Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
56
Σεβίλη, 21ος αιώνας
Ήταν στ' αλήθεια σε φόρμα
εκείνη τη μέρα στον Καθεδρικό της Σεβίλης.
Ο ξεναγός τούς πήγε πρώτα στη Χιράλντα,
τους άφησε μια ώρα για να ανεβούν να κατεβούν
και να ψωνίσουν και τα απαραίτητα αναμνηστικά.
Έπειτα τους έμπασε μέσα στον ναό·
πλάι από τον «Τάφο του Κολόμβου» (τάφο να τον πει κανείς – μια απάτη)
άρχισε να τους δείχνει τα τέμπλα και τα αγάλματα
και να τους λέει τα γνωστά:
Τα δάκρυα των αγγέλων, φερ' ειπείν, είναι ζαφείρια της Γουατεμάλας,
τα δάκρυα της Παναγιάς ρουμπίνια της Βολιβίας
και το εκκλησιαστικό όργανο καμωμένο ολάκερο από ξύλο της Αϊτής,
και τα λοιπά και τα λοιπά.
Μα κάπου εκεί, ας πούμε στο αϊτινό ξύλο,
τον έκοψε ο δικός μας τον ξεναγό:
«Για φανταστείτε χωριά να καίγονται,
γυναίκες και μωρά να καίγονται στις φλόγες
παιδιά να πουλιούνται στα σκλαβοπάζαρα,
να θάβονται ζωντανά στα ορυχεία.
Για φανταστείτε ένα παιδί που το πετάνε στον γκρεμό
επειδή χτίκιασε και δεν μπορεί να δουλέψει άλλο.
Α, με το αίμα ετούτου του παιδιού είναι χτισμένοι οι καθεδρικοί σας,
με το αίμα των σφαγμένων φτιάχνονται τα δάκρυα της Παναγίας…»
Τα λόγια του έκαναν αίσθηση·
όσο να πεις όλοι στο γκρουπ συμφώνησαν –
κι ο μπαϊλντισμένος ξεναγός το μούγκωσε
(άλλο που δεν ήθελε κι αυτός).
«Α, έχετε δίκιο, έχετε δίκιο, αγαπητέ…»
του έλεγαν στο ρεστοράν που τους πήγανε για το γεύμα
ο ένας μετά τον άλλον (ναι, και ο συνταξιούχος δάσκαλος μετά της συζύγου
και ο νέος βιοτέχνης που είχε έρθει γαμήλιο ταξίδι),
«τέτοιοι ήσαν αυτοί οι αποικιοκράτες…».
Και η παρέα του – αυτοί κι αν του έδωσαν συγχαρητήρια,
θαρρείς να είχε πετύχει στις εξετάσεις,
«Ωραία τους τα έχωσες, μεγάλε» (ήτανε βέβαιο πως σε «κάποιους» τα είχε χώσει)
και δωσ' του να έρχονται οι μπίρες και οι σαγκρίες.
Κι αυτός αισθάνονταν ικανοποίηση το δίχως άλλο·
με δυο κουβέντες είχε κλέψει την παράσταση,
και τώρα, στο σεβιλιάνικο εστιατόριο,
χαίρονταν το υπέροχο μεσημέρι –
όποιος δεν είδε τη Σεβίλη μεσημέρι, λένε, δεν έχει δει τον Παράδεισο…
Κάποτε θέλησε να κατουρήσει (οι μπίρες, βλέπεις)·
στην τουαλέτα μια καθαρίστρια σφουγγάριζε.
Ήτανε μάλλον Μαροκινή, ή κάτι τέτοιο,
ξερακιανή, με ρουφηγμένα ζυγωματικά,
σκιαγμένη παραμέρισε για να περάσει ο πελάτης.
Πάτησε στα σφουγγαρισμένα,
κι έπειτα που κατούρησε –είχε ακατάστατη ροή–
το μισό κάτουρό του έπεσε έξω.
Μα δεν χολόσκαγε – θα τα σκούπιζε η καθαρίστρια.
Άνοιξε την πόρτα ξαλαφρωμένος,
πέρασε πλάι της σαν να ήσαν διάφανη
και βιάστηκε να επιστρέψει στο ανδαλουσιανό μεσημέρι του.
Κι ούτε σκεφτόταν πια εκείνο το παιδί
που χτίκιασε και το πετούνε στον γκρεμό.