θανάσης τριαρίδης * Τέσσερις ιστορίες δακρύων  

 

 

 

θανάσης τριαρίδης

 

 

 

Η μουγγή καμπάνα

 

 

 

 

Στην Κωνσταντίνα μου

 

 

 

 

Εκείνα τα πράσινα νερά, όπου τα πεύκα πάνωθέ τους ρίζωσαν στο βυθό της θαλάσσης κι οι ρίζες τους γίνηκαν χταποδοφωλιές, εκείνα που σαν ακινητούν νομίζεις από μακριά πως καθρεφτίζουν το πρόσωπο μιας κοιμισμένης πανέμορφης κόρης, εκείνα τα πράσινα νερά, λοιπόν, είναι στραγγαλισμένα από τον θάνατο· αν πας να τα κολυμπήσεις, θα πέσεις πάνω σε φαρμακερά συρματοπλέγματα που νεκρώνουν το σώμα. Μονάχα οι χταποδάδες μπορούν να σε περάσουν σε κείνα τα νερά· είναι γέροι μα αρυτίδωτοι, θαρρείς και πέθαναν στα είκοσί τους χρόνια, έχουνε πιει το αμίλητο νερό, η σάρκα τους είναι πια μαύρη από τον καιρό κι έχουνε ταχτεί να χαθούνε πάνω στο μακροβούτι. Ετούτοι βρίσκουν τις τρύπες στο συρματόπλεγμα, περνούνε μέσα και βγάνουνε πολύχρωμες πέτρες που βρίσκουνε αλφαδιασμένες μπροστά στις χταποδοφωλιές – και τα χταπόδια τα αφήνουνε για να τους φέρουν άλλες πέτρες.

 

Από μια τέτοια τρύπα με πέρασαν και μένα – με βγάλανε στον απαγορευμένο κόλπο, που δεν έχει όνομα κι είναι φραγμένος με τα ατέλειωτα σύρματα, τα καμωμένα από διάφανο μέταλλο, που σε σκοτώνει στο παραμικρό γδάρσιμο. Η θάλασσα λάδι· κάνεις απλωτές προς την ακτή κι αναρωτιέσαι γιατί τόση φαρμακερή σπουδή να μη φτάσει κανένας σε τούτη την ακρογιαλιά. Κάποτε, κρυμμένα πίσω από τις πευκοβελόνες, τους θάμνους και τα χορτάρια, βλέπεις έξαφνα τα χαλάσματα ενός άλλοτε λιμανιού, κι έπειτα κι άλλα χαλάσματα, κι άλλα.

 

Όσο ψάχνεις τα χαλάσματα, τόσο δεν τελειώνουν· μια απέραντη έρημη πολιτεία, γκρεμισμένη από αλλεπάλληλους σεισμούς, βομβαρδισμένη από κανόνια, τιναγμένη από δυναμίτες, με βγαλμένα τα εντόσθιά της, σκεπασμένη πια για τα καλά από το πράσινο. Τα ερείπιά της φωλιά για τους λαγούς και τα φίδια και τους σκαντζόχοιρους· γύρω παντού ξερές πευκοβελόνες περασμένων χρόνων, έξαλλες τσουκνίδες και ανθισμένα γαϊδουράγκαθα – και λίμνες μυστικές με κόκκινα νούφαρα που περιμένουν.

 

Μια αλλόκοτη εκκλησιά είναι το μόνο κτίριο που στέκεται ορθό. Μικρή σε μέγεθος, παμπάλαια, και κολλητά πάνω στον πλαϊνό τοίχο της ένα πελώριο καμπαναριό, πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την εκκλησία, με μια τεράστια, αλλόκοτη, σκοτεινή καμπάνα. H πρώτη αντίδραση είναι μια καχύποπτη απορία: πώς και την άφησαν μέσα στη χορταριασμένη πολιτεία, πώς και δεν την έλιωσαν να την κάνουν κανόνια – ή μπάλες για τα κανόνια; Πάνω στους τοίχους του καμπαναριού, κολλημένες με λάσπη, αναρίθμητες χρωματιστές πέτρες κάθε λογής, κάθε υφής και χρώματος – ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Μέσα στην εκκλησία έχουν φυτρώσει πεύκα, έχουν τρυπήσει τη στέγη, τα κλαδιά τους βγαίνουν από τα παράθυρα – άραγε τι θα πει δικαιοσύνη και τι αγάπη.

