θανάσης τριαρίδης   * ÉGALITÉ

  

 

 

Πρώτη πράξη

 

 

1.

 

 

(Στη σκηνή, σκοτάδι. Κανείς δεν ξέρει πού βρισκόμαστε. Ακούμε δύο γυναικείες φωνές. Είναι η Σ και η Τ.

 

Η αίσθηση που έχουν οι θεατές είναι πως οι δυο τους χαϊδεύονται – πως είναι στο προκαταρκτικό στάδιο της σεξουαλικής πράξης. Παρά τα όσα λέγονται, οι φωνές είναι ξεκάθαρα γυναικείες.)

 

Τ: Δεν είναι σωστό…

 

Σ: Θέλω μόνο να το πιάσω…

 

Τ: Δεν είναι σωστό… Δεν πρέπει…

 

Σ: (Με ηδυπάθεια στη φωνή.) Γιατί δεν πρέπει;

 

Τ: Γιατί το παρατραβάμε…

 

Σ: Τι θα πει «το παρατραβάμε»;

 

Τ: Ξέρεις τι θα πει…

 

Σ: (Με πρόκληση.) Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να το πιάσω…

 

Τ: (Με εκνευρισμό.) Δεν πρέπει να το δεις…

 

Σ: (Φωνάζει με ενθουσιασμό.) ΤΟ ΑΓΓΙΞΑ…

 

Τ: (Πολύ ενοχλημένη.) Τραβήξου, γαμώτο

 

Σ: (Με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό.) ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΤΟ ΑΓΓΙΞΑ… ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΟ ΣΑΝ ΣΙΔΕΡΟ…

 

Τ: (Φωνάζει θυμωμένη.) Μην με αγγίζεις εκεί, γαμώτο

 

Σ: (Με ηδυπάθεια.) Είναι σαν πέτρα…

 

Τ: Είναι λάθος όλο αυτό…

 

Σ: Δεν υπάρχει κανένα λάθος… Λάθος είναι να φοβόμαστε ακόμη και τη σκιά μας…

 

Τ: Εσύ, δεν φοβάσαι;

 

Σ: Γιατί να φοβηθώ; Εδώ είμαστε εγώ κι εσύ – δεν πειράζουμε κανέναν…

 

Τ: «Εγώ κι εσύ»;

 

Σ: Ναι, «εγώ κι εσύ»…

 

Τ: (Βογγάει.) Οοο

 

Σ: (Με πολύ ερεθισμένη φωνή.) Εκτός αν εννοείς αυτόν εδώ, που μεγαλώνει…

 

Τ: (Σχεδόν ψιθυριστά.) Φοβάμαι…

 

Σ: (Πολύ ερεθισμένη.) Άσε με να τον πιάσω, ψωλαρά μου…

 

Τ: Φοβάμαι πως θα γίνει κάτι κακό…

 

Σ: (Με ενθουσιασμό, πάρα πολύ ερεθισμένη.) ΤΟΝ ΠΙΑΝΩ, ΨΩΛΑΡΑ ΜΟΥ… ΤΟΝ ΠΙΑΝΩ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΠΑΣΣΑΛΟΣ…

 

Τ: Πιάσ’ τον…

 

Σ: ΤΟΝ ΠΙΑΝΩ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΜΠΑΡΩ…

 

Τ: Τρομπάρισέ τον…

 

Σ: (Με ένταση.) Πες με «πουτάνα»…

 

Τ: (Αμήχανα.) Πουτάνα

 

Σ: (Με ένταση και εκνευρισμό.) «Τρομπάρισέ τον, πουτάνα»…

 

Τ: (Αμήχανα.) Τρομπάρισέ τον, πουτάνα

 

Σ: (Με εκνευρισμό, απογοήτευση και παραίτηση – και πλέον δίχως κανέναν ερωτικό τόνο στη φωνή της.) Δεν γίνεται έτσι…

 

Τ: (Ακόμη πιο άψυχα.) Τρομπάρισέ τον…

 

Σ: (Ακόμη πιο εκνευρισμένη.) Άσ’ το, δεν γίνεται…

 

(Η Τ ανάβει το φως. Δυο γυναίκες σε ένα δωμάτιο. Ίσως η Τ δείχνει να είναι μεγαλύτερη από την Σ. Είναι καθισμένες σε έναν καναπέ. Ίσως γυμνές ή μισοντυμένες· εάν στρέχει κάτι τέτοιο, ενώ μιλούνε φοράνε τα ρούχα τους.)

 

Τ: Σ’ το είπα πως θα γίνει κάτι κακό…

 

Σ: Δεν γίνεται να σου τρομπάρουν τον πούτσο και να κάθεσαι σαν αγγούρι…

 

Τ: Δεν μπορώ…

 

Σ: Τι θα πει «δεν μπορώ»;

 

Τ: Δεν μπορώ να γίνω άντρας…

 

Σ: Σιγά το δύσκολο…

 

Τ: Δεν είμαι άντρας…

 

Σ: Οι άντρες είναι απλά ζώα… Τους σηκώνεις την ψωλή και σε γαμάνε

 

Τ: Εγώ δεν μπορώ…

 

Σ: Είναι η ευκαιρία μας… Το καταλαβαίνεις;

 

Τ: Δεν ξέρω…

 

Σ: Τι δεν ξέρεις;

 

Τ: Δεν μπορώ…

 

Σ: (Φωνάζει.) ΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΓΑΜΩΤΟ;

 

Τ: (Αντιγυρίζει φωνάζοντας.) «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ» ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ»…

 

Σ: (Φωνάζει.) ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙΣ… ΤΟ ΕΓΡΑΦΕ ΣΤΟ ΦΑΚΕΛΟ…

 

Τ: Πιστεύεις πως όλα είναι δυνατά;

 

Σ: Αν το γράφει στο Φάκελο, σημαίνει πως γίνεται… Το έχουν μελετήσει αυτό…

 

Τ: Ποιοι το έχουν μελετήσει;

 

Σ: Οι ειδικοί… Ψυχολόγοι, γιατροί, τέτοιοι… Αυτοί που είναι αρμόδιοι να ξέρουν τι μπορείς και τι όχι…

 

Τ: Στο Φάκελο δεν ζητάνε από μας να κάνουμε σεξ…

 

Σ: Στο Φάκελο ζητάνε να ζήσουμε σαν αντρόγυνο… Ξέρεις τι κάνουνε τα αντρόγυνα;

 

Τ: Κάνουν πολλά πράγματα…

 

Σ: Τα αντρόγυνα γαμιούνται, μαλακισμένο Γα-μιού-νται

 

Τ: Τα αντρόγυνα κάνουν πολλά πράγματα…

 

Σ: Τι κάνουνε;

 

Τ: Ζούνε μαζί…

 

Σ: Πλέκουνε μαζί το βράδυ δίπλα στο τζάκι;

 

Τ: Εγώ είπα πως ζούνε μαζί…

 

Σ: Ξέρεις τι ακροαματικότητα έχει το πλέξιμο; Ξέρεις πόσους ενδιαφέρει ένα αντρόγυνο που πλέκει κασκόλ;

 

Τ: Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε…

 

Σ: Να μιλήσουμε για τι;

 

Τ: Για τα παιδιά μας…

 

Σ: Για τα παιδιά μας;

 

Τ: Ναι, για τα παιδιά μας… Αυτό δεν κάνουν τα ανδρόγυνα; Δεν μιλούνε για τα σχολεία των παιδιών;

 

Σ: Και θα καθίσει κάποιος να παρακολουθήσει δυο τρελές που θα μιλούνε για τα σχολεία των δήθεν παιδιών τους…

 

Τ: Ενώ αν παίξουν θέατρο πως η μια είναι άντρας και έχει ψωλή, θα το παρακολουθήσουν;

 

Σ: Ναι, θα το παρακολουθήσουν, ηλίθια… Κι αν αυτή η ψωλή είναι είκοσι πέντε εκατοστά και σκληρή σαν σίδερο, θα το παρακολουθήσουν ακόμη περισσότεροι…

 

Τ: Αυτό που λες είναι ξεφτίλα

 

Σ: Και το να μιλάς για τα σχολεία των παιδιών δεν είναι ξεφτίλα;

 

Τ: Είναι πιο αξιοπρεπές…

 

Σ: Είναι μαλακίες… Όλα όσα λες είναι μαλακίες… Έχουμε την ευκαιρία της ζωής μας και πρέπει να την αρπάξουμε…

 

Τ: Και η ευκαιρία είναι να γαμηθούμε;

 

Σ: Ναι, μαλακισμένη, αυτή είναι η ευκαιρία…

 

Τ: Δεν είναι δυνατόν να γαμηθούμε…

 

Σ: Μας βλέπουν εκατομμύρια… Όταν σε βλέπουν εκατομμύρια, πρέπει τα πάντα να είναι δυνατά…

 

Τ: Όχι, δεν είναι δυνατά τα πάντα…

 

Σ: Μπορούμε να δείξουμε τι αξίζουμε…

 

Τ: Εγώ δεν αξίζω… Λυπάμαι, αλλά νιώθω πως δεν αξίζω…

 

Σ: Είσαι μια αχάριστη… Μια γαμημένη αχάριστη… Σου δίνεται μια ευκαιρία που θα τη ζήλευαν όλοι, κι εσύ κάνεις τη μαλακισμένη

 

Τ: Είναι τρελό αυτό το παιχνίδι…

 

Σ: Σκάσε… Λίγα τα λόγια σου…

 

Τ: Δεν είναι καθόλου σωστό αυτό…

 

Σ: (Με ένταση.) Λίγα τα λόγια σου για το Παιχνίδι…

 

Τ: Δεν μας βάλανε να υπογράψουμε… Ήταν υποχρεωμένοι…

 

Σ: Δεν ήταν υποχρεωμένοι για τίποτε, μαλακισμένο

 

Τ: Ήταν υποχρεωμένοι να μας βάλουν να υπογράψουμε… Ο νόμος λέει πως πρέπει να υπάρχει υπογραφή του παίκτη…

 

Σ: Αυτοί ξέρουν το νόμο πολύ καλύτερα από σένα…

 

Τ: Το πρωί βρήκαμε ένα φάκελο κάτω από την πόρτα, κι αυτό ήταν όλο…

 

Σ: Αν ήθελες, μπορούσες να ανοίξεις την πόρτα… Αν άνοιγες την πόρτα, δεν θα υπήρχε Παιχνίδι…

 

Τ: Δεν γίνεται να μην υπογράφεις τίποτε…

 

Σ: Και τώρα, αν θέλεις, μπορείς να βγεις… Το Παιχνίδι έχει κανόνες… Ο πρώτος είναι πως, από τη στιγμή που θα πάρεις το Φάκελο, δεν ανοίγεις την πόρτα σου για είκοσι τέσσερις ώρες… Αν την ανοίξεις, βγαίνεις έξω…

 

Τ: Εγώ δεν είπα –

 

Σ: (Την κόβει. Με μεγάλη ένταση.) Άνοιξε την πόρτα και βγες… Αρκεί να ανοίξεις την πόρτα…

 

Τ: Εγώ μίλησα για τις υπογραφές…

 

Σ: (Φωνάζει, σε έξαλλη κατάσταση.) ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ ΠΑΣ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ…

 

Τ: Σε παρακαλώ, μην φωνάζεις…

 

Σ: (Με μεγάλη ένταση.) Θα φωνάζω όσο θέλω…

 

Τ: Δεν είναι σωστό να φωνάζουμε…

 

Σ: Δεν θα μου πεις εσύ τι είναι σωστό… Μας δόθηκε η πιο μεγάλη ευκαιρία και θέλεις να τα καταστρέψεις όλα…

 

Τ: Δεν θέλω να καταστρέψω τίποτε… Απλώς έκανα μια παρατήρηση…

 

Σ: Ήδη, τόσην ώρα που μιλάμε, χάνουμε θεατές…

 

Τ: Είπα μονάχα πως δεν πήραν τις υπογραφές μας… Κι αυτό δεν είναι σωστό…

 

Σ: (Πλησιάζει.) Αυτή είναι η ουσία του Παιχνιδιού… Η μαγεία… Ένα πρωινό, βρίσκεις το Φάκελο κάτω από την πόρτα σου, κι αυτό ήταν… Μπορεί να συμβεί στον καθένα… Χωρίς να το ζητήσεις…

 

Τ: Και αυτό είναι σωστό;

 

Σ: Είναι υπέροχο… Εσύ κοιμάσαι και κάποιος σκέφτεται για σένα… Σου ρίχνει ένα Φάκελο κάτω από την πόρτα σου… Και έχεις είκοσι τέσσερις ώρες δικές σου… Είναι… (Σταματάει, σαν να διστάζει για λίγο.) Είναι κάτι σαν τη Θεία Πρόνοια…

 

Τ: Δεν σε ρωτάει αν συμφωνείς…

 

Σ: Αυτό είναι που τρελαίνει εκατομμύρια ανθρώπους… Που δεν σε ρωτάνε… Κανένας δεν θέλει να τον ρωτάνε…

 

Τ: Εγώ θα ήθελα να με ρωτήσουν…

 

Σ: Σε ρώτησε κανείς στην κοιλιά της μάνας σου αν θέλεις να γεννηθείς; Ή αν θέλεις να είσαι κορίτσι ή αγόρι; Κανένα πεπρωμένο δεν σε ρωτάει…

 

Τ: Δεν είναι το ίδιο…

 

Σ: Είναι ακριβώς το ίδιο… Το Παιχνίδι είναι κάτι σαν δεύτερη γέννα… Σαν να ξαναγεννιέσαι από την κοιλιά της μάνας σου…

 

Τ: Δεν ξέρω… Νομίζω πως υπερβάλλεις…

 

Σ: Είναι μια νέα αρχή για τους ανθρώπους… Το λέει και ο τίτλος του: «ÉgalitÉ»… Ξέρεις τι θα πει Égalité;

 

Τ: Νομίζω πως ξέρω…

 

Σ: Τι θα πει, λοιπόν;

 

Τ: Πως είμαστε όλοι ίσοι…

 

Σ: (Πιάνει τα χέρια της Τ. Μιλάει με ενθουσιασμό.) Πως μπορούμε να γίνουμε ίσοι… Πως μπορούμε να ξαναγεννηθούμε ίσοι… Αρκεί να μην πετάξουμε την ευκαιρία στα σκουπίδια…

 

Τ: (Κλονισμένη.) Δεν ξέρω…

 

Σ: Αιώνες τώρα, οι άνθρωποι ονειρεύονται την Ισότητα… Τώρα το Παιχνίδι την πραγματοποιεί… Σου δίνεται η μεγάλη ευκαιρία, αυτή που περιμένουνε τόσοι και τόσοι… Πίστεψέ το και θα ανταμειφθείς… Μπορείς να ξαναγεννηθείς ίσος με τους άλλους…

 

Τ: Αρκεί –

 

Σ: (Την κόβει.) Αρκεί να το θέλεις…

 

~

 

2.

