Θανάσης Τριαρίδης * Ich bebe
 
 
 
52
 
 
Οι μελανιασμένες Νύμφες του ποταμού
 
(για το μικρό αγόρι που κάποτε θα γίνει:
ο Συνοριακός Φύλακας Θ.Τ.
ο Ειδικός Φρουρός Τ.Αθ.
ο Στρατιώτης Πεζικού Α.Τ. του Ν.
ο Meister Th.Tr.)
 
 
 
 
         Τα περίπολα βγήκανε στο ποτάμι με την αυγή. Αποβραδύς είχε έρθει η διαταγή: αφού βρέθηκε ένα πτώμα, πρέπει να βρεθούν άλλα είκοσι με τριάντα. Οι στρατιώτες βρίζουνε για την αβαρία – μονάχα ένας-δυο μιλούνε για τιμητική. Αν βρούνε πολλά πτώματα. Παγωνιά που βαράει βαθιά τον νου σου. Πλάι στο ποτάμι το δάσος. Εκεί: μελανιασμένες Νύμφες γυρνούνε ακόμη, κρατούνε στην αγκαλιά τους πυρωμένα κάρβουνα – για να ζεστάνουν ποιον;
 
******
 
         Λένε πως είναι Ιρακινοί – είναι απελπισμένοι οι Ιρακινοί και πάνε ντουγρού. Οι Κούρδοι έρχονται πιο προσεκτικοί· δύσκολο να ξεκινήσουν με φουσκωμένο ποτάμι. Άσε που τους Κούρδους δεν τους πουλάνε τζούφια περάσματα. Τους φοβούνται.
 
******
 
         Σε κάθε περίπτωση, είναι κάποιοι που τους πήρε το ποτάμι. Σε κάθε περίπτωση.
 
******
 
         Κάποτε φωνές από την Λέμβο Τέσσερα. Βρήκανε στα καλάμια μια γυναίκα κοντά στα τριάντα. Πεθαμένη. Το πρόσωπό της ένα μπλαβί – όχι τόσο τουμπανιασμένο όσο μπλαβί. Φοράει σπορτέξ παπούτσια. Στη μέση δεμένο κατι σαν μικρό ντορβαδάκι. Κάποιος υπολοχαγός ψάχνει να βρει χαρτιά – τι σημασία έχουν τα χαρτιά. Το χειρότερο: στο ντορβαδάκι της  μπισκότα, μια σοκολάτα κι ένα μπιμπερό. Μισογεμάτο. Κάτι άσπρο, κάτι σαν γάλα.
 
******
 
         Για ποιον είναι αυτό το μπιμπερό;
 
******
 
         Παγωνιά: το ποτάμι βγάζει στη θάλασσα. Η ιστορία ανήκει στον όλεθρο. Η πείνα είναι πόλεμος. Η καμπάνα χτυπάει για σένα.
 
******
 
         Για ποιον είναι αυτό το μπιμπερό;
 
******
 
         Να μην το συζητάμε, να μην το καταλάβουμε, να μην το βιώσουμε. Να φωνάξουμε αστυφύλακες και ψυχιάτρους για κάθε ενδεχόμενη παρεκτροπή, φιλοσόφους και ποιητές να μας μιλήσουν για το χαρούμενο μέλλον, για τη χαρούμενη εξέλιξη, για τη μεγάλη Εποχή. Ένα μπιμπερό στο ντορβαδάκι μιας πεθαμένης γυναίκας στον ποταμό Έβρο δεν σημαίνει τίποτε.
 
******
 
         Αχ, να σκεφτούμε ένα παραμύθι. Ας πούμε, μια κόκκινη κλωστή δεμένη όπου:
 
******
 
         Οι μελανιασμένες Νύμφες βγαίνουν στην ακροποταμιά – φωνάζουν τα συνθηματικά του ανάποδου ανέμου, φωνάζουν τα συνθηματικά της νοσταλγίας, της παράταιρης θλίψης, της λανθασμένης θάλασσας. Στις μελανιές τους, στο πυρωμένο κάρβουνό τους, στην απελπισία των ρυτίδων τους, στην αντίστροφη κόψη της αγάπης τους θα βρει το στερνό του καταφύγιο ένα χαμένο μωρό Ιρακινών ή Κούρδων, που το πήρε ο ποταμός Έβρος.
 
******
 
         Φωνάζουν τα συνθηματικά μόνες στον κόσμο.
 
******
 
         Μέχρι το απόγευμα τα περίπολα είχανε βρει οκτώ πεθαμένους. Κι ένας την προηγούμενη, εννιά. Δυο γυναίκες, εφτά άντρες. Διόλου χαρτιά – που σημαίνει μάλλον Ιρακινοί. Ένας είχε απάνω του ραμμένα πεντακόσια ευρώ. Ένας άλλος έναν βαφτιστικό σταυρό. Δεν τον φορούσε, τον είχε στην τσέπη του σακακιού του. Τα περίπολα να επιστρέψουν. Ο Λοχαγός θα κάνει αναφορά. Για το ντορβαδάκι με το μπιμπερό ούτε κουβέντα. Κάποιος από το Τέταρτο Γραφείο να κοιτάξει τι θα γίνει με τα πτώματα. Τέλος.
 
******
 
         Στα βιβλία το γράφουν κάπως έτσι: Τ έ λ ο ς.
 
******
 
         Πρωτύτερα το επιμύθιο – πάντοτε χρειάζεται ένα επιμύθιο: Το βράδυ ήρθε ο ανάποδος αγέρας στον ποταμό Έβρο. Ή θα έρθει. Ή κάτι τέτοιο.
 
******
 
         Μα όχι: το βράδυ δεν θα έρθει ο ανάποδος αγέρας στο ποτάμι. Οι μελανιασμένες Νύμφες δεν υπάρχουν· είναι μονάχα το επιμύθιό μας για τον χαμό των άλλων. Το μισογεμάτο μπιμπερό χάθηκε. Γ ι α  π ά ν τ α. Κανένας δεν θα ξαναρωτήσει γι' αυτό.