 

Ετούτα τα απαγορευμένα ερείπια ήταν η Ευλογιά, η θρυλική πόλη της Κόκκινης Καμπάνας, κάποτε η μεγαλύτερη ολόκληρης της Βαλκανικής, μεγαλύτερη ακόμη κι από την Πόλη του Κωνσταντίνου. Για αιώνες οι κάθε λογής εξουσίες της Δύσης και της Ανατολής δεν μπόρεσαν να την πατήσουν – ίσως γι’ αυτό όταν ερήμωσε τη βομβάρδισαν και τη στραγγάλισαν με το διάφανο συρματόπλεγμά τους. Φυσικά την αφάνισαν από τις αιματοβαμμένες Ιστορίες και τις χρυσόδετες Γεωγραφίες τους. Oι χταποδάδες έχουν ακούσει απ’ τους παππούδες τους σκοτεινά μισόλογα: πως πάνε διακόσια χρόνια που η Ευλογιά ερήμωσε· πως η καμπάνα της μουγγάθηκε ακόμη παλιότερα. Κι ακόμη κάτι σαν θρύλο: πως τις νύχτες δίχως φεγγάρι ματωμένα περιστέρια και ματωμένα κοράκια ανταμώνουν γύρω από την καμπάνα της εκκλησίας. Πως κάτι φοβερό κι ανομολόγητο κρύβει εκείνη η καμπύλη που αυθαδιάζει, που χουγιάζει τη νύχτα, που γεμίζει με μαύρο γάλα τα στήθη των γυναικών.

 

Από κάτω η καμπάνα φαίνεται μαύρη, νομίζεις από τις σκουριές· αν σκαρφαλώσεις το πεύκο, απορείς: δεν υπάρχει καμιά σκουριά, το μέταλλό της ολόστιλπνο, έχει το χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Μοιάζει με γιγάντιο γυναικείο στήθος που προσφέρεται στον ουρανό. Προσπαθείς να τη χτυπήσεις, τραβάς τη γλώσσα της, μα κανένας ήχος δεν βγαίνει από μέσα της, ούτε στρίγκλισμα, ούτε ψίθυρος – τίποτε. Θαρρείς και είναι βαλσαμωμένη – μα υπάρχει γυναικείο στήθος οριστικά πεθαμένο;

 

Εντέλει μένεις μόνος σου μπροστά στην παγωμένη καμπάνα· μπορείς να σκεφτείς: οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Μα σαν τη χαϊδέψεις επίμονα, για ώρες, για μέρες, για μιαν ολόκληρη ζωή, ίσως να βρεις την κρυφή καμπύλη της: μια αλλόκοτη, μπορεί ανύπαρκτη, θερμότητα θα ανταριάσει την ψυχή σου· τότε είναι που ζωντανοί και πεθαμένοι ανακατεύονται. Nύχτα: ας πιστέψουμε στα δακρυσμένα φίδια – κανείς δεν την ξέρει την αυγή που μας καλεί κοντά της. Ας πιστέψουμε στο πουλί που βγαίνει μέσα από το στόμα όσων ψυχορραγούν από αγάπη. Ας πιστέψουμε σε κείνον τον ίσκιο που ανεβαίνει στον λόφο – για να σπείρει έναν καινούργιο νυχτερινό Θεό και να γυρέψει ένα μαχαίρι κατάστηθα.

 

Έτσι ξημερώνει, κι ο άνεμος γυρνά τον ήχο της Κόκκινης Καμπάνας. Και τότε, εσύ που πέρασες τα φαρμακερά συρματοπλέγματα, εσύ που κολύμπησες στα πράσινα νερά, μένεις μονάχος με αυτό που έχεις φυλαγμένο στον κόρφο σου για τόσους αιώνες. Eίναι η ώρα, λοιπόν: χτύπα το γλωσσίδι της μουγγής καμπάνας· το ελάχιστο φύσημα που λογάριασες για τίποτε θα επιστρέψει ως χρυσό μαχαίρι που δεν ξαστοχεί – και με το άγριο αίμα σου θα γεμίσει ο αδειανός κόσμος.