 

 

Τ: Αρκεί να κερδίσεις το Παιχνίδι…

 

Σ: Αν το θέλεις πολύ, το κερδίζεις…

 

Τ: Μα κερδίζουν ελάχιστοι…

 

Σ: Το κερδίζει ένας κάθε μέρα…

 

Τ: Ναι, μα κάθε μέρα παίζουν χιλιάδες – απ’ όλο τον κόσμο…

 

Σ: Αύριο το πρωί θα ανακοινώσουν το νικητή αυτού του εικοσιτετραώρου…

 

Τ: Είναι ένας στους εκατό χιλιάδες – ή κάτι τέτοιο…

 

Σ: Θα είναι εκείνος που το ήθελε πιο πολύ… Οι άλλοι είχαν την ευκαιρία τους… Αυτό είναι ισότητα…

 

Τ: Ο κόσμος αποφασίζει ποιον θα δει με απρόβλεπτα κριτήρια…

 

Σ: Ο κόσμος βλέπει αυτόν που το θέλει πιο πολύ…

 

Τ: Ο κόσμος ψηφίζει αυτόν που θα του κρατήσει την προσοχή…

 

Σ: (Την κόβει, εμφατικά.) Αυτόν που θα κάνει τα πάντα για να του κρατήσει την προσοχή…

 

Τ: Πιστεύεις πως μπορούμε να κερδίσουμε;

 

Σ: Ναι, το πιστεύω…

 

Τ: Εμείς οι δύο, ανάμεσα σε τόσες χιλιάδες; Γιατί να σταθούνε σε εμάς;

 

Σ: Γιατί το θέλουμε… Και επιπλέον έχουμε το πιο αβανταδόρικο θέμα… Ένα ανδρόγυνο… Καταλαβαίνεις τι μπορούμε να κάνουμε με ένα ανδρόγυνο; Ο Φάκελος θα μπορούσε να γράφει: «Άνθρωπος με σκύλο»… Έτσι όπως το ακούς: «Άνθρωπος με σκύλο»…

 

Τ: Ναι, θα μπορούσε…

 

Σ: Οπότε εσύ, που είδες πρώτη το Φάκελο, θα έκανες τον «άνθρωπο» κι εγώ το «σκύλο»…

 

Τ: Ναι, αυτό θα έπρεπε να γίνει…

 

Σ: Και τι θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος με το σκύλο;

 

Τ: Δεν ξέρω… Φαντάζομαι, θα τον τάιζε… Και θα του μάθαινε να φέρνει αντικείμενα…

 

Σ: (Ειρωνικά.) Πολύ ενδιαφέρον…

 

Τ: Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι ενδιαφέρον…

 

Σ: Πόσες φορές παρακολούθησες έναν άνθρωπο που τάιζε ένα σκύλο;

 

Τ: Δεν ξέρω… Ίσως καμία…

 

Σ: Υπάρχουν και χειρότερα… Θα μπορούσε ο Φάκελος να έγραφε «Άνθρωπος με χελώνα»…

 

Τ: (Επαναλαμβάνει μηχανικά.) «Άνθρωπος με χελώνα»…

 

Σ: Ή «άνθρωπος με καρχαρία ενυδρείου»…

 

Τ: (Με απορία.) «Καρχαρία ενυδρείου»;

 

Σ: Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν στα σπίτια τους ενυδρεία με μικρούς καρχαρίες…

 

Τ: Δεν ήξερα πως μπορούν οι καρχαρίες να ζήσουν σε ενυδρείο…

 

Σ: Όλοι μπορούν να ζήσουν σε ενυδρείο…

 

Τ: Δεν το έχω σκεφτεί…

 

Σ: Εκείνο που έχεις να σκεφτείς είναι πως ο δικός μας Φάκελος έγραφε: «Ανδρόγυνο»… (Πολύ εμφατικά.) Για σκέψου το: «Ανδρόγυνο»…

 

Τ: Το έχω σκεφτεί…

 

Σ: Και πού κατέληξες;

 

Τ: Δεν κατέληξα πουθενά…

 

Σ: Γιατί τον στείλανε σε εμάς αυτόν το Φάκελο;

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Πάντως όχι για να μιλήσουμε για τα σχολεία των παιδιών…

 

Τ: Ξέρω τι θα πεις τώρα…

 

Σ: Πού το ξέρεις;

 

Τ: Γιατί το λες συνέχεια… Από το πρωί λες συνέχεια το ίδιο πράγμα…

 

Σ: Τι λέω από το πρωί;

 

Τ: Πως τον έστειλαν για να μας δουν να το κάνουμε…

 

Σ: (Με ένταση.) Ναι, τον έστειλαν για να μας δουν να το κάνουμε… Να γαμιόμαστε μέχρι το τελευταίο λεπτό του χρόνου μας…

 

Τ: Αυτό το λες εσύ…

 

Σ: (Την κόβει επιθετικά.) Εσύ τι λες;

 

Τ: Εγώ λέω πως δεν ξέρω…

 

Σ: (Σαν να μην την άκουσε.) Σκέψου τους θεατές… Εκατομμύρια θεατές σε όλον τον κόσμο… Να πηγαίνουν βαριεστημένοι από δωμάτιο σε δωμάτιο… Να βλέπουν αμήχανους ανθρώπους να εκπαιδεύουν το σκύλο τους… Δήθεν αντρόγυνα να μιλούνε για τα παιδιά τους…

 

Τ: Το σκέφτομαι…

 

Σ: Τώρα σκέψου δύο ανθρώπους να γαμιούνται… Ένας άντρας να σκίζει τη γυναίκα του με μια ψωλάρα είκοσι πέντε εκατοστά… Κι αυτή να σπαρταράει και να ουρλιάζει από την γκάβλα και τον πόνο ταυτόχρονα… Εσύ, πού θα κολλήσεις;

 

Τ: (Αμήχανα.) Δεν είναι έτσι όλα τα γαμήσια

 

Σ: (Με μεγάλη ένταση.) Πες μου, πού θα κολλήσεις, μαλακισμένο;

 

Τ: (Ξεσπώντας.) Σε αυτούς που γαμιούνται…

 

Σ: (Επαναλαμβάνει με θριαμβικό τόνο.) Ναι, θα κολλήσεις σε αυτούς που γαμιούνται…

 

Τ: Ναι, μα στην περίπτωσή μας δεν γίνεται…

 

Σ: Δεν θέλεις να γίνει…

 

Τ: Δεν προλαβαίνουμε να γίνει… Έχουμε φάει τις ώρες μας…

 

Σ: Φυσικά και προλαβαίνουμε τα πάντα… Έχουμε τουλάχιστον τρεις ώρες για να ξημερώσει…

 

Τ: Ναι, αλλά ο κόσμος μάς προσπέρασε…

 

Σ: Ο κόσμος πάει κι έρχεται… Αν δούνε δράση, όλοι θα ξανάρθουνε…

 

Τ: Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως μπορεί να γίνει και να το νιώσουμε;

 

Σ: Φυσικά και μπορεί να γίνει… Εγώ είμαι κιόλας φτιαγμένη από πριν…

 

Τ: Και με τα είκοσι πέντε εκατοστά; Τι θα κάνουμε με αυτά;

 

Σ: (Δείχνει το κεφάλι της.) Η ψωλάρα είναι εδώ μέσα… Όλα είναι εδώ μέσα…

 

Τ: (Διστακτικά.) Και το άλλο;

 

Σ: Ποιο άλλο;

 

Τ: (Σαν να κομπιάζει.) Το άλλο… Δεν ξέρω αν μπορώ να το πω…

 

Σ: Πες το…

 

Τ: Αν επιτρέπεται που είμαστε συγγενείς…

 

Σ: (Με απορία, χαμηλόφωνα.) Συγγενείς;

 

Τ: Ξεχνάς πως είμαστε αδελφές;

 

Σ: (Με αυτοπεποίθηση.) Όχι φυσικά… Δεν το ξεχνάω…

 

Τ: Και τι λες γι’ αυτό;

 

Σ: Ακόμη καλύτερα…

 

Τ: Καλύτερα;

 

Σ: Εσύ τι λες; Αυτοί που στείλανε το Φάκελο δεν το ξέρουν πως είμαστε αδελφές;

 

Τ: Ίσως και να το ξέρουν…

 

Σ: Αυτοί ξέρουν τα πάντα… Και να σου πω κάτι: μας διάλεξαν επειδή είμαστε αδελφές…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Γιατί ο κόσμος θέλει να δει αδελφές που γαμιούνται… Θέλει απαγορευμένο σεξ, αιμομιξίες και τέτοια…

 

Τ: Οι κανόνες του Παιχνιδιού το επιτρέπουν;

 

Σ: Φυσικά και το επιτρέπουν… Το Παιχνίδι φτιάχτηκε για να αρέσει στον κόσμο…

 

Τ: Ίσως να έχεις δίκιο…

 

Σ: Ξέρεις τι σκέφτηκα; Πως ίσως πρέπει να κάνουμε μια αντιστροφή…

 

Τ: Αντιστροφή;

 

Σ: Ναι, να γίνω εγώ ο άντρας κι εσύ η γυναίκα…

 

Τ: Μα αυτό δεν επιτρέπεται… Ο Φάκελος έγραφε πως αυτός που θα τον πάρει πρώτος πρέπει να είναι το πρώτο υποκείμενο… «Αντρόγυνο» – που σημαίνει πως εγώ πρέπει να είμαι ο άντρας…

 

Σ: Θα είναι προστάδιο

 

Τ: Τι προστάδιο;

 

Σ: Θα το κάνουμε για να μπούμε στο ρυθμό… Για να αναδυθεί μέσα σου ο άντρας…

 

Τ: Νομίζω πως θα είναι κλεψιά…

 

Σ: Θα είναι προστάδιο… Κάτι σαν άσκηση… Μετά θα αλλάξουμε…

 

Τ: (Αμήχανα.) Δεν ξέρω…

 

Σ: Και πίστεψέ με, δεν θα στεναχωρεθεί κανένας θεατής…

 

Τ: Δεν ξέρω…

 

Σ: (Σε τραχύ κοφτό τόνο.) Ξέρω εγώ… (Ξαφνικά τη χαστουκίζει. Μιλάει σαν ερεθισμένος άντρας.) Και θα σε ξεσκίσω, καριολάκι

 

Τ: (Πολύ ενοχλημένη.) Μην με χτυπάς…

 

Σ: (Την αρπάζει από τα μαλλιά και την υποχρεώνει να σκύψει.) Θα σε χτυπάω όσο θέλω, πουτανάκι… Θα σε γαμάω και θα σε δέρνω όσο θέλω…

 

Τ: (Πονώντας.) Κλείσε το φως…

 

Σ: Α, θέλεις να κλείσω το φως, γαμημένη…

 

Τ: Σε παρακαλώ, κλείσ’ το…

 

Σ: (Της τραβάει πάλι τα μαλλιά. Με έξαψη.) «Σε παρακαλώ, γαμιά μου…»

 

Τ: Σε παρακαλώ, γαμιά μου…

 

Σ: Ναι, πουτανάκι, θα το σβήσω…

 

(Σβήνει το φως. Πλέον οι θεατές δεν βλέπουν τίποτε. Μόνο ακούνε.)

 

Σ: (Με επιτηδευμένη έξαψη.) Θέλεις να τον πάρεις, έτσι;

 

Τ: Ναι, τον θέλω…

 

Σ: Θέλεις να τον πάρεις, καριολάκι… (Τη χαστουκίζει.) Πες το δυνατά…

 

Τ: (Φωνάζει δυνατά.) Θέλω να τον πάρω…

 

Σ: Βγάλ’ τον έξω…

 

Τ: Να τον βγάλω;

 

Σ: Γονάτισε και βγάλ’ τον σαν καλή πουτάνα

 

Τ: Θα το κάνω…

 

Σ: Και πάρ’ τον στο στόμα σου…

 

Τ: Θα τον πάρω…

 

Σ: Πάρ’ τον βαθιά, μέχρι το λαρύγγι….

 

Τ: Θα τον πάρω…

 

Σ: Σκάσε και ρούφα, καριολάκι

 

Τ: Ρουφάω…

 

Σ: (Την κόβει.) Πάρ’ το βαθιά, καριόλα… Παρ’ τον μέχρι το λαρύγγι… Πάρ’ τον βαθιά μέχρι να δακρύσεις…

 

Τ: Ναι, θα δακρύσω…

 

Σ: Πες πως θα σε πνίξω... Πες πως θα σε πνίξω, γαμημένη…

 

Τ: Θα με πνίξεις…

 

Σ: Πες πως είναι μεγάλος… Πως είναι τεράστιος…

 

Τ: Είναι τεράστιος…

 

Σ: (Υψώνει τον τόνο της φωνής της. Ίσως και να την χτυπάει ξανά.) Φώναξέ το, γαμώ την Παναγία σου…

 

Τ: (Φωνάζει.) ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ, ΘΕΕ ΜΟΥ…

 

Σ: Και τι θα σε κάνει, πουτανάκι; Πες τι θα σε κάνει…

 

Τ: Θα με ξεσκίσει…

 

Σ: (Φωνάζει θριαμβικά.) Τa έμαθες τα λογια σου, πουτανάκι

 

Τ: (Φωνάζει κι αυτή με έξαψη.) Τα έμαθα και θέλω να με ξεσκίσεις…

 

Σ: ανοιξε τα ποδια σου, σκυλα… ανοιξε ΤΑ, να σε καρφωσω…

 

τ: μπεσ μεσα, γαμια μου…

 

Σ: (Φωνάζει ακόμη πιο δυνατά, σχεδόν ουρλιάζει.) ΜΠΑΙΝΩ, ΠΟΥΤΑΝΑ, ΜΠΑΙΝΩ…

 

Τ: ΜΠΕΣ, ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ, ΜΠΕΣ…

 

Σ: ΕΙΜΑΙ ΜΕΣΑ… ΜΕ ΝΙΩΘΕΙΣ, ΓΑΜΗΜΕΝΗ;

 

Τ: Μέχρι το λαιμό μου θέλω να μπεις…

 

Σ: Μέχρι το λαιμό σου έχω φτάσει, καριόλα

 

Τ: (Με ξερή φωνή, σε εντελώς αλλαγμένο τόνο.) Δεν έχεις φτάσει…

 

Σ: (Με έκπληξη.) Τι είπες;

 

Τ: Δεν έχεις φτάσει πουθενά…

 

Σ: (Προσπαθώντας να διατηρήσει το σεξουαλικό κλίμα.) Σε έχω ξεσκίσει, πουτανάκι

 

Τ: (Πάντοτε με ξερή φωνή.) Δεν έχεις ξεσκίσει τίποτε… Δεν έχεις τίποτε που να μπορεί να ξεσκίσει…

 

~

 

3.

