένα δέντρο. * Και ψήλωναν τα δέντρα και μεγάλωναν * με τη λαχτάρα της.
Κάποτε ήρθε ένας Βασιλιάς στο δάσος· * κουβαλούσε μαζί του στρατό – * όπως πάντοτε κάνουνε οι βασιλιάδες. * Βρήκε, που λες, εκείνος μια τρίχα * από τα μαλλιά της Παναγίας * και την αγάπησε τρελά. * Έβαλε τους ντελάληδές του να τη φωνάξουν, * τάζοντάς της γάμους και παλάτια. * Κι όταν είδε πως εκείνη δεν * φανερώνονταν, ντελάλησε * τον εκβιασμό του: αν * όσο η κοπέλα δεν γίνονταν δική του * θα έκοβε τα δέντρα του δάσους * το ένα μετά το άλλο.
Τότε η Παναγία * έσμιξε με το πρώτο δέντρο που * πήγε να κόψει ο Βασιλιάς. * Κι όπως το πελέκι του * έκοψε τον κορμό, * έκοψε και τον λαιμό της κοπέλας. * Κι έτρεξε καταγής * το μαύρο της το αίμα.
Μεμιάς από κάθε δέντρο κύλησαν δάκρυα, * δάκρυα γιομάτα με παμπάλαιες * λαχτάρες, προδοσίες, * ματαιωμένες συναντήσεις. * Και σαν φιδάκια ήρθαν και * τύλιξαν το κομμένο κεφάλι * της Παναγιάς και το ζωντάνεψαν. * Κι όσην ζωή έδωσαν σε εκείνη, * άλλο τόσο όλεθρο έδωσαν * στον Βασιλιά και στους στρατιώτες: * Κι όποιον τους άγγιζαν * τον έκαναν πέτρα. Μήτε * ένας ξέφυγε από ολάκερο στρατό.
Έτσι έμεινε ζωντανή η Παναγία· * και καθώς δεν μπορούσε να σμίξει πια * με τους κορμούς * –είχε χαμένο το σώμα της–, * έβγαλε ρίζες και κλαδιά. * Κι άρχισε να αγγίζεται με τα δέντρα * και να αγκαλιάζεται και να φιλιέται * και να ενώνεται μαζί τους * – κι άρχισε ακόμη να αγκαλιάζεται * με τους πετρωμένους φονιάδες της * και να τυλίγεται γύρω τους.
Κι έτσι έσμιγαν ολημέρα. * Και μαύριζε ο ήλιος * απ' τα ουρλιάγματά τους.
Και τα βράδια * εκείνη η αποκεφαλισμένη τραγουδούσε * κάτι σαν νανούρισμα· * και τα δέντρα κλαίγανε * για να την μεγαλώσουν κι άλλο * να την αγκαλιάσουν όλο και περισσότερο. * Και κανένας βασιλιάς * δεν περνούσε πια με τους φονιάδες του * μέσα απ' το δακρυσμένο δάσος.