 

***

 

Όλα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του χίλια εκατόν ενενήντα ένα μετά τον Χριστό, τότε που ένας σκοτεινός κοκκινογένης Άραβας καβαλάρης φάνηκε μιαν άνοιξη στη Χαλκιδική, θαρρείς κι ερχόταν από το πουθενά. Έμοιαζε να ήταν πάνω-κάτω σαράντα χρονών, συστηνόταν με το όνομα Ισμαήλ από το Αλγέρι, μιλούσε μια μεικτή γλώσσα (αραβικά, ελληνικά και ιταλιάνικα), και στα μάτια του άστραφτε η κόκκινη λάμψη της τρέλας· όταν έφτανε σε πόλη ή χωριό, γύρευε την εκκλησιά. Εκεί ζητούσε τον παπά και τον ρωτούσε αν η εκκλησιά του έχει καμπάνα. Κι επειδή εκκλησιά του Χριστού δίχως καμπάνα δεν γίνεται, καθώς η καμπάνα είναι το Στόμα του Θεού, άκουγε την απάντηση του παπά κι έφευγε δίχως δεύτερη κουβέντα. Για μερικές μέρες συζητούσαν την παρουσία του· κάποιοι λέγαν πως ήταν σταλμένος από τον Αντίχριστο, γι’ αυτό και έφευγε μόλις έβλεπε την καμπάνα της εκκλησιάς. Κι έπειτα το αλλόκοτο πέρασμά του ξεχνιόταν οριστικά.

 

Ποιος μπορούσε να φανταστεί τη φοβερή ιστορία εκείνου του Ισμαήλ Αλ Ικσίρ; Ασφαλώς κανείς· ήταν ένας καιρός που οι άνθρωποι λογάριαζαν τη φαντασία για αμαρτία. Ένας καιρός που το στάρι κάρπιζε λιγοστό και το ψωμί πίκριζε, κι ο κόσμος έλπιζε μονάχα στη Δεύτερη Παρουσία κι όχι στην αγάπη.

 

O Ισμαήλ Αλ Ικσίρ θα είχε γεννηθεί στις ερήμους της Συρίας· δεν γνώρισε μάνα και πατέρα. Πρέπει να ήταν βρέφος όταν βρέθηκε στο Μασγιάφ, το Κάστρο του Γέρου του Βουνού, εκείνου του φοβερού και τρομερού αρχηγού των Ασσασίνων της Συρίας. Φυσικά ποτέ του δεν έμαθε και ποτέ του δεν ρώτησε πώς είχε βρεθεί στο Κάστρο, αν τον απήγαγαν, αν τον αγόρασαν από κάποιο πάμφτωχο ζευγάρι ή βρέθηκε παρατημένο βρέφος πλάι στο πηγάδι. Μεγάλωσε στην κλειστή κοιλάδα που ο Γέρος ετοίμαζε τους Ασσασίνους του: ένας πανέμορφος κήπος, ίδιος με τον Παράδεισο, γιομάτος με ηδονικά ντουμάνια, γιομάτος με νερό, κρασί, γάλα και μέλι, και γυναικεία αγκαλιάσματα, με μουσικές θεσπέσιες, με μυρωδιές που θεριεύουν τις αισθήσεις. Εκεί σκλάβωνε τις ψυχές των αντρών του ο Σινάν (έτσι λέγαν τον Γέρο) και τους έκανε υποχείριά του· είναι γνωστό σε όλους πως αρκούσε να τους δώσει μια διαταγή κι αυτοί μπορούσαν να γκρεμοτσακιστούν πηδώντας από τα πιο άγρια βράχια του βουνού ή να πάνε στην άλλη άκρη του κόσμου για να καρφώσουν το χρυσό μαχαίρι του Σινάν στην καρδιά ενός εχθρού του. Η προσταγή του Γέρου του Βουνού ήταν ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρου του κόσμου· οι άντρες του σκόρπιζαν στα πέρατα της γης: γίνονταν στρατιωτικοί, σωματοφύλακες, αρχιτέκτονες, ζωγράφοι και μαστόροι, έμποροι, ιμάμηδες και παπάδες, σοφοί δάσκαλοι, πρίγκιπες και βασιλιάδες και ζητιάνοι, κι όλοι τους περίμεναν το μήνυμα του αφέντη τους. Λογάριαζαν τον θάνατό τους για δώρο – τους περίμενε ο κήπος της κλειστής κοιλάδας με τις ανήλικες λίμνες και τα άνηβα ποτάμια.