 

 

Σ: (Με αλλαγμένο τόνο φωνής, πολύ προσβλητικό και περιφρονητικό.) Είσαι στ’ αλήθεια πολύ μαλακισμένο

 

Τ: Είναι γελοίο αυτό που κάνουμε…

 

Σ: (Ανάβει το φως. Οι δυο γυναίκες είναι στον καναπέ, μισοντυμένες και αναμαλλιασμένες. Η Σ σηκώνεται πολύ θυμωμένη. Μιλάει χαμηλόφωνα, γεμάτη νεύρο και οργή.) Άντε γαμήσου

 

Τ: Δεν βγάζει πουθενά…

 

Σ: (Καθώς ψάχνει τα ρούχα της με πολύ νευρικές κινήσεις.) Άντε στο διάολο, κομπλεξική…

 

Τ: Δεν μπορούν να γαμηθούν δυο άνθρωποι δίχως πούτσο

 

Σ: Σκάσε… Βούλωσ’ το… (Κινείται απειλητικά προς το μέρος της.) Κατάλαβες τι σου λέω;

 

Τ: Δεν βοηθάει η αντίδρασή σου…

 

Σ: Είσαι ένα κομπλεξικό σίχαμα…

 

Τ: Πρέπει να σκεφτούμε…

 

Σ: Δεν έχω να σκεφτώ τίποτε μαζί σου… (Ντύνεται βιαστικά.)

 

Τ: Και τι θα κάνεις;

 

Σ: Θα φύγω, μαλακισμένο… Θα φύγω και θα σε αφήσω να σαπίσεις…

 

Τ: Αν φύγεις, βγαίνουμε από το Παιχνίδι…

 

Σ: Να σαπίσεις, μυγόχεσμαΝα σαπίσεις… (Πηγαίνει προς την πόρτα.)

 

Τ: Και με τη μαμά το ίδιο έκανες…

 

Σ: (Σταματάει απορημένη.) Με τη μαμά;

 

Τ: Πάντοτε έφτυνες στη σαλάτα…

 

Σ: (Με ένταση.) Σε έχει χτυπήσει η αγαμησιά στο κεφάλι…

 

Τ: Θύμωνες και έφτυνες στη σαλάτα…

 

Σ: Σου στρίβει…. Μένεις απότιστη και σου στρίβει…

 

Τ: Πετούσες τις μύξες σου στα πιάτα των άλλων…

 

Σ: (Κινείται επιθετικά προς το μέρος της.) Θα σου γαμήσω την Παναγία, μπασταρδάκι…

 

(Η Σ επιτίθεται στην Τ. Εκείνη προσπαθεί να την αποφύγει..)

 

Τ: Μια μέρα κατούρησες μέσα σε ένα ποτήρι και…

 

Σ: (Τη ρίχνει κάτω.) Θα σε λιώσω σαν κατσαρίδα…

 

Τ: Άδειασες το κάτουρο στη σούπα…

 

Σ: (Ενώ τη χτυπάει.) ΣΚΑΣΕ, ΒΡΟΜΙΑΡΑ… ΣΚΑΣΕ…

 

Τ: Αλλά η μαμά…

 

Σ: Θα σε κόψω κομμάτια, καριόλα

 

Τ: Αλλά η μαμά εσένα αγαπούσε…

 

Σ: (Σταματάει σαστισμένη. Με αλλαγμένη φωνή.) Πού το ξέρεις;

 

Τ: Εσένα αγαπούσε… Μόνον εσένα…

 

Σ: (Με αμηχανία.) Σου το είχε πει;

 

Τ: Θυμάσαι τι έκανε η μαμά;

 

Σ: (Ενώ γέρνει προς τα πίσω.) Όχι, δεν θυμάμαι…

 

Τ: Έτρωγε τη φτυσμένη σαλάτα μέχρι το τέλος… Εμείς αηδιάζαμε και αυτή την έτρωγε…

 

Σ: Γιατί την έτρωγε;

 

Τ: Και εκείνη τη μέρα με τη σούπα… Πήγα και της το κάρφωσα εγώ… Έλπιζα να σε βάλει να τη φας – να σου βουτήξει το πρόσωπο μέσα στο πιάτο… Και αυτή σερβίρισε στο πιάτο της και έφαγε…

 

Σ: Γιατί; Πρέπει να μου πεις το γιατί…

 

Τ: Γιατί σε αγαπούσε…

 

Σ: Από αυτό το κρίνεις;

 

Τ: Μόνον κάποιος που σε αγαπάει μπορεί να πιει το κάτουρό σου…

 

Σ: Είσαι άρρωστη…

 

Τ: Ό,τι κι αν της έκανες, σε αγαπούσε… Ενώ εμένα…

 

Σ: (Με ειρωνικό τόνο.) Τι εσένα;

 

Τ: Με αγνοούσε… Σαν να μην υπήρχα…

 

Σ: (Πάντοτε επιθετικά.) Ίσως να είχε αλλεργία στα μυγοχέσματα

 

Τ: Ενώ εσένα, όσο έφτυνες στη σαλάτα, τόσο περισσότερο κολλούσε πάνω σου… Κι όταν πέθανε, γύρισε προς εσένα και ξεψύχησε…

 

Σ: Στ’ αλήθεια, είσαι διεστραμμένη…

 

Τ: (Με ένταση, σαν να μην άκουσε.) Γύρισε, σε κοίταξε και πέθανε…

 

Σ: Πολύ διεστραμμένη όμως…

 

Τ: Και να σκεφτείς, εγώ επέμεινα να τη θάψουμε στη γλάστρα του μπαλκονιού…

 

Σ: (Με έκπληξη και έξαψη.) Α, εσύ παίζεις χοντρό παιχνίδι…

 

Τ: Εσύ ήθελες να την πετάξουμε…

 

Σ: Κάνεις την παρθένα, αλλά παίζεις χοντρό παιχνίδι, αδελφούλα…

 

Τ: Συμφωνήσαμε να μην δηλώσουμε τον θάνατό της, για να παίρνουμε τη σύνταξή της… Αλλά δεν γινότανε να την πετάξουμε και στα σκουπίδια, σαν να ήταν σκυλί…

 

Σ: Όχι, καριόλα, δεν γινότανε…

 

Τ: Ο άνθρωπος πρέπει να καταλήγει στο χώμα…

 

Σ: Δεν μπορώ να πω, έχεις ταλέντο… Μόνο στο γαμήσι δεν τα καταφέρνεις… Αλλά άμα είναι να πουλήσεις αρρώστια, την έχεις έτοιμη…

 

Τ: Το λένε και οι παπάδες… Χους ει και εις χουν απελεύσει

 

Σ: Και δε μου λες… Χώρεσε στη γλάστρα η μαμά ή χρειάστηκε να την κόψουμε με το πριόνι;

 

Τ: Ποτέ δεν σεβάστηκες τη μαμά…

 

Σ: Έχεις δίκιο… Ήταν μικροκαμωμένη και χώρεσε…

 

Τ: Ποτέ δεν σεβάστηκες τίποτε…

 

Σ: Ξέρεις όμως κάτι; Ο Φάκελος έγραφε «Ανδρόγυνο»… Κι αν δεν γίνουμε Ανδρόγυνο, δεν θα μας βγάλει ούτε καν Νούμερο Επισκέψεων…

 

Τ: Η μαμά πίστευε πως δεν ήσουν κακός άνθρωπος… Ήσουν μονάχα βιαστική…

 

Σ: Απλώς θα σβήσει το λινκ μας… Και αυτό ήταν…

 

Τ: Εγώ γενικά πιστεύω πως δεν υπάρχει κακία… Υπάρχουν μονάχα στιγμές – και άνθρωποι που μπαίνουν στις λάθος στιγμές…

 

Σ: Θα σβήσει το λινκ και δεν θα έχουμε υπάρξει…

 

Τ: Ένα όνομα…

 

Σ: Τι όνομα;

 

Τ: Πρέπει να έχει ένα όνομα…

 

Σ: Ποιος;

 

Τ: Αυτός… Πρέπει να έχει ένα όνομα…

 

Σ: Ποιος «αυτός»;

 

Τ: Αυτός που θα γίνει ο άντρας ανάμεσά μας…

 

Σ: Γιατί… Χρειάζεται όνομα για να σε γαμήσει;

 

Τ: Πάντοτε χρειάζεται ένα όνομα… Οι άνθρωποι ψάχνουν το όνομά τους…

 

Σ: Η ώρα μας περνάει, κι εμείς μιλάμε για ονόματα…

 

Τ: Είναι μια αρχή το όνομα…

 

Σ: Ωραία, λοιπόν… Να τον πούμε Κένεντι… Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι

 

Τ: Γιατί «Κένεντι»;

 

Σ: Γιατί λένε πως την είχε τριάντα εκατοστά… Και γαμούσε και τη Μέριλιν

 

Τ: Ναι, αλλά δεν της φέρθηκε καλά… Την είχε μόνο για το πήδημα…

 

Σ: Όμως πηδούσε καλά…

 

Τ: Ήταν ρεμάλι… Την κορόιδευε…

 

Σ: Έχεις δίκιο… Να τον πούμε Τζον Λένον… Αυτός δεν ήταν ρεμάλι…

 

Τ: Νομίζω πως αυτός παραήταν καλός…

 

Σ: Και είχε μια άσχημη γυναίκα…

 

Τ: Θέλουμε κάποιον πιο… (Ψάχνει τη λέξη.)

 

Σ: Πιο τι;

 

Τ: Πιο μυστηριώδη…

 

Σ: Τι θα πει «μυστηριώδης»;

 

Τ: Δεν ξέρω πώς να το πω… Κάποιος που δεν μπορείς να ξέρεις τις αντιδράσεις του…

 

Σ: Ένας τρελός…

 

Τ: Ένας ποιητής…

 

Σ: Τι «ποιητής»;

 

Τ: Κάποιος που θα είναι κάτι περισσότερο από τον εαυτό του…

 

Σ: Εγώ δεν ξέρω ποιητές… Δεν ξέρω αν μπορούν να γαμήσουν οι ποιητές…

 

Τ: Θα είναι ο εαυτός του και μαζί κάποιος άλλος – κάποιος εχθρός του εαυτού του…

 

Σ: Να τον πούμε «Μπάιρον»…

 

Τ: «Μπάιρον»;

 

Σ: Είναι ο μόνος ποιητής που ξέρω… Είναι κάπως αρχαίος, βέβαια…

 

Τ: Εδώ που τα λέμε, δεν είναι άσχημη ιδέα…

 

Σ: Εγώ τον είπα για πλάκα… Εξάλλου, νομίζω πως είχα δει μια ταινία που έδειχνε πως ήταν πούστης

 

Τ: Ήταν απ’ όλα… Κάτι σαν κι εμάς δηλαδή…

 

Σ: Τι εννοείς; Πως εμείς είμαστε λίγο απ’ όλα; Πως είμαστε ανώμαλες;

 

Τ: Αν ήμασταν νορμάλ, τώρα θα μιλούσαμε για τα σχολεία των παιδιών… Ή για τη δόση του δανείου…

 

Σ: Δεν μπορώ να πω, αδελφούλα… Είσαι μια κρυμμένη μεγαλοφυΐα…

 

Τ: Εξάλλου, δεν είναι ντροπή να είσαι απ’ όλα – έτσι δεν είναι;

 

Σ: Μα φυσικά, αδελφούλα…

 

Τ: Τίποτε που υπάρχει δεν είναι ντροπή…

 

Σ: Και πώς θα μας γαμήσει ο ποιητής σου; Με στίχους;

 

Τ: Πρέπει να τον φτιάξουμε στο μυαλό μας… Να τον φτιάξουμε και να τον φέρουμε εδώ…

 

Σ: Εγώ σε ρώτησα για το γαμήσι

 

Τ: (Εμφατικά.) Αν τον φέρουμε εδώ, θα μας ξεσκίσει στο γαμήσι… Μέχρι το λαιμό θα μας καρφώσει…

 

Σ: Και πού ξέρεις εσύ τι γαμιάς ήτανε;

 

Τ: Στον καιρό του είχε κάνει πάταγο… Γαμούσε γυναίκες και άντρες σε όλην την Ευρώπη… Μέχρι και με άγαλμα είχε κοιμηθεί…

 

Σ: Με άγαλμα;

 

Τ: Ναι, με άγαλμα… Του γυάλισε ένα μαρμάρινο άγαλμα και το γάμησε

 

Σ: Δεν πάμε καλά… Αυτό δεν γίνεται…

 

Τ: Το έκανε, σου λέω…

 

Σ: (Με ένταση, σαν να θέλει να ακουστεί στο χώρο.) Γάμησε το μαρμάρινο άγαλμα;

 

Τ: Και έκανε και παιδί με την αδελφή του…

 

Σ: Παιδί με την αδελφή του;

 

Τ: Έτσι όπως το ακούς… Γι’ αυτό τον έδιωξαν από την Αγγλία…

 

Σ: (Με ενθουσιασμό.) Α, μου αρέσεις πολύ, αδελφούλα… Η μαμά θα ήτανε περήφανη για σένα…

 

Τ: Γυρνούσε όλη την Ευρώπη και –

 

Σ: (Την κόβει.) Γάμαγε ό,τι έβρισκε μπροστά του…

 

Τ: Και αυτό…

 

Σ: (Με έξαψη.) Πες μου εκατοστά… Πες μου εκατοστά, αδελφούλα…

 

Τ: Δεν ξέρω εκατοστά…

 

Σ: Πες μου χωρίς να ξέρεις… Δεν χρειάζεται πάντοτε να ξέρουμε… Εγώ υπολογίζω τουλάχιστον τριάντα…

 

Τ: Ξέρω μονάχα αυτό… Πως όταν μαθεύτηκε ότι πέθανε στην Ελλάδα, διάφορες ερωμένες του σε όλην την Ευρώπη άρχισαν να αυτοκτονούν… Σου λέει κάτι αυτό;

 

Σ: Πως τις γάμησε καλά… Οι γυναίκες ξέρουν να τιμούν τον καλό γαμιά τους…

 

Τ: Πως τις σφράγισε… Όπως σφραγίζει το πυρωμένο σίδερο…

 

Σ: (Με μεγάλη έξαψη.) Τουλάχιστον τριάντα πέντε εκατοστά…

 

Τ: Τους έκανε ζημιά, τέλος πάντων…

 

Σ: Και χοντρή σαν πάσσαλος… Σαν ρόπαλο που επιβάλλει τη σιωπή…

 

~

 

4.

 

 

Τ: Και να σκεφτείς, ήταν ανάπηρος…

 

Σ: (Σαστισμένη.) Ανάπηρος;

 

Τ: Είχε μια αναπηρία στους αστραγάλους και ουσιαστικά δεν μπορούσε να περπατήσει…

 

Σ: Πώς την έπαθε;

 

Τ: Γεννήθηκε με αυτήν… Ήταν μια εκ γενετής ατροφία – ή κάτι τέτοιο…

 

Σ: (Επαναλαμβάνει μηχανικά.) Εκ γενετής ατροφία…

 

Τ: Αν επιτρεπόταν να ανοίξουμε το Νετ, θα έβλεπα πληροφορίες… Αλλά από τη στιγμή που παίρνεις το Φάκελο, δεν μπορείς να ανοίξεις το Νετ… Το απαγορεύουν οι κανόνες του Παιχνιδιού…

 

Σ: Δεν χρειαζόμαστε το Νετ… Ξέρεις πολλές πληροφορίες…

 

Τ: Δεν έχω διαβάσει καθόλου τα ποιήματά του… Θα μπορούσα να βρω ποιήματα… Και χρήσιμες λεπτομέρειες…

 

Σ: Δεν χρειάζονται πολλές λεπτομέρειες… Και αυτό για την αναπηρία, μπορούσες να το είχες παραλείψει…

 

Τ: Γιατί; Σε ξενέρωσε;

 

Σ: Δεν ξέρω… Τον σκέφτομαι σαν να ήταν κάτι παράξενο… Κάτι σαν τέρας…

 

Τ: Ήταν κάτι σαν τέρας… (Σκεπτική.) Κι εμείς…

 

Σ: Κι εμείς τι;

 

Τ: Κι εμείς κάτι σαν τέρατα θέλουμε να γίνουμε…

 

Σ: (Κάπως ενοχλημένη.) Εμείς θέλουμε να κερδίσουμε το Παιχνίδι… Μας ενδιαφέρει ο Αριθμός Μοναδικών Επισκέψεων… Και έχουμε ελάχιστο χρόνο…

 

Τ: Πρέπει να μιλήσουμε για τον θάνατό του…

 

Σ: Γιατί;

 

Τ: Γιατί θέλουμε να τον ξαναγεννήσουμε, γι’ αυτό…       

 

Σ: Τι είχε ο θάνατός του;

 

Τ: Πέθανε νέος…

 

Σ: Τουλάχιστον δεν του μαράθηκε ο πούτσος

 

Τ: Το επιδίωξε…

 

Σ: Αυτοκτόνησε;

 

Τ: Όχι… Αλλά ήθελε να πεθάνει πολεμώντας…

 

Σ: Πολεμώντας;

 

Τ: Γι’ αυτό πήγε να πεθάνει στην Ελλάδα… Είχανε επανάσταση τότε στην Ελλάδα… Βρήκε κι έναν έλληνα εραστή… Ήθελε να το παίξουν Αχιλλέας και Πάτροκλος…

 

Σ: Ποιος είναι ο Πάτροκλος;

 

Τ: Ο εραστής του Αχιλλέα… Μια παλλακίδα που κάποτε φόρεσε τη στολή του γαμιά της και βγήκε στη μάχη…

 

Σ: Και τι έγινε στη μάχη;

 

Τ: Ό,τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις… Τον κάνανε κομμάτια…

 

Σ: Κι ο Αχιλλέας;

 

Τ: Ο Αχιλλέας βγήκε για να εκδικηθεί…

 

Σ: Κι ο Μπάιρον πώς θα πολεμούσε, που ήταν σακάτης;

 

Τ: Δεν ξέρω… Προφανώς θα ήταν πάνω στο άλογο… Αλλά δεν πρόλαβε…

 

Σ: Γιατί δεν πρόλαβε;

 

Τ: Πριν αρχίσουν οι μάχες, πέθανε από πυρετό…

 

Σ: Αυτό είναι ξενέρωτο…

 

Τ: Αυτό έγινε…

 

Σ: Εγώ τον θέλω να έχει πεθάνει πάνω στο γαμήσι… Να τον ξεκοίλιασε ο εραστής του από τη γκάβλα

 

Τ: Θα του άρεζε αυτό…

 

Σ: Του άρεζαν τα ξινά;

 

Τ: Πίστευε πως ο θάνατος είναι το κέντρο της ομορφιάς…

 

Σ: Αυτό το έχεις διαβάσει…

 

Τ: Όχι, αλλά είμαι σίγουρη… Αυτοί οι ποιητές τρελαίνονταν με τον θάνατο…

 

Σ: Ναι, ε…

 

Τ: Και με τους τάφους… Και τα φαντάσματα… Και τα δειλινά…

 

Σ: Τα δειλινά;

 

Τ: Το δειλινό είναι ο θάνατος του ήλιου…

 

Σ: Μάλιστα…

 

Τ: Οι ποιητές, σε ένα ξεκοιλιασμένο σώμα, βλέπουν ένα δειλινό…

 

Σ: Εσύ ξέρεις από αυτά…

 

Τ: Θέλεις να τον κάνουμε έτσι;

 

Σ: «Να τον κάνουμε έτσι»;

 

Τ: Να πεθαίνει ξεκοιλιασμένος…

 

Σ: Μα αφού πέθανε από πυρετό…

 

Τ: Μπορούμε τον δικό μας «Μπάιρον» να τον κάνουμε να πεθαίνει έτσι…

 

Σ: Επιτρέπεται αυτό;

 

Τ: Γιατί να μην επιτρέπεται;

 

Σ: Και πώς θα έρθει να μας γαμήσει ξεκοιλιασμένος;

 

Τ: Δεν θα έρθει ξεκοιλιασμένος… Απλώς θα το κουβαλάει μέσα του… Θα το έχει γραμμένο μέσα του…

 

Σ: Δεν το καταλαβαίνω αυτό…

 

Τ: Οι άνθρωποι κουβαλάμε πράγματα μέσα μας… Δεν τα γνωρίζουμε, αλλά τα κουβαλάμε… Όπως ένας ελάχιστος σπόρος που κουβαλάει μέσα του ένα θεόρατο δέντρο…

 

Σ: Και εμείς αυτόν τον «Μπάιρον», τον δικό μας, μπορούμε να τον κάνουμε να κουβαλάει ό,τι θέλουμε;

 

Τ: Νομίζω πως μπορούμε… Δεν μπορεί να μας το απαγορεύσει κανείς…

 

Σ: Μου αρέσει αυτό…

 

Τ: Σου αρέσει, ε;

 

Σ: Με κάνει να αισθάνομαι σημαντική…

 

Τ: Αυτό είναι θετικό…

 

Σ: Όχι, δεν τον θέλω ξεκοιλιασμένο…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Δεν μου αρέσουν τα εντόσθια…

 

Τ: ΟΚ, πάσο…

 

Σ: Και πώς θα έρθει αυτός ο «Μπάιρον»;

 

Τ: Τι εννοείς «πώς θα έρθει»;

 

Σ: Πώς θα γίνει το κόλπο και θα έρθει ο «Μπάιρον» μέσα μας – αυτό εννοώ…

 

Τ: Θα κλείσουμε τα φώτα και ένας από τους δυο μας θα γίνει αυτός…

 

Σ: Εσύ θα γίνεις… Εσύ πρέπει να γίνεις ο άντρας…

 

Τ: Εγώ θα γίνω… Θα πούμε πως ξυπνάω από τον ύπνο και δεν θυμάμαι τίποτε…

 

Σ: Και εγώ τι θα κάνω;

 

Τ: Θα μου πεις πως είμαστε ζευγάρι…

 

Σ: Πως είμαστε παντρεμένοι…

 

Τ: Όχι παντρεμένοι… Θα πούμε πως είμαστε παλιοί εραστές και έχουμε καιρό να βρεθούμε… Θα ήταν πιο ταιριαστό αυτό…

 

Σ: Και μετά;

 

Τ: Μετά θα γίνουν όσα πρέπει να γίνουν…

 

Σ: Ο «Μπάιρον» θα θυμηθεί;

 

Τ: Ναι… Μετά τα πρώτα λεπτά θα θυμηθεί… Οι ποιητές πάντοτε θυμούνται…

 

Σ: Και θα δουλέψει αυτό;

 

Τ: Δεν ξέρω – μα δεν έχουμε άλλη λύση… Ίσως και να δουλέψει… (Χαμηλόφωνα, σαν να μονολογεί.) Αν έχει κρυμμένη ψυχή, θα πετύχει…

 

Σ: Είπες πως τον δικό μας «Μπάιρον» μπορούμε να τον κάνουμε όπως θέλουμε…

 

Τ: Ναι, το είπα…

 

Σ: Ξέρεις πώς τον θέλω;

 

Τ: Πώς τον θέλεις;

 

Σ: Τον θέλω φονιά…

 

Τ: Φονιά;

 

Σ: Ναι, φονιά… Και ποιητή και φονιά… Και γαμιά βέβαια… Να ξεσκίζει με την ψωλάρα του και πάνω στη χυσιά να σε πνίγει…

 

Τ: Γιατί να το κάνει αυτό;

 

Σ: Γιατί θα τον έχεις παρακαλέσει εσύ… Γιατί θα σε έχει γαμήσει έτσι, που θα θέλεις να πεθάνεις πάνω στον πούτσο του…

 

Τ: Αυτό είναι άρρωστο…

 

Σ: Μα ο θάνατος είναι το κέντρο της ομορφιάς… Εσύ το είπες…

 

Τ: (Χαμηλόφωνα.) Ναι, εγώ το είπα…

 

Σ: Και το δειλινό είναι ο θάνατος του ήλιου… Έτσι δεν είναι;

 

Τ: (Απρόθυμα.) Έτσι…

 

Σ: Να βάζει τα χέρια στο λαιμό σου, κι εκεί που σπαρταράς να σε πνίγει…

 

Τ: Δεν ξέρω…

 

Σ: Εσύ είπες πως μπορούμε να τον φτιάξουμε όπως θέλουμε…

 

Τ: Δεν ξέρω αν συμφωνώ…

 

Σ: Εσύ ήθελες να είναι ποιητής και το δέχτηκα…

 

Τ: Δεν πάει έτσι…

 

Σ: Έτσι πάει… Εσύ τον κάνεις ποιητή κι εγώ φονιά… Και εδώ που τα λέμε, δεν θα είναι και ακριβώς φονιάς…

 

Τ: Τι θα είναι;

 

Σ: Κάτι σαν άγγελος-λυτρωτής… Κάποιος που θα σε γαμάει μέχρι το τέλος της νύχτας…

 

Τ: Είναι η αλήθεια πως με εκπλήσσεις…

 

Σ: Γιατί;

 

Τ: «Άγγελος-λυτρωτής»… Δεν το περίμενα από σένα…

 

Σ: Με θεωρείς ένα άξεστο ζώο;

 

Τ: Δεν σε είχα για τόσο επινοητική…

 

Σ: (Τονίζοντας τη λέξη «αδελφούλα».) Ούτε εγώ εσένα, αδελφούλα…

 

Τ: Πρέπει να του βρούμε και ένα τραγούδι…

 

Σ: Τι τραγούδι;

 

Τ: Ένα τραγούδι για να τον καλέσουμε… Μια μουσική που θα είναι δική του, τέλος πάντων…

 

Σ: Και σε τι θα χρησιμεύει αυτή η μουσική;

 

Τ: Όταν θα την ακούμε, θα ξέρουμε πως ξυπνάει…

 

Σ: (Κοιτάζει γύρω της τους τοίχους και το ταβάνι, σαν να βλέπει αόρατες κάμερες. Με αλλαγμένο, επιδοκιμαστικό ύφος.) Αδελφούλα, θα έπρεπε να γίνεις σκηνοθέτης…

 

Τ: Θα ψάξω εγώ μια μουσική… (Σηκώνεται και πηγαίνει προς το ράφι με τα cd.)