 

Έτσι μεγάλωσε ο Ισμαήλ, πιστεύοντας πως ο Γέρος είναι η Αρχή και το Τέλος του κόσμου. Έμαθε τους θεούς και τις γλώσσες όλων των ανθρώπων της Μεσογείου, τις επιστήμες και τις καλές τέχνες, και φυσικά την τέχνη να μπήγεις το μαχαίρι του Γέρου στην καρδιά των εχθρών του. Η μεγάλη κλίση του ήταν στο δούλεμα των μετάλλων· είχε στ’ αλήθεια χέρι δαίμονα – και οι σοφοί γέροντες αλχημιστές, που λογάριαζαν τον Γέρο για ενσαρκωμένο Αρχάγγελο, του έμαθαν πράγματα για την τήξη και την πήξη που κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών, τον κάλεσαν στα δώματα του Σινάν· εκεί εμφανίστηκε ο ίδιος ο Γέρος και με τελετουργικό τρόπο, ανάμεσα σε καπνούς και παράξενους ήχους, του έδωσε το χρυσό μαχαίρι της δολοφονίας και του είπε ένα όνομα: ήταν ο πρίγκιπας Σαμίρ από το Αλγέρι, γενικός διοικητής της πόλης. Προφανώς στο μυαλό του εκείνος ο Σαμίρ θα είχε βλάσφημες σκέψεις, αντίθετες με τις βουλές του Θεού…

 

O Ισμαήλ ξεκίνησε με την ανατολή του ήλιου, έχοντας μαζί του κάμποσα χρήματα, που θα του χρησίμευαν να φτάσει μέχρι τον προορισμό του και να διεισδύσει στην Αυλή του πρίγκιπα ως μεταλλοτεχνίτης από το Κάιρο· ο Σαμίρ είχε πάθος με τα μπρούντζινα λεπτοδουλεμένα αντικείμενα: δίσκους, φλιτζάνια, λαβές σπαθιών, ζώνες που πάνω τους είχαν κάθε λογής σκαλιστές παραστάσεις, κυρίως τις πονηρές με τα σμιξίματα των Κενταύρων με τις γυναίκες και των Σειρήνων με τους άντρες – πριν καν να ξεκινήσει ο Ισμαήλ, έφτιαξε μια τέτοια πονηρή ζώνη για να τον πλησιάσει. Το ταξίδι του κράτησε κοντά έξι εβδομάδες· έφτασε στο Αλγέρι βράδυ. Πέρασε την έναστρη νύχτα σχεδιάζοντας το πώς θα παρουσιαζόταν στον πρίγκιπα την επόμενη κιόλας ημέρα. Άδικος κόπος: μόλις πριν από τρία βράδια ο πρίγκιπας είχε πεθάνει από κάποιον ανεξήγητο πυρετό – έτσι είπαν, μα στο λιμάνι μιλούσαν για αγκάλιασμα τόσο ηδονικό που τον πέθανε.

 

Σε τέτοιες περιπτώσεις υπήρχε μια συγκεκριμένη εντολή για τον Ασσασίνο που η αποστολή του είχε ματαιωθεί, προτού το χρυσό μαχαίρι του Γέρου καρφωθεί στην καρδιά του στόχου· ο σταλμένος φονιάς δεν γύριζε ποτέ πίσω, μα έμενε στον τόπο της αποστολής του περιμένοντας καινούργια διαταγή από τον αφέντη του. Μέχρι τότε ζούσε σαν ευυπόληπτος και νομοταγής πολίτης, προσπαθούσε να κερδίσει εκτίμηση και εμπιστοσύνη, να πάρει αξιώματα και να ανέβει σε ιεραρχίες. Είχε δικαίωμα ακόμη και να παντρευτεί· μονάχα τού απαγορευόταν να κάνει παιδιά – το πατρικό ένστικτο μπορεί να τον ξεστράτιζε από την αποστολή του. Και, βέβαια, κάθε βράδυ κοιμόταν με το χρυσό μαχαίρι του Σινάν κάτω από το μαξιλάρι του.

 

Παρόμοια κινήθηκε και ο Ισμαήλ. Άρκεσε να δείξει τη ζώνη που είχε ετοιμάσει για τον Σαμίρ κι αμέσως τον πήρανε ως αρχιμάστορα στο πιο μεγάλο εργαστήρι του Αλγερίου· πιότερο κι από σκαλιστής ήτανε χύτης: ήξερε να σμίγει μπρούντζο, χαλκό, κασσίτερο κι ασήμι με τέτοιο τρόπο ώστε να φτιάχνει ένα μέταλλο που μαγνήτιζε τους ανθρώπους περισσότερο κι απ’ το χρυσάφι. Σύντομα άνοιξε δικό του εργαστήριο· και σκάλιζε μονάχα ο ίδιος στο μέταλλό του τις πιο αλλόκοτες παραστάσεις. Πάνω στο χρόνο, όλοι τον λογάριαζαν για το καλύτερο χέρι στο Αλγέρι· σύντομα ερχόντουσαν άνθρωποι από άλλες πολιτείες για να αγοράσουν σκαλιστά σκεύη, βραχιόλια, κοσμήματα και ζώνες γεμάτες με έξαλλα σμιξίματα κάθε λογής, ή να του παραγγείλουν ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου: από δαχτυλίδια πουλιών μέχρι δακρυδόχους και κασετίνες παρθενικών υμένων.

 

Μια μέρα στο σκλαβοπάζαρο του λιμανιού ήρθε καινούργια καραβιά σκλάβων· ο Ισμαήλ ήταν εκεί περιμένοντας ένα φορτίο χαλκού. Στις τάβλες όπου οι Σαρακηνοί αράδιαζαν την πραμάτεια τους είδε μια σχεδόν σκελετωμένη κοπέλα, σε ελεεινή κατάσταση, με μαύρα μάτια. Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά· την αγόρασε δίχως να παζαρέψει διόλου την τιμή. Την έλεγαν Μαρία, ήταν χριστιανή, Ρωμιά, από ένα χωριό της Χαλκιδικής που το διαγούμισαν οι Βενετσιάνοι και μετά πούλησαν τους κατοίκους σκλάβους στους Σαρακηνούς.

 

Για αρκετούς μήνες δεν σμίξαν σα ζευγάρι· κάποτε ο Ισμαήλ τής ζήτησε να διαλέξει: ή θα της έδινε πολλά χρήματα και συνοδεία για να γυρίσει στην πατρίδα της ασφαλής ή θα γινόταν γυναίκα του. Η Μαρία διάλεξε το δεύτερο, με τον όρο πως θα συνέχιζε να πιστεύει στην Παναγία. O Ισμαήλ δέχτηκε· δεν ήταν δυνατόν ο Θεός του να διαφωνούσε με την αγάπη μιας τέτοιας γυναίκας. Έτσι γίναν αντρόγυνο. Και βέβαια ο Ισμαήλ δεν της είπε τίποτε για την προηγούμενη ζωή του, μήτε και για το μαχαίρι με τη χρυσή λαβή.

 

Γρήγορα η κοιλιά της Μαρίας άρχισε να φουσκώνει· άγρια πάλη γίνηκε μέσα στο νου και την καρδιά του Ισμαήλ: από τη μια σκεφτόταν τον Κανόνα των Ασσασίνων, κι από την άλλη ένιωθε μέσα του να φτερουγίζει μια αλλόκοτη ευτυχία, που δεν είχε καμία σχέση με τα όσα ένιωθε στην κλειστή κοιλάδα του Γέρου. Αποφάσισε να αψηφήσει τον Κανόνα και να κρατήσουν το παιδί. Ένα βράδυ που κοιτούσαν μαζί το μισό φεγγάρι, η Μαρία τού είπε: «Tο παιδί θα είναι κορίτσι και θα το λεν Χριστίνα· είναι το όνομα της μητέρας μου, την κρέμασαν μπροστά στα μάτια μου οι Βενετοί από την καμπάνα του χωριού». O Ισμαήλ φυσικά συμφώνησε· το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να την κάνει ευτυχισμένη.