 

Σ: Σοβαρά το λέω… Αυτοί που γυρίζουν ταινίες, νομίζεις πως είναι καλύτεροι;

 

T: (Ψάχνοντας στα cd.) Έχω κάτι στο νου μου…

 

Σ: Σ’ το λέω εγώ… Δεν είναι καλύτεροι… Απλώς είναι μέσα στα κόλπα…

 

Τ: Θα βάλουμε Κάλλας… Μαρία Κάλλας

 

Σ: Βάλε ό,τι θέλεις…

 

Τ: Την ξέρεις την Κάλλας;

 

Σ: Νομίζω πως την ξέρω…

 

Τ: Ήταν η πιο μεγάλη τραγουδίστρια του κόσμου…

 

Σ: Είχα δει μια ταινία γι’ αυτήν… Τα είχε φτιάξει με έναν πλούσιο… Αλλά αυτός την κορόιδευε…

 

Τ: Έχανε τη φωνή της…

 

Σ: (Με απορία.) Τι έκανε;

 

Τ: Καθώς περνούσαν τα χρόνια, έχανε τη φωνή της… Σαν να ξεραίνονταν οι φωνητικές χορδές… Σαν να γινόταν κάποια άλλη…

 

Σ: Αυτό δεν γίνεται συνήθως με τις τραγουδίστριες που γερνούνε;

 

Τ: Σε αυτήν άρχισε όταν ήταν τριάντα χρονών… Και σε δεκαπέντε χρόνια είχε μείνει βουβή…

 

Σ: Ίσως να τιμωρήθηκε…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Δεν ξέρω… Που ήταν τόσο ξεχωριστή…

 

Τ: Από ποιον να τιμωρήθηκε;

 

Σ: Από τον Θεό…

 

Τ: Μην λες βλακείες…

 

Σ: Από το πεπρωμένο…

 

Τ: (Με έκπληξη.) «Πεπρωμένο»; Με ξαφνιάζεις…

 

Σ: Κι εσύ, αδελφούλα…

 

Τ: Θα άρεζε αυτή η λέξη στον «Μπάιρον»…

 

Σ: Είμαι σίγουρη, αδελφούλα…

 

Τ: Λοιπόν, θα τον καλέσουμε με Κάλλας

 

Σ: Ας είναι, αδελφούλα…

 

Τ: Θα σβήσουμε το φως και θα τον ξυπνήσουμε… Κοιμάται βαριά… Έχει έρθει από μεγάλο ταξίδι στο σπίτι της ερωμένης του…

 

Σ: (Κοιτάζοντας τους τοίχους, σαν να προσπαθεί να δει τις αόρατες κάμερες.) Ελπίζω μόνο να μην γίναμε βαρετές…

 

Τ: Γιατί να γίνουμε βαρετές;

 

Σ: Δεν ξέρω… Πολλή κουλτούρα έχει πέσει εδώ μέσα… Μπάιρον, Κάλλας

 

Τ: Δεν πειράζει… Η κουλτούρα μαγεύει τον κόσμο…

 

Σ: Και το σκοτάδι δεν βοηθάει τους Μοναδικούς Επισκέπτες…

 

Τ: Το σκοτάδι είναι για την αρχή… Όταν έρθει για τα καλά ο «Μπάιρον», θα ανάψουμε το φως…

 

Σ: Πρέπει όμως να ανάψουν και τα αίματα…

 

Τ: Μην ανησυχείς, καλή μου… Θα ανάψουν τα αίματα…

 

Σ: (Με προσποιητά ερεθισμένο τόνο.) Και οι πούτσες πρέπει να σηκωθούν… Να γκαβλώσουν και να σηκωθούν…

 

Τ: Κι αυτό θα γίνει…

 

Σ: Και τα μουνιά να ξεχειλίσουν, αδελφούλα…

 

Τ: Είσαι έτοιμη, καλή μου;

 

Σ: Ναι, είμαι έτοιμη, αδελφούλα…

 

Τ: Να σε δω, λοιπόν… (Πατάει το κουμπί του cd player. Κλείνει το φως. Στη σκηνή σκοτάδι.)

 

Σ: Θα με δεις, αδελφούλα… Τώρα θα με δεις…

 

(Από το cd player ακούγεται η Κάλλας να τραγουδά την άρια Ah, fors’è lui che l'anima από την Τραβιάτα του Βέρντι. Στην αρχή δυνατά, σιγά σιγά το τραγούδι ξεμακραίνει:

 

Ah, fors'è lui che l'anima

solinga ne' tumulti

godea sovente pingere

de' suoi colori occulti!

Lui che modesto e vigile

all'egre soglie ascese,

e nuova febbre accese,

destandomi all'amor.

A quell'amor ch'è palpito

dell'universo intero,

misterioso, altero,

croce e delizia al cor!)

 

~

 

5.

 

 

(Ενώ η άρια της Κάλλας σβήνει, μέσα στο σκοτάδι ακούγεται η φωνή της Τ, ως «Μπάιρον».)

 

Τ: (Με ήρεμη φωνή, χωρίς να φωνάζει.) Είναι κανείς εδώ; Είναι κανείς εδώ;

 

Σ: Ναι, είναι κάποιος εδώ…

 

Τ: Πού είμαστε; Ποια είσαι;

 

Σ: Δεν γνώρισες τη φωνή μου, αγάπη μου;

 

Τ: (Επαναλαμβάνει μηχανικά, σαν να έχει αλλού το μυαλό της.) Τη φωνή σου…

 

Σ: Κάποτε ορκιζόσουν πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ τη φωνή μου…

 

Τ: (Πάντοτε μηχανικά.) Κάποτε ορκιζόμουν…

 

Σ: Ναι, ορκιζόσουν στο Δειλινό…

 

Τ: Πού βρίσκομαι;

 

Σ: Μα πού αλλού; Στο σπίτι μας, αγάπη μου… (Σαν να μονολογεί.) Έστω, στο σπίτι μου που κάποτε το έλεγες «σπίτι μας»…

 

Τ: Κοιμήθηκα πολύ…

 

Σ: Ήσουν απίστευτα κουρασμένος χθες όταν ήρθες… Σαν να είχες περπατήσει το γύρο του κόσμου…

 

Τ: (Σκεπτική.) Ναι, είχα περπατήσει πολύ…

 

Σ: Αλλά δεν παραπονιέμαι… Χόρτασα να σε βλέπω κοιμισμένο…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Θυμάσαι που έλεγες πως δεν χρειάζεσαι διόλου ύπνο; Πως μπορείς να ζεις δίχως να κοιμάσαι; Πως έχεις περάσει εφτά χρόνια άυπνος;

 

Τ: Η μυρωδιά μού είναι γνώριμη…

 

Σ: Υποδυόσουν το διάβολο…

 

Τ: Δεν υποδυόμουν κανέναν…

 

Σ: Εγώ το είχα πιστέψει… Ήμουνα σίγουρη πως ήσουν ο διάβολος… Αλλά δεν με ένοιαζε…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Γιατί σε αγαπούσα… Ακόμη κι όταν με ξέχασες, σε αγαπούσα…

 

Τ: Δεν σε ξέχασα… Ποτέ δεν ξεχνάω…

 

Σ: Έλειψες τόσα χρόνια… Έχω κάθε δικαίωμα να πιστεύω πως με ξέχασες….

 

Τ: Ποτέ δεν σε ξέχασα…

 

Σ: Τι έκανες;

 

Τ: Ήμουν αλλού… Έκανα πράγματα που έπρεπε να γίνουν…

 

Σ: Κι εγώ; Τι έκανα εγώ;

 

Τ: Εσύ με περίμενες…

 

Σ: Ναι… Σε περίμενα… Πέρασαν τόσα χρόνια και σε περίμενα…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Τι γιατί;

 

Τ: Γιατί με περίμενες;

 

Σ: Μα γιατί σ’ αγαπάω – για τι άλλο;

 

Τ: Θα ανοίξεις το φως;

 

Σ: Όχι… Όχι ακόμη…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Πέρασαν τόσα χρόνια… Φοβάμαι μην με βρεις άσχημη…

 

Τ: Δεν θα σε βρω άσχημη…

 

Σ: Προτιμώ να μείνουμε στο σκοτάδι…

 

Τ: Η ομορφιά δεν βρίσκεται στη νεότητα…

 

Σ: Πού βρίσκεται;

 

Τ: Στον αντίλαλο της σιωπής…

 

Σ: Δεν το καταλαβαίνω αυτό… Είναι πολύ ποιητικό…

 

Τ: Σκέψου το… Σκέψου τη σιωπή… Κι έπειτα σκέψου τον αντίλαλό της…

 

Σ: Και γιατί ήρθες τώρα;

 

Τ: Ήτανε να έρθω…

 

Σ: Για να κάνεις τι;

 

Τ: Για να κάνω αυτό που πρέπει…

 

Σ: Δηλαδή ήρθες σαν μοίρα…

 

Τ: Μπορείς να το πεις κι έτσι…

 

Σ: Σαν πεπρωμένο…

 

Τ: Ναι, σαν πεπρωμένο…

 

Σ: Τι πρέπει να κάνεις, λοιπόν;

 

Τ: Όλοι μας πρέπει να κάνουμε κάτι…

 

Σ: Φοβάσαι να το πεις…

 

Τ: Όχι, δεν φοβάμαι –

 

Σ: (Τον κόβει. Με ένταση.) Φοβάσαι… Τρέμεις στην ιδέα να το πεις…

 

Τ: Δεν φοβάμαι…

 

Σ: Όλοι οι φονιάδες φοβούνται να το πουν… Θέλουν να το κάνουν στα πνιχτά…

 

Τ: Δεν φοβάμαι…

 

Σ: Βάζουν τα χέρια στο λαιμό, δήθεν πάνω στο χάδι, και μετά… κρακ… καρυδώνουν…

 

Τ: (Με ένταση, θυμωμένη.) Δεν φοβάμαι, σου λέω…

 

Σ: (Ειρωνικά.) Μπα; Θύμωσε ο ποιητής;

 

Τ: (Προσπαθώντας να ελέγξει τον εαυτό της.) Δεν θύμωσα…

 

Σ: (Με αυξανόμενη ένταση.) Θύμωσε ο μεγάλος ποιητής;

 

Τ: (Θυμωμένη.) Δεν θύμωσα…

 

Σ: (Ουρλιάζοντας.) Θύμωσε ο γαμημένος παλιοπούστης ποιητής που πνιγει γυναικεσ;

 

Τ: (Φωνάζοντας.) ΣΚΑΣΕ…

 

Σ: (Συνεχίζει ουρλιάζοντας.) ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΛΕΣ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΛΑΛΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ;

 

Τ: ΣΚΑΣΕ, ΓΑΜΩΤΟ

 

Σ: Ή ΝΑ ΠΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ… «ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΚΑΡΥΔΩΝΕΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥΣ ΛΑΙΜΟΥΣ…»

 

Σ: (Ακούγεται θόρυβος, σαν να κινείται προς το μέρος της Σ.) ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ;

 

Σ: ΘΑ ΜΕ ΧΤΥΠΗΣΕΙΣ; (Με ειρωνικό ύφος και μεγάλη ένταση.) Θα με χτυπήσεις, ποιητή;

 

Τ: (Παίρνει βαθιά ανάσα προσπαθώντας να κρατηθεί ψύχραιμη.) Ποτέ δεν έκανα κάτι χωρίς συναίνεση…

 

Σ: (Με ειρωνικό τόνο και με μεγάλη ένταση.) Α, ώστε συναινούν… Στραγγαλίζεις γυναίκες και αυτές συναινούν…

 

Τ: Ναι, συναινούν…

 

Σ: (Κοφτά.) Τις βάζεις να υπογράφουν κιόλας, αρχίδι;

 

Τ: Όχι, δεν υπογράφουν… Αλλά συναινούν… Αυτό που γίνεται, το περιμένουν… Το θέλουν…

 

Σ: (Πάντοτε ειρωνικά.) Κάνεις θεάρεστο έργο, λοιπόν;

 

Τ: Κατά κάποιον τρόπο, ναι…

 

Σ: Τότε γιατί δεν το λες; Γιατί δεν λες «είμαι φονιάς γυναικών»;

 

Τ: Θυμάμαι πως σου άρεζε η ανατολή…

 

Σ: (Αιφνιδιασμένη.) Η ανατολή;

 

Τ: Ναι, η ανατολή…

 

Σ: Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο…

 

Τ: Έλεγες πως είναι ο θάνατος της νύχτας… Ο θάνατος του θανάτου…

 

Σ: Δεν μπορεί να έλεγα κάτι τόσο ποιητικό…

 

Τ: Κι όμως το έλεγες…

 

Σ: Μήπως με μπερδεύεις με άλλη…

 

Τ: Μου είχες ζητήσει να γίνει με την ανατολή…

 

Σ: «Να γίνει»;

 

Τ: Ναι, να γίνει…

 

Σ: (Με αλλαγμένο, ξερό ύφος.) Και τώρα ήρθες για να το κάνεις…

 

Τ: Μπορείς, όποτε θέλεις, να αλλάξεις γνώμη…

 

Σ: Ναι, μπορώ…

 

Τ: Όπως μπορούσες να με σκοτώσεις προηγουμένως, την ώρα που κοιμόμουνα…

 

Σ: Ναι, το μπορούσα… Μπορούσα να σε σφάξω…

 

Τ: Δεν το έκανες όμως… Περίμενες να ξυπνήσω…

 

Σ: Ναι, δεν το έκανα…

 

Τ: Και τώρα περιμένεις να αγκαλιαστούμε… Να μπω μέσα σου…

 

Σ: Ναι, αυτό περιμένω…

 

Τ: Και την ώρα που θα χύνεις, να βάλω τα χέρια μου στο λαιμό σου…

 

Σ: (Με ερωτική θέρμη.) Θέλω να γίνεις ο άντρας μου…

 

Τ: Έλα κοντά μου…

 

Σ: (Με έξαψη.) Φίλησέ με… Φίλησέ με, άντρα μου…

 

(Στη συνέχεια, μαζί με τα λόγια των δύο γυναικών ακούγονται ήχοι ανθρώπων που γυμνώνονται, φιλιούνται και κάνουν έρωτα.)