 

Η Μαρία πέθανε πάνω στη γέννα· τρεις πρακτικοί γιατροί και οι καλύτερες μαμές της πόλης, που είχε φέρει κοντά της ο Ισμαήλ για να της παρασταθούν, στάθηκαν αδύναμοι να κάνουν οτιδήποτε. «Ήταν το θέλημα του Αλλάχ», του είπαν. Μόλις που κατάφεραν να βγάλουν το μωρό ζωντανό. Ήταν κορίτσι· είχε τα μάτια της μάνας της. Το όνομά της Χριστίνα, όπως το θέλησε εκείνη.

 

O Ισμαήλ αφιερώθηκε στην κόρη του – στην κόρη της Μαρίας. Η αγάπη του γι’ αυτήν τον έκανε να φτιάχνει όλο και ωραιότερα σκαλίσματα στο μέταλλο, αληθινά αριστουργήματα που ταξίδευαν σε κάθε γωνιά της Μεσογείου. Στο εργαστήρι του έρχονταν πια παραγγελίες όλο και πιο τρομερές: νεκροκεφαλές, δακρυσμένοι ήλιοι, ορθωμένοι φαλλοί, διχαλωτές γλώσσες φιδιών, βασιλικά στέμματα διακοσμημένα με σκουλήκια, ανθρωπόμορφες νυχτερίδες, φτερωτά άλογα που ξεπηδούν μέσα απ’ τη γη, πρόβατα με κοφτερά δόντια έτοιμα να κατασπαράξουν τη σάρκα. O Ισμαήλ δούλευε έχοντας τον νου του στα μάτια της Χριστίνας. Κάθε δημιούργημα, όσο τρομακτικό κι αν ήταν, συνδεόταν μέσα του με την ύπαρξη της κόρης του και φωτιζόταν ως έργο του Θεού. Κάθε βράδυ την έβαζε ο ίδιος στο κρεβάτι της, την περίμενε να κοιμηθεί. Κι έπειτα πλάγιαζε κι ο ίδιος· κάτω από το μαξιλάρι του σχεδόν δεν ένιωθε το μαχαίρι με τη χρυσή λαβή.

 

Είχαν περάσει κοντά δέκα χρόνια από τον ερχομό του Ισμαήλ στο Αλγέρι, όταν  ήρθε στο εργαστήρι του ένας έμπορος από τη Φεζ και γύρεψε να τον δει. Συζήτησαν για μια συνηθισμένη παραγγελία· ένα σκαλιστό μαγκάλι όπου η Αγαύη θα περιέφερε το παλουκωμένο κεφάλι του Πενθέα. Όταν έφευγε, ο έμπορος έσκυψε προς το μέρος του και του είπε χαμηλόφωνα: «O αφέντης μας θέλει το χρυσό μαχαίρι του στην καρδιά της κόρης σου». Κι έπειτα έφυγε αφήνοντας τον Ισμαήλ ακίνητο, θαρρείς και τον χτύπησε κεραυνός.

 

Το ίδιο κιόλας βράδυ ο Ισμαήλ κατάλαβε πως έπρεπε να λογαριάζει τη Χριστίνα για νεκρή. O Γέρος είχε αποφασίσει να τον τιμωρήσει με τον φριχτότερο τρόπο για το ότι παρέβη τον Κανόνα: τον έβαζε να σκοτώσει την κόρη του. Είχε μεγαλώσει στην κλειστή κοιλάδα, ήξερε τι θα πει διαταγή του Γέρου. Ακόμη κι αν ο ίδιος την παράκουε, ακόμη κι αν έφευγε στα πέρατα του κόσμου με την κόρη του, οι Ασσασίνοι θα τους έβρισκαν – ποτέ κανένας δεν είχε γλιτώσει. Έβλεπε μπροστά του την εικόνα: το οχτάχρονο κορίτσι να ουρλιάζει, κι ένας φριχτός ίσκιος να της μπήγει ένα χρυσό μαχαίρι στην καρδιά.