 

Τ: Θα ξημερώσει… Σε λίγο θα ξημερώσει…

 

Σ: Μου έλειψες, άντρα μου… Μου έλειψαν τα χέρια σου…

 

Τ: Πάντοτε περιμέναμε το τέλος της νύχτας…

 

Σ: Πάντοτε περιμέναμε, αγάπη μου…

 

Τ: Και τώρα είμαστε σε αυτό… Σε αυτό που περιμέναμε…

 

Σ: (Με πολύ έντονη σεξουαλική έξαψη.) Μπες μέσα μου τώρα… Μπες μέσα μου, γαμιά μου…

 

Τ: (Με πολύ έντονη σεξουαλική έξαψη.) Είμαστε στο τέλος…

 

Σ: (Βογκώντας.) ΟΟΟ… ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ…

 

Τ: (Όπως πριν.) Πάντοτε περιμέναμε αυτό το τέλος…

 

Σ: (Σε κατάσταση σεξουαλικής μανίας, ενώ ακούγονται οι ανάσες της Τ.) ΜΕ ΛΙΑΝΙΖΕΙ Ο ΠΟΥΤΣΟΣ ΣΟΥ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΜΕ ΛΙΑΝΙΖΕΙ Ο ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ ΠΟΥΤΣΟΣ ΣΟΥ…

 

Τ: (Με σκλήρισμα στη φωνή της.) Έρχεται το τέλος…

 

Σ: (Συνεχίζει με την ίδια μανία.) ΣΚΙΣΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΛΙΑΝΙΣΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΓΑΜΗΣΕ ΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΠΑΤΟ ΜΟΥ… ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΟΥ… ΓΑΜΗΣΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ…ΓΑΜΗΣΕ ΜΕ… ΓΑΜΗΣΕ ΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ… (Ακόμη πιο έντονα.) ΚΑΝΕ ΜΕ ΑΙΜΑ… ΜΟΝΟ ΑΙΜΑ…

 

Τ: (Λαχανιασμένη.) Ξημερώνει…

 

Σ: (Με ερωτικό λυγμό.) Βάλε το χέρι σου στο λαιμό μου, αγάπη μου…

 

Τ: (Με αυξανόμενη ένταση.) Τώρα ξημερώνει…

 

Σ: (Ουρλιάζοντας μέσα στη σεξουαλική έξαψη.) Βάλε το χέρι σου στο λαιμό μου, αγάπη μου…

 

Τ: (Φωνάζει πλησιάζοντας στην ερωτική κορύφωση.) ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ… ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ…

 

Σ: ΠΝΙΞΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΠΝΙΞΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… (Ενώ φτάνει στην κορύφωση.) ΠΝΙΞΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ…(Πάνω στην ιαχή του οργασμού – που είναι ίδια με ξεψύχισμα.) ΠΝΙΙΙΙΙΙΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑααααααα

 

(Μετά την κορύφωση, περνάνε λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής. Κάποτε ανάβει το φως. Οι θεατές βλέπουν στον καναπέ τις δύο γυμνές γυναίκες γεμάτες αίματα. Η Τ –που άνοιξε το φως– κοιτάζει με έκπληξη. Η Σ είναι πεσμένη στον καναπέ. Σαν νεκρή.)

 

~

 

6.

 

 

Τ: (Σε κατάσταση αυξανόμενου πανικού.) Τι έγινε; Τι έπαθες; Πώς είναι δυνατόν να έγινε…

 

(Γονατίζει και προσπαθεί να ανασηκώσει τη Σ. Προσπαθεί να εντοπίσει το τραύμα της.)

 

Τ: (Σε κατάσταση αλλοφροσύνης.) ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ… ΚΡΑΤΗΣΟΥ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΚΡΑΤΗΣΟΥ…

 

(Προσπαθεί να της σκουπίσει τα αίματα.)

 

Τ: (Με λυγμούς.) ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΑΥΤΟ… ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ…

 

(Πέφτει στο πάτωμα σε απόγνωση.)

 

Τ: (Με γοερούς λυγμούς.) ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ, ΣΟΥ ΛΕΩ…

 

Σ: (Ενώ ανασηκώνεται – «ανασταίνεται», κατά κάποιον τρόπο, από τη δήθεν νεκροφάνειά της.) Σιγά μην σκίσεις κανένα καλτσόν, αδελφούλα…

 

Τ: (Έκπληκτη.) Τι;

 

Σ: Το ’ξερα πως θα σε πιάσουν τα παρθενίστικά σου και δεν θα ανάψεις το φως…

 

Τ: (Έξαλλη, ξεσπάει.) Έκανες θέατρο…

 

Σ: Κι είπα να κάνω κάτι για τους Μοναδικούς Επισκέπτες…

 

Τ: (Ορμάει για να τη χτυπήσει.) Μαλακισμένη, έκανες θέατρο…

 

Σ: (Της πιάνει το χέρι.) Ήσυχα, αδελφούλα… Όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι…

 

Τ: (Πέφτει προς τα πίσω ξεψυχισμένη.) Είσαι άρρωστη… Τρελή και άρρωστη…

 

Σ: Στους Μοναδικούς Επισκέπτες αρέσουν οι εκπλήξεις… Και το αίμα, βέβαια…

 

Τ: Το αίμα;

 

Σ: Είχα το ξυράφι στο χέρι κι έκοψα την παλάμη μου… Το αίμα πάντοτε έχει επιτυχία…

 

Τ: Είσαι τρελή… Χάνεις το μυαλό σου…

 

Σ: (Κρατώντας με την παλάμη της μια πετσέτα.) Είδες κι εσύ πώς ψάρωσες…

 

Τ: Πρέπει να το δέσεις, για να σταματήσει η αιμορραγία…

 

Σ: Η αιμορραγία σταματάει από μόνη της…

 

Τ: Από μόνη της;

 

Σ: Είναι έτσι φτιαγμένο το ανθρώπινο σώμα, που σταματάει…

 

Τ: Πρέπει να σου το δέσω…

 

Σ: (Τραβιέται προς τα πίσω. Αρχίζει να φοράει τα ρούχα της.) Σε προτιμώ όταν γαμάς, αδελφούλα… Είσαι πραγματικά ανελέητη…

 

Τ: (Ενοχλημένη.) Δεν είναι όλα παιχνίδι…

 

Σ: (Την κόβει, επιθετικά.) Όλα είναι παιχνίδι… Και ο χρόνος είναι χρήμα… Πολύ χρήμα, αδελφούλα…

 

Τ: (Αρχίζει να φοράει τα ρούχα της κι αυτή.) Μην γίνεσαι τόσο κενή…

 

Σ: Η ώρα περνάει… Πρέπει να βιαστούμε να τον ξανακαλέσουμε… Να βάλουμε την Κάλλας… Κι αυτή τη φορά, με ανοιχτά φώτα…

 

Τ: Πρέπει να μιλήσουμε…

 

Σ: Δεν έχουμε χρόνο για να μιλήσουμε… Τώρα που μπήκαμε σε ένα ρυθμό, πρέπει να φορτσάρουμε…

 

Τ: Δεν καταλαβαίνεις…

 

Σ: Αδελφούλα, κοίτα…

 

Τ: (Την κόβει, σαν να μην την άκουσε.) Δεν καταλαβαίνεις τίποτε…

 

Σ: (Την κόβει με τη σειρά της, υψώνοντας τον τόνο της φωνής της.) Καταλαβαίνω πως σε έχει τσιτώσει το Παιχνίδι… Αλλά τώρα είναι η ώρα που πρέπει να κυριαρχήσεις στον εαυτό σου… Μένει ακόμη λίγο για το ξημέρωμα…

 

Τ: (Κοφτά.) Τι ένιωσες πριν;

 

Σ: (Αιφνιδιασμένη.) Τι εννοείς «πριν»;

 

Τ: Πριν… Όταν σβήσαμε το φως…

 

Σ: (Με εκνευρισμό.) Τι να ένιωσα… (Με ηθελημένη ένταση, σαν να απευθύνεται στο αόρατο ακροατήριο.) Με ξέσκισε η πούτσα σου, αδελφούλα… (Με ακόμη μεγαλύτερη προσποιητή λαγνεία.) Και τώρα θα με ξαναξεσκίσει

 

Τ: Δεν θα ξαναβάλουμε το τραγούδι…

 

Σ: (Με απορία.) Γιατί;

 

Τ: Δεν πρέπει να το ξαναβάλουμε…

 

Σ: Γιατί;

 

Τ: Γιατί το τραγούδι είναι διαβολικό…

 

Σ: Και πώς θα τον καλέσουμε;

 

Τ: (Εκνευρισμένη.) Σου είπα πως δεν πρέπει να το ξαναβάλουμε…

 

Σ: (Περισσότερο εκνευρισμένη.) Κι εγώ σε ρώτησα το πώς θα καλέσουμε τον γαμιά…

 

Τ: Δεν θα τον καλέσουμε…

 

Σ: Τι;

 

Τ: Σου είπα, δεν θα τον καλέσουμε…

 

Σ: Τι πίπες είναι αυτές; (Με ένταση και πολύ εκνευρισμό.) Τι πίπες είναι αυτές, γαμώτο

 

Τ: Δεν ήμουν εγώ…

 

Σ: Τι;

 

Τ: Πριν… Δεν ήμουν εγώ…

 

Σ: Και ποιος ήταν;

 

Τ: (Ξεσπάει φωνάζοντας.) ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΓΩ, ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;

 

Σ: (Φωνάζει κι αυτή.) ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ, ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ;

 

Τ: Δεν ξέρω…

 

Σ: Τι «δεν ξέρεις»;

 

Τ: Δεν ξέρω ποιος μπορεί να ήρθε…

 

Σ: (Κοιτάζει τους τοίχους, σαν να ψάχνει αόρατες κάμερες. Με εντελώς αλλαγμένο ύφος.) Απ’ όσο βλέπω, το προχώρησες πολύ, αδελφούλα…

 

Τ: (Πολύ εκνευρισμένη.) Πρέπει να ξεκολλήσεις από το μαλακισμένο Παιχνίδι…

 

Σ: Μου αρέσεις… Μου αρέσεις πολύ, αδελφούλα…

 

Τ: Δεν καταλαβαίνεις τι συμβαίνει…

 

Σ: Είσαι αδίστακτη και μου αρέσεις…

 

Τ: Εσύ είσαι τρελή… Και άρρωστη…

 

Σ: Ναι, αδελφούλα, είμαι τρελή από την πούτσα που έφαγα…

 

Τ: Παίξαμε με τη φωτιά…

 

Σ: Και σύντομα έχω σκοπό να την ξαναφάω

 

Τ: Ξέρεις τα πειράματα με τις Μαύρες Τρύπες;

 

Σ: Ξέρω πως το μουνί μου θέλει τον άντρα μου μέσα του…

 

Τ: Απάντησέ μου, τα ξέρεις;

 

Σ: Όχι, δεν τα ξέρω, μαλακισμένη – έχεις πρόβλημα;

 

Τ: Είναι οι επιστήμονες που προσπαθούν να δημιουργήσουν το ομοίωμα μιας Μαύρης Τρύπας… Σαν αυτές που υπάρχουν στο Σύμπαν και ρουφάνε τα πάντα…

 

Σ: Και τι μας νοιάζει εμάς;

 

Τ: Μας νοιάζει… Μπορεί από λάθος να φτιάξουν, αντί για ομοίωμα, μια αληθινή…

 

Σ: Και τι σε κόφτει τι θα κάνουν;

 

Τ: Αν είναι αληθινή, θα μας αφανίσει όλους… Όλον τον κόσμο…

 

Σ: Όλο μαλακίες… Το ξημέρωμα έρχεται, κι εσύ μου λες για τις Μαύρες Τρύπες…

 

Τ: Μπορεί ο «Μπάιρον» που φτιάξαμε να γίνει μια τέτοια Μαύρη Τρύπα…

 

Σ: (Κοιτάζει και πάλι τους τοίχους. Με αλλαγμένο προκλητικό ύφος.) Ποιος «Μπάιρον», αδελφούλα; (Εμφατικά.) Ο γαμιάς μας;

 

Τ: Αυτός που βάζει τα χέρια στο λαιμό…

 

Σ: (Ακόμη πιο εμφατικά.) Ο άντρας μας, αδελφούλα;

 

Τ: Μπορεί να ξεφύγει από εμάς…

 

Σ: Εννοείς να γίνει εμείς;

 

Τ: Είναι πιο έξυπνος από εμάς… Θα υπερισχύσει…

 

Σ: Πώς θα υπερισχύσει;

 

Τ: Θα γίνουμε αυτός…

 

Σ: Μα αφού εμείς τον φτιάξαμε…

 

Τ: Είναι ο διάβολος… Θα υπερισχύσει και θα μας σκοτώσει…

 

Σ: Και μετά, πού θα πάει;

 

Τ: Θα πάει παντού… Όπου θέλει…

 

Σ: Και θα σκοτώνει παντού – έτσι;

 

Τ: Δεν ξέρω τι θα κάνει…

 

Σ: Πώς δεν ξέρεις… Θα σκοτώνει… (Εμφατικά, με σχεδόν θριαμβευτικό ύφος.) Θα γαμάει και θα σκοτώνει…

   

Τ: (Με μεγάλη ένταση.) Πρέπει να το σταματήσουμε τώρα…

 

Σ: Γιατί;

 

Τ: Γιατί είναι ένα τέρας…

 

Σ: Κι από πότε, αδελφούλα, φοβάσαι τα τέρατα;

 

Τ: Από παιδί… Από πάντοτε…

 

Σ: Δεν το θυμάμαι, αδελφούλα…

 

Τ: Το έκρυβα από σένα για να μην σε τρομάξω…

 

Σ: Είσαι στ’ αλήθεια αδίστακτη, αδελφούλα…

 

Τ: Ήσουν μικρότερη και δεν ήθελα να τρομάξεις…

 

Σ: Και αυτό το τέρας μας θα αφανίσει τον κόσμο – έτσι;

 

Τ: Δεν ξέρω τι θα κάνει… Θα πείσει τους ανθρώπους πως είναι αλήθεια…

 

Σ: (Κοιτώντας τους τοίχους. Με πολύ προσποιητό ύφος.) Δηλαδή εδώ μέσα κρίνεται ο αφανισμός της ανθρωπότητας…

 

Τ: Μην παίζεις… Σε παρακαλώ, μην παίζεις…

 

Σ: Ή και η σωτηρία της… Όλα εξαρτώνται από τη δική μας κάψα – σωστά;

 

Τ: Δεν γίνονται όλα στη ζωή για τους Μοναδικούς Επισκέπτες…

 

Σ: Αδελφούλα, μην κάνεις την παρθένα… Εσύ τα κάνεις όλα για τους Μοναδικούς Επισκέπτες… (Την πιάνει από τα μαλλιά.) Και τώρα θα έρθει ο Μπάιρον, γιατί αλλιώς θα σου σπάσω το κεφάλι…

 

Τ: Δεν θα έρθει… Δεν πρέπει να έρθει…

 

Σ: (Της τραβάει τα μαλλιά και τη ρίχνει κάτω.) Θα έρθει, μαλακισμένο, και θα πεις κι ένα τραγούδι…

 

Τ: (Με λυγμούς.) Δεν πρέπει να έρθει…

 

Σ: (Την κλωτσάει με οργή. Μιλάει συλλαβιστά.) Θα έρθει και θα γαμήσει, καριολάκι… Είναι ο άντρας και θα έρθει να γαμήσει… Και να κάνει ό,τι θέλει…

 

Τ: Θα σε σκοτώσει αν έρθει…

 

Σ: Ναι, πουτάνα… Θέλω να με σκοτώσει… (Την ξανακλοτσάει ουρλιάζοντας.) ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ, ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ…

 

Τ: (Καθώς μαζεύεται για να ανασηκωθεί.) Δεν θα το κάνει… Θα τον σταματήσω εγώ…

 

Σ: Πώς θα τον σταματήσεις, μαλακισμένο;

 

Τ: Θα βγω έξω… Θα ανοίξω την πόρτα και θα βγω έξω…

 

~

 

7.

 

 

Σ: Όλα εξηγούνται, λοιπόν…

 

Τ: (Ενώ ανασηκώνεται.) Πρέπει να γίνει… Πίστεψέ με, πρέπει…

 

Σ: Ήσουν πάντοτε στη σκιά… Στο λαγούμι σου… Ένα ποντίκι μέσα στην τρύπα…

 

Τ: (Προχωράει προς την πόρτα.) Κάποτε θα καταλάβεις…

 

Σ: Γι’ αυτό δεν σε αγάπησε ποτέ η μαμά…

 

Τ: (Κοντοστέκεται.) Η μαμά;

 

Σ: Ναι, η μαμά… Πάντοτε έκανες το ίδιο πράγμα…

 

Τ: Τι έκανα;

 

Σ: Πάντοτε έκανες το ίδιο…

 

Τ: Τι έκανα;

 

Σ: Πουλούσες τους άλλους… Έμπαινες στην τρύπα σου και τους πουλούσες όλους…

 

Τ: Είναι φτηνό αυτό που κάνεις…

 

Σ: Και τότε με τον μπαμπά, αυτό έκανες…

 

Τ: Τι έκανα;

 

Σ: Κρύφτηκες και άφησες να μιλήσουμε εμείς στην αστυνομία…

 

Τ: Ήδη μας καταστρέφει… Χωρίς να είναι εδώ, μας διαφθείρει…

 

Σ: Να πούμε πως ο μπαμπάς απλώς μέθυσε και παραπάτησε…

 

Τ: (Με μεγάλη ένταση.) Έχει σκορπίσει τα σκουλήκια του μέσα μας, δεν το βλέπεις;

 

Σ: (Με αντίστοιχη ένταση.) Το σκουλήκι είσαι εσύ που σέρνεσαι… Για όλη σου τη ζωή…

 

Τ: Δεν τα καταλαβαίνεις… Νομίζεις πως είναι η ευτυχία…

 

Σ: Φύγε να συρθείς αλλού, μαλακισμένο

 

Τ: Τι έγινε με τον μπαμπά;

 

Σ: (Φωνάζει έξαλλη.) Γιατί δεν φεύγεις, ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ;

 

Τ: Γιατί παίζουμε στο Παιχνίδι…

 

Σ: (Συνεχίζει να φωνάζει έξαλλη.) ΓΥΡΝΑ ΣΤΗΝ ΤΡΥΠΑ ΣΟΥ… ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ…

 

Τ: Πρέπει να συνεχίσουμε…

 

Σ: (Σε κανονικό τόνο, αλλά πολύ απαξιωτικά.) Δεν συνεχίζω τίποτε μαζί σου…

 

Τ: Σε λίγο ξημερώνει…

 

Σ: Δεν με νοιάζει…

 

Τ: Πρέπει να σε νοιάξει… Φτάσαμε το Παιχνίδι μέχρι εδώ…

 

Σ: Και τώρα θέλεις να γυρίσεις στην τρύπα σου… Να τα πουλήσεις όλα…

 

Τ: Δεν θα πουλήσω τίποτε…

 

Σ: Τότε βάλε την Κάλλας

 

Τ: Μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς αυτόν…

 

Σ: Όχι, δεν μπορούμε…

 

Τ: Σκέψου το λίγο… Μέχρι τώρα ζήσαμε χωρίς αυτόν…

 

Σ: Μέχρι τώρα μονάχα περιμέναμε… Τώρα ζούμε…

 

Τ: Ο Φάκελος έγραφε «Ανδρόγυνο»… Μπορούμε να γίνουμε ανδρόγυνο χωρίς αυτόν…

 

Σ: Και να κάνουμε τι; Να μιλήσουμε για τα παιδιά μας;

 

Τ: Μπορούμε να κάνουμε και αυτό… Είναι μια εκδοχή…

 

Σ: (Ειρωνικά.) Ωραία, λοιπόν… Ας μιλήσουμε για τα παιδιά μας…

 

Τ: Είπα πως είναι μια εκδοχή…

 

Σ: (Την κόβει με επιθετική ένταση.) Ο μεγάλος πρέπει να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο… Θα γίνει σπουδαίος νομικός… Ο μικρός…

 

Τ: Δεν βοηθάει αυτό…

 

Σ: Ο μικρός δεν είναι για σπουδές… Πρέπει να δουλέψει στην πιτσαρία της γωνίας… Χθες διάβασα πως ζητάνε μαθητευόμενο ψήστη…

 

Τ: Σταμάτα το…

 

Σ: (Με αυξανόμενη ένταση.) Γιατί, αγάπη μου; Δεν είναι καλή δουλειά ο μαθητευόμενος ψήστης;

 

Τ: (Με ένταση.) Σε παρακαλώ, σταμάτησέ το…

 

Σ: (Φωνάζει, σχεδόν ουρλιάζει.) ΚΑΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ…

 

Τ: Πες μου τι έγινε με τον μπαμπά…

 

Σ: (Φωνάζοντας.) ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ…

 

Τ: Πες μου τι έγινε…

 

Σ: (Φωνάζοντας.) ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ…

 

Τ: Έχεις υποχρέωση να μου πεις…

 

Σ: (Με αλλαγμένη φωνή, χαμηλόφωνα.) Ξέρεις τι έγινε…

 

Τ: Τον σκοτώσαμε…

 

Σ: Είδες που το ξέρεις;

 

Τ: Πώς τον σκοτώσαμε; Γιατί;

 

Σ: Γιά προσπάθησε να θυμηθείς…

 

Τ: Τον μαχαιρώσαμε…

 

Σ: Όχι δα… Τι θα λέγαμε στην αστυνομία;

 

Τ: Τι κάναμε;

 

Σ: Τον πετάξαμε από το μπαλκόνι…

 

Τ: Από το μπαλκόνι…

 

Σ: Ναι, τον μεθύσαμε, τον παρασύραμε στο κάγκελο και τον σπρώξαμε κάτω… Εγώ κι η μαμά, δηλαδή – εσύ τραβήχτηκες από τη σπρωξιά, για να μην είσαι ένοχη…

 

Τ: Λες ό,τι να ’ναι…

 

Σ: Το ποντικάκι που γυρίζει στην τρύπα του…

 

Τ: (Με ένταση.) Λες ό,τι να ’ναι…

 

Σ: Παρόλο που εσένα γαμούσε ο μπαμπάς…

 

Τ: Σου έβαλε το σκουλήκι του… (Με μεγάλη ένταση.) Το βλέπεις που σου το έβαλε;

 

Σ: Σε γαμούσε από τα οχτώ σου χρόνια…

 

Τ: Έτσι γίνεται… Σου σπέρνει μέσα το σκουλήκι του και αυτό σου τρώει το μυαλό…

 

Σ: Η μαμά τον είχε παρακαλέσει να αφήσει εμένα απείραχτη και να γαμάει μόνο εσένα…

 

Τ: (Την κόβει – με λυγμική φωνή.) Τρέφεται από το μυαλό σου…

 

Σ: Κατά κάποιον τρόπο, το είχανε συμφωνήσει… Θα πήδαγε εσένα και θα άφηνε εμένα… Και αυτό έγινε συνήθεια… Οικογενειακή συνήθεια… Ώσπου… (Σταματάει.)

 

Τ: (Κλαίγοντας.) Ώσπου τι;

 

Σ: Δεν θυμάσαι;

 

Τ: (Κλαίγοντας και ουρλιάζοντας.) Ώσπου τι;

 

Σ: Σου ήρθε περίοδος και αηδίασε…

 

Τ: (Με λυγμούς.) Και τι έγινε μετά…

 

Σ: Αποφάσισε να πιάσει εμένα… Εγώ είχα χρόνια μπροστά μου…

 

Τ: Και σχεδιάσαμε να τον σκοτώσουμε…

 

Σ: Όχι, μαλακισμένο, εσύ δεν ήσουν μέσα… Εγώ και η μαμά το σχεδιάσαμε… Τον μεθύσαμε, του βάλαμε μουσική να μερακλώσει… Με έβαλε να του χορεύω μπροστά του… Με χούφτωνε… Κι έπειτα τον βγάλαμε στο μπαλκόνι…

 

Τ: Εγώ τι έκανα;

 

Σ: Στεκόσουν και περίμενες για να μας πουλήσεις… Όταν τον γείραμε πάνω από το κάγκελο, ήταν εύκολο… Τον πιάσαμε από τα πόδια και τον ξαποστείλαμε κάτω…

 

Τ: Έσπρωξα κι εγώ…

 

Σ: Δεν τον άγγιξες καν… Μόνο κοιτούσες…

 

Τ: Έσπρωξα, σου λέω…

 

Σ: (Φωνάζοντας.) Μονάχα κοιτούσες, μαλακισμένο

 

Τ: (Φωνάζει κι αυτή.) Δεν έχεις το δικαίωμα να με αφήσεις απ’ έξω…    

 

Σ: Πολύ αργά για φιλότιμο, αδελφούλα…

 

Τ: (Με παρακλητικό ύφος.) Τον έσπρωξα κι εγώ, εσύ δεν με είδες…

 

Σ: Τι τρέχει, αποφάσισες να μην είσαι ποντικάκι;

 

Τ: Σε κανέναν δεν αρέσει να είναι ποντικάκι… Σε κανέναν δεν αρέσει…

 

Σ: Είσαι σίγουρη πως έσπρωξες κι εσύ τον πατέρα;

 

Τ: Ναι, είμαι σίγουρη…

 

Σ: Σκέψου πριν απαντήσεις…

 

Τ: (Με ένταση.) Είμαι σίγουρη, σου λέω…

 

Σ: Κι όταν τον είδες κάτω στο πεζοδρόμιο, τι ένιωσες;

 

Τ: Ένιωσα… (Κομπιάζει.)

 

Σ: Πες την αλήθεια…

 

Τ: Ένιωσα λύτρωση… Κάτι σαν αναγέννηση…

 

Σ: (Ρωτάει κοφτά, καταιγιστικά.) Και τι άλλο;

 

Τ: Τι άλλο;

 

Σ: (Με ένταση.) Τι άλλο ένιωσες, γαμώτο μου…

 

Τ: Αηδία, που είδα τα μυαλά του χυμένα στα πλακάκια…

 

Σ: Και τι άλλο;

 

Τ: Νομίζω, θλίψη…

 

Σ: Γιατί θλίψη;

 

Τ: Ο θάνατος γεννάει πάντοτε θλίψη…

 

Σ: (Με ένταση.) Γιατί θλίψη;

 

Τ: (Ξεσπάει. Σχεδόν φωνάζει.) Γιατί έχανα τον άντρα μου… Το γαμιά μου…

 

Σ: Το λες αλήθεια;

 

Τ: Ναι, το λέω αλήθεια…

 

Σ: (Χαμηλώνοντας τη φωνή της.) Τότε βάλε τη μουσική…

 

Τ: Και εκείνος που θα έρθει;

 

Σ: Γι’ αυτό θα τη βάλεις, αδελφούλα… Για να έρθει…

 

Τ: Δεν φοβάσαι;

 

Σ: Όχι, δεν φοβάμαι… Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν φοβάμαι…

 

Τ: Κι αν βάλει τα χέρια του στο λαιμό σου;

 

Σ: Αυτό είναι η ζωή… Αυτά τα χέρια στο λαιμό μου…

 

Τ: (Σαν να ονειροπολεί.) Ξέρεις, σκέφτομαι…

 

Σ: Τι σκέφτεσαι;

 

Τ: Σκέφτομαι για το Παιχνίδι…

 

Σ: Τι σκέφτεσαι για το Παιχνίδι;

 

Τ: Από πού μας βλέπουν; Πώς γίνεται να μας βλέπουν;

 

Σ: Από τους τοίχους… Μας βλέπουν μέσα απ’ τους τοίχους…

 

Τ: Οι κάμερες… Πού είναι οι κάμερες;

 

Σ: Παντού είναι οι κάμερες…

 

Τ: Δείξ’ τες μου…

 

Σ: Πλέον οι κάμερες είναι καμωμένες για να μην τις βλέπεις… Είναι τόσο μικρές όσο το κεφάλι μιας καρφίτσας… Μπήγονται στον τοίχο, γίνονται ένα μαζί του…

 

Τ: Άρα μας βλέπουν…

 

Σ: Φυσικά και μας βλέπουν…

 

Τ: Εντάξει, λοιπόν…

 

Σ: «Εντάξει»;

 

Τ: Θα βάλω το τραγούδι – αλλά με έναν όρο…

 

Σ: Ποιον όρο;

 

Τ: Αυτή τη φορά, «Μπάιρον» θα γίνεις εσύ…

 

Σ: Αυτό δεν γίνεται… Ο Φάκελος έγραφε –

 

Τ: (Την κόβει.) Ο Φάκελος έγραφε «Ανδρόγυνο».