 

Μέχρι το ξημέρωμα είχε αποφασίσει: δεν θα άφηνε την κόρη του να τη σκοτώσουν οι άνθρωποι του Σινάν. Θα την τέλειωνε ο ίδιος ειρηνικά και γαλήνια, την ώρα του ύπνου· η Χριστίνα θα ονειρευόταν τη μητέρα της την ίδια στιγμή που θα ενωνόταν μαζί της. O Ισμαήλ πήγε στο εργαστήρι του και πήρε ένα φιαλίδιο  που μόλις είχε τελειώσει· ήταν ένα δακρυσμένο μάτι, παραγγελιά από κάποιον χριστιανό καλόγερο, που ήθελε να βάλει μέσα νερό από τον ποταμό Ιορδάνη. Πέρασε όλη τη μέρα παίζοντας με τη Χριστίνα. Το βράδυ την έβαλε να κοιμηθεί· για να τη νανουρίσει, της είπε μια παλιά ιστορία για έναν απελπισμένο έρωτα σε μια μακρινή χώρα με μια μεγάλη λίμνη, για κάποιον που είχε ένα τρυφερό μαχαίρι και για μια μουγγή βασιλοπούλα. Όταν το παιδί κοιμήθηκε, πήρε το μαχαίρι με τη χρυσή λαβή. Με μια απαλή κίνηση το βύθισε στην καρδιά της· το κορίτσι δεν κατάλαβε τίποτε. Κι έπειτα γέμισε το σκαλιστό φιαλίδιο με το αίμα της.

 

Όταν την ανασήκωσε για να βγάλει το κουφάρι της από το δωμάτιο, είδε τα δάκρυα που αυλάκωναν τα μάγουλά της. Nα ήταν άραγε η ιστορία του απελπισμένου έρωτα εκείνης της Κωνστάντζας, που της είχε διηγηθεί πριν τη σκοτώσει, ή μήπως κάτι άλλο; Με το χρυσό μαχαίρι μάζεψε τα δάκρυά της και τα έβαλε κι αυτά στο σκαλιστό φιαλίδιο· αίμα και δάκρυα ανακατεύτηκαν. Κι έπειτα τύλιξε τη νεκρή κόρη του σε κόκκινο σεντόνι, την ανέβασε στο άλογό του, την πήγε στο χριστιανικό νεκροταφείο και την έθαψε μαζί με τη μητέρα της. Και μόλις τη σκέπασε, δάγκωσε το φρεσκοσκαμμένο χώμα ουρλιάζοντας.

 

Την άλλη μέρα έφυγε από το Αλγέρι με ένα αιγυπτιακό εμπορικό που πήγαινε στη Θεσσαλονίκη· μαζί του είχε ελάχιστα υπάρχοντα, το ματωμένο χρυσό μαχαίρι στην κάπα του και στο στήθος κρεμασμένο το σκαλιστό δακρυσμένο μάτι με το αίμα και τα δάκρυα της Χριστίνας. Το μαχαίρι το κρατούσε για τον εαυτό του· ο θάνατος πολεμιέται με θάνατο. Μα προτύτερα είχε να δώσει στον Θεό την ψυχή της κόρης του: θα γύρευε το στόμα Του στη Χαλκιδική, στη γη όπου είχε γεννηθεί η μητέρα της, η αγαπημένη του Μαρία. Και στο Αλγέρι για κάμποσες δεκαετίες ακουγόταν σε καπηλειά και σε παζάρια μια φριχτή ιστορία με έναν εκπληκτικό μάστορα που έκανε τα μέταλλα να δακρύζουν· κι έλεγαν ακόμη πως είχε κάνει παιδί με μια χριστιανή σκλάβα και μιαν ημέρα που μπήκε μέσα του ο διάβολος έσφαξε την κόρη του και χάθηκε από προσώπου γης. Και αιώνες αργότερα ένας καταγραφέας παλιών ιστοριών θυμήθηκε, με αφορμή ετούτον τον Ισμαήλ, τη φράση που ο αδάκρυτος Οκταβιανός Αύγουστος είχε γυρέψει να χαράξουν στο βολβό του βγαλμένου ματιού του: Omnis oculus continet lacrimas suas.

 

***

 

Aυτός, λοιπόν, ήταν ο Ισμαήλ Αλ Ικσίρ, που γυρνούσε τρελός κάπου στο γέρμα του δωδέκατου αιώνα μετά τον Χριστό στη Χαλκιδική, ψάχνοντας μια εκκλησιά χωρίς καμπάνα. Για αρκετές βδομάδες, για μήνες, περιπλανιόταν δίχως να ανταμωθεί με αυτό που γύρευε· μα λένε πως, άμα τρελός δει στον ύπνο του φαφούτη λύκο, σύντομα θα τον βρει στο βήμα του. Ένα πρωινό, κι ενώ πια γυρνούσε στους απόκρημνους ορμίσκους που μπαίνουν στη θάλασσα, ανάμεσα σε πυκνά πευκοδάση και άγρια βράχια, είδε τα ερείπια ενός χωριού· ήταν η Ευλογιά.

 

Όταν πλησίασε, βρήκε μονάχα καμένα, διαγουμισμένα σπίτια και πτώματα γερόντων· η εκκλησιά σκυλεμένη, ακόμη και την καμπάνα από το καμπαναριό είχαν πάρει οι πειρατές. Πίσω από κάποιον βράχο βγήκε ένας έντρομος έφηβος· ήταν ένας βοσκός που, κρυμμένος, είχε δει το μακελειό: οι πειρατές ήταν χριστιανοί, μιλούσαν φράγκικα, δεν ήξερε κάτι περισσότερο γι’ αυτούς. Oι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού είχανε φύγει, ειδοποιημένοι από τους ψαράδες· μείναν μονάχα οι γέροντες κι ο παπα-Γιαννούκας, που περίμενε τους πειρατές στο λιμανάκι κρατώντας έναν μεγάλο ξύλινο σταυρό, ίσαμε μισό από το μπόι του ανθρώπου. Oι διαγουμιστές τον έδεσαν μαζί με το σταυρό, έσυραν μπροστά του όλους τους γέροντες και τους σφάξαν, έπειτα τον άλειψαν με πίσσα και τον έκαψαν και κατούρησαν στο κουφάρι του χασκογελώντας. Φυσικά λεηλάτησαν όλα τα σπίτια και την εκκλησία· πήραν μέχρι και τον κουβά από το πηγάδι. Κατόπιν έβαλαν παντού φωτιά, κάποιοι απ’ αυτούς κόπρισαν μέσα στο πηγάδι και, έχοντας τελειώσει το κακό τους, μπήκαν στις βάρκες τους και έφυγαν.

 

Σε λίγο επέστρεψαν στο χωριό με θρήνους και οδυρμούς οι κάτοικοί του, εκείνοι που το είχαν εγκαταλείψει για να σωθούν. Μέσα στην ταραχή τους δεν τους φάνηκε αλλόκοτη η παρουσία του Ισμαήλ· τον πρόσεξαν μονάχα όταν τους είπε πως ο Θεός θέλει να τους μιλήσει μα είναι πληγωμένο το στόμα Του. Πλησίασαν κοντά του και του ζήτησαν να εξηγηθεί.

 

O Ισμαήλ τούς είπε πως είχε περάσει τη Μεσόγειο για να δώσει στον Θεό το στόμα που του χάλασαν οι δολοφόνοι· πως μπορούσε να τους ξαναφτιάξει την καμπάνα που σκύλεψαν οι πειρατές. Η κόκκινη λάμψη στα μάτια του, που είχε χουγιάξει όλους τούς άλλους, στους απελπισμένους της Ευλογιάς έδωσε μια ανεξήγητη ελπίδα. Το ότι ήταν Άραβας και αλλόθρησκος δεν τους ενόχλησε· είχανε δει και τα καλά των χριστιανών… Κι ούτε ασχολήθηκαν με το από πού ερχόταν ή με το πώς ήταν δυνατόν ένας μωαμεθανός να φτιάξει μια καμπάνα. Άμα μπορούσε να ξαναδώσει στον Θεό το στόμα Του, ας το έκανε. Κι όταν κάποιος τον ρώτησε αν έχει κάποιο αρχαίο ελιξίριο που ελευθερώνει το φως από το σκότος, εκείνος απάντησε