 

Σ: Εσύ διάβασες το Φάκελο… Άρα ο άντρας πρέπει να είσαι εσύ…

 

Τ: Μπορείς θαυμάσια να είσαι κι εσύ… Οι άνθρωποι, με τα χρόνια, αλλάζουν ρόλους… Ξέρεις σε πόσα ανδρόγυνα γαμάει η γυναίκα τον άντρα;

 

Σ: Πριν είπες –

 

Τ: (Την κόβει.) Ό,τι κι αν είπα, τώρα άλλαξα γνώμη…

 

Σ: Κι αν ο «Μπάιρον» πάει να σε σκοτώσει;

 

Τ: Θα είναι η ζωή… Η αληθινή ζωή – εσύ το είπες…

 

Σ: Εντάξει, λοιπόν… Θα το κάνω…

 

Τ: Σε ευχαριστώ…

 

Σ: Αλλά θέλω κι εγώ μια χάρη…

 

Τ: Ό,τι θέλεις…

 

Σ: (Σηκώνεται, ψάχνει στα συρτάρια.) Αν πάει να σε πνίξει ο «Μπάιρον», θα έχεις το κουζινομάχαιρο…

 

Τ: Το κουζινομάχαιρο;

 

Σ: (Βρίσκει το μαχαίρι της κουζίνας.) Ναι, το κουζινομάχαιρο…

 

Τ: Είχαμε κουζινομάχαιρο εδώ μέσα;

 

Σ: Σε όλα τα σπίτια υπάρχει κουζινομάχαιρο…

 

Τ: Και τι θα το κάνω;

 

Σ: (Το αφήνει στον καναπέ.) Θα το έχεις ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ… Στην πρώτη στραβή, τον καρφώνεις στην κοιλιά…

 

Τ: Μα θα σε σκοτώσω…

 

Σ: Τα μαχαίρια δεν σκοτώνουν έτσι εύκολα… Θα τον καρφώσεις τόσο όσο να τον διώξεις…

 

Τ: Δεν θα χρειαστεί, καλή μου… Δεν θα πάει να με πνίξει…

 

Σ: Θέλω να μου υποσχεθείς πως, αν χρειαστεί, θα το κάνεις…

 

Τ: (Μηχανικά.) Αν χρειαστεί, να το κάνω…

 

Σ: Κι αν τα δάχτυλά του δεν χαλαρώσουν με το σφίξιμο, εσύ θα τον καρφώσεις ξανά και ξανά… Εντάξει;

 

Τ: Κι αν πεθάνει;

 

Σ: Ίσως να πρέπει να πεθάνει κάποιος από τους δυο σας… Ας το αποφασίσει ο Θεός…

 

Τ: Ο Θεός;

 

Σ: Το πεπρωμένο, τέλος πάντων…

 

Τ: Ναι, το πεπρωμένο…  

 

Σ: Δηλαδή είμαστε σύμφωνοι…

 

Τ: Ναι, είμαστε σύμφωνοι…

 

Σ: Και τώρα κλείσε το φως, αδελφούλα… Κλείσε το φως και βάλε την Κάλλας

 

Τ: Μόνο, θέλω να το θυμάσαι – έσπρωξα κι εγώ μαζί σας τότε…

 

Σ: Πάντοτε το θυμόμουν, αδελφούλα… Σε είχα δει…

 

(Η Τ κλείνει το φως. Σκοτάδι. Πολύ γρήγορα ακούγεται και πάλι η Κάλλας καθώς τραγουδά το Ah, fors'è lui che l'anima.)

 

~

 

8.

 

 

(Ενώ η άρια της Κάλλας σβήνει μέσα στο σκοτάδι, ακούγεται η φωνή της Σ ως «Μπάιρον». Όπως συνέβη και με την Τ στη σκηνή 5, δεν αλλάζει η χροιά της φωνής της, αλλά μονάχα ο τόνος της.)

 

Σ: Παράξενη μυρωδιά…

 

Τ: Βρίσκεις; Εγώ δεν μυρίζω τίποτε…

 

Σ: Εγώ μυρίζω… Και δεν ξεχνάω ποτέ τις μυρωδιές…

 

Τ: Και τι κέρδισες από αυτό;

 

Σ: Την αίσθηση του κόσμου…

 

Τ: Άλλο τίποτε;

 

Σ: Αυτό μου φτάνει…

 

Τ: Νομίζω πως δεν σου φτάνει τίποτε…

 

Σ: Δεν με ρώτησες ποιος είμαι…

 

Τ: Ξέρω ποιος είσαι…

 

Σ: Και παραμένεις ψύχραιμη;

 

Τ: Έχω λόγο να ταραχτώ;

 

Σ: Νομίζω πως έχεις…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Είπες πως ξέρεις ποιος είμαι…

 

Τ: Ναι, το είπα…

 

Σ: Ποιος είμαι;

 

Τ: Ο Μπάιρον…

 

Σ: «Μπάιρον» είναι ένας ποιητής…

 

Τ: Εσύ είσαι ένας φονιάς… Ένας ποιητής-φονιάς…

 

Σ: Γιατί «φονιάς»;

 

Τ: Γιατί σκοτώνεις γυναίκες… Τις γαμάς και τις σκοτώνεις…

 

Σ: Πώς τις σκοτώνω;

 

Τ: Την ώρα του οργασμού, βάζεις τα χέρια στο λαιμό τους και τις πνίγεις…

 

Σ: Κι εσύ δεν φοβάσαι; Είσαι γυναίκα… Κι είσαι μόνη σου με ένα φονιά…

 

Τ: Όχι, δεν φοβάμαι…

 

Σ: Γιατί;

 

Τ: Γιατί εγώ σε έφτιαξα… Αν με σκοτώσεις, πεθαίνεις κι εσύ μαζί μου…

 

Σ: Εσύ με έφτιαξες;

 

Τ: Ναι, εγώ… Σε επινόησα για την ανάγκη ενός παιχνιδιού… Υπάρχεις μόνο μέσα στο μυαλό μου… Είμαι ο ομφάλιος λώρος που σε συνδέει με τη ζωή…

 

Σ: Έτσι νομίζεις;

 

Τ: Έτσι είναι…

 

Σ: Πολύ ωραία… Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος ανησυχίας για σένα…

 

Τ: Όχι, δεν υπάρχει…

 

Σ: Και δεν σου πέρασε από το μυαλό;

 

Τ: Ποιο πράγμα;

 

Σ: Πως ίσως προϋπήρχα μέσα σου πριν με φτιάξεις… Όπως υπάρχει το δέντρο μέσα στο σπόρο…

 

Τ: Δεν μασάω από αυτά… Αυτά τα είπα εγώ πρωτύτερα…

 

Σ: (Μη δίνοντας σημασία στα λόγια της.) Πως εσύ έφτασες ως εδώ μόνο και μόνο για να με φτιάξεις…

 

Τ: Μαλακίες

 

Σ: Πως η αιτία είμαι εγώ και όχι εσύ…

 

Τ: Εσύ είσαι μια φάρσα… Μια φαντασίωση…

 

Σ: (Η φωνή της σκληραίνει.) Εγώ είμαι το γέννημα… Κι εσύ είσαι η μήτρα που με θρέφει…

 

Τ: (Με εκνευρισμό.) Γιατί δεν μου λες πως θα με γαμήσεις; Γιατί δεν μου μιλάς για την ψωλή σου;

 

Σ: Πριν είπες ψέματα… Φοβάσαι…

 

Τ: Καμαρώνεις πως είναι τριάντα εκατοστά… Πραγματικό ρόπαλο…

 

Σ: (Την κόβει.) Γιατί δεν ανοίγεις το φως;

 

Τ: Το φως;

 

Σ: Ναι, το φως… Μπορείς να ανοίξεις το φως και όλα να αποκαλυφτούν… Ούτε ποιητής, ούτε φονιάς, ούτε ψωλή τριάντα εκατοστών… Ούτε τίποτε άλλο… Μονάχα μια κακομοίρα, μια τελειωμένη γυναικούλα που παλεύει να κερδίσει ένα παιχνίδι με Μοναδικούς Επισκέπτες… Κι απέναντί της άλλη μια – εσύ… (Περνάνε λίγες στιγμές σιωπής. Μετά η Σ ρωτάει με πιο δυνατή φωνή.) Γιατί δεν ανοίγει το φως, λοιπόν;

 

Τ: Θα το κάνω…

 

Σ: Είναι τόσο εύκολο… Ένα κουμπί πατάς και τέλειωσε…

 

Τ: Θα το κάνω όποτε αποφασίσω…

 

Σ: (Πολύ κοφτά.) Δεν θα το κάνεις…

 

Τ: Τι είπες;

 

Σ: Δεν θα το κάνεις… Δεν θα κάνεις τίποτε…

 

Τ: Γιατί;

 

Σ: Γιατί εγώ είμαι ο ομφάλιος λώρος… Εγώ σε συνδέω με τη ζωή…

 

Τ: Δεν θα το φάω αυτό… Δεν θα το φάω…

 

Σ: Είμαι ήδη μέσα σου…

 

Τ: (Φοβισμένη.) Μην με πλησιάζεις…

 

Σ: Γιατί, ποιος το απαγορεύει;

 

Τ: (Τρομοκρατημένη, με μεγάλη ένταση.) Μην με ζυγώνεις, τ’ ακούς; (Φωνάζει.) Μην με ζυγώνεις…

 

Σ: (Με πολύ ήρεμη φωνή.) Δεν μου χρειάζεται να σε ζυγώσω… Είμαι ήδη μέσα σου…

 

Τ: (Παραληρεί, σε κατάσταση απόγνωσης.) Είσαι ο διάβολος… Σκουληκιάζεις τους ανθρώπους… Μπαίνεις μέσα τους και τους βρομίζεις…

 

Σ: Εσύ με έφτιαξες για να σκοτώσω… Για να σε πνίξω… Γιατί το ξέρεις πως τα δάχτυλα που θα σε πνίξουν θα σου δώσουν την αληθινή ζωή…

 

Τ: (Έντρομη.) Αν με ζυγώσεις, θα σε σφάξω… Έχω το κουζινομάχαιρο και θα σε σφάξω…

 

Σ: (Με σκληρή, επιβλητική φωνή.) Δεν έχεις τίποτε… Στο σπίτι σου δεν έχεις κουζινομάχαιρο…

 

Τ: (Με λυγμό.) Μα το κρατάω… Μου το έδωσε η αδελφή μου…

 

Σ: Δεν το κρατάς… Κρατάς μονάχα μια πλαστική χτένα… Και η αδελφή σου…

 

Τ: (Με γοερούς λυγμούς.) Πες μου για την αδελφή μου…

 

Σ: (Αργά και εμφατικά.) Η αδελφή σου δεν υπάρχει…

 

(Ακούγεται το γοερό κλάμα της Τ. Όπως όταν κουλουριάζονται οι άνθρωποι και κλαίνε.)

 

Σ: (Όλο και πιο εμφατικά.) Υπάρχεις μόνον εσύ μέσα σε αυτό το δωμάτιο… Και πασχίζεις να ενωθείς με τη ζωή…

 

(Για λίγες στιγμές ακούμε μόνο το κλάμα της Τ.)

 

Σ: (Πολύ αργά.) Κι εγώ υπάρχω επειδή είναι γυμνός ο λαιμός σου…

 

(Περνούν μερικές στιγμές μέσα στη σιωπή.)

 

Τ: (Παλεύοντας να σταματήσει το κλάμα της.) Και τι σημαίνουν όλα αυτά;

 

Σ: Τι εννοείς;

 

Τ: Τι σημαίνουν όλα αυτά; Όλος αυτός ο θάνατος…

 

Σ: Σημαίνουν την ισότητα…

 

Τ: Την ισότητα;

 

Σ: Ναι, την ισότητα των ανθρώπων…

 

Τ: (Σχεδόν μονολογώντας.) Égalité

 

Σ: Την ισότητα μέσα στον θάνατο… Την ισότητα μέσα στο αιώνιο δειλινό…

 

Τ: (Μονολογεί σαν αλλοπαρμένη.) Την ισότητα…

 

Σ: Την ισότητα διά του θανάτου… Η φύση είναι σοφότερη από τους ανθρώπους… Αυτή φροντίζει να γίνουν όλοι ίσοι…

 

Τ: Κι εσύ;

 

Σ: Εγώ είμαι ο άγγελος του δειλινού…

 

Τ: Είμαι έτοιμη…

 

Σ: (Με σχετική απορία.) Έτοιμη;

 

Τ: Ναι, έτοιμη… Πες μου πώς πρέπει να γίνει…

 

Σ: Έχει ακόμη λίγο για το ξημέρωμα…

 

Τ: Είσαι ο άντρας μου και θα μου πεις τι πρέπει να κάνω…

 

Σ: Δεν είναι ακόμη η ώρα…

 

Τ: (Σαν να μην τον ακούει. Πολύ παρακλητικά.) Είμαι γυμνή και θέλω να με αγκαλιάσεις…

 

Σ: Άναψε το φως…

 

Τ: (Με μεγάλη ένταση.) Πρέπει να με αγκαλιάσεις… Έχω το λαιμό μου έτοιμο…

 

Σ: Άναψε το φως…

 

Τ: Το είπες πριν… Υπάρχεις επειδή είναι γυμνός ο λαιμός μου…

 

Σ: (Πολύ εμφατικά.) Άναψε το φως, σου λέω…

 

Τ: (Με μεγάλη ένταση.) Έχεις την υποχρέωση να με αγκαλιάσεις…

 

Σ: Άναψε το φως… Δεν είναι η ώρα…

 

Τ: (Ουρλιάζοντας.) ΕΙΣΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΣ ΝΑ ΜΕ ΠΝΙΞΕΙΣ…

 

Σ: Όχι, δεν θα σε πνίξω…

 

Τ: (Με φωνή παραμορφωμένη από την ένταση.) Αν δεν το κάνεις, θα σε σφάξω με το μαχαίρι…

 

Σ: Δεν υπάρχει κανένα μαχαίρι…

 

Τ: (Σε κατάσταση αλλοφροσύνης.) Αγκάλιασέ με, αγάπη μου…

 

(Μέσα στο σκοτάδι ακούγεται και πάλι η άρια της Κάλλας Ah, fors'è lui che l'anima. Είναι προφανές πως τη μουσική την έχει βάλει η Τ.)

 

Σ: (Εκνευρισμένη.) Κλείσε τη μουσική… Δεν είναι τώρα η ώρα για αυτή τη μουσική…

 

Τ: (Όπως πριν, εκτός ελέγχου.) ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΟΛΑ…

 

(Στο εξής και μέχρι το τέλος της σκηνής, η Τ ουρλιάζει, πάντοτε σε κατάσταση αλλοφροσύνης, ενώ η άρια συνεχίζει.)

 

Τ: ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΜΕ… ΠΝΙΞΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ… Ο ΛΑΙΜΟΣ ΜΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ… ΚΑΝΕ ΜΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΙΣΗ… ΚΑΝΕ ΜΕ ΙΣΗ…

 

(Με σκλήρισμα που θυμίζει πάρα πολύ οργασμό.)

 

Τ: ΠΝΙΞΕ ΜΕ, ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ…

 

(Το Ah, fors'è lui che l'anima συνεχίζει. Οι δυο γυναίκες σιωπούν – ή και αλληλοπεθαίνουν.

 

Αυτό είναι το τέλος της πρώτης πράξης. Ανάλογα με το τι θα κριθεί σκόπιμο, σε μια ενδεχόμενη παράσταση του έργου, οι ηθοποιοί μπορούν να συνεχίσουν κατευθείαν στη σκηνή 9 ή να γίνει προηγουμένως ένα διάλειμμα. Ή και να τελειώσει εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο.)

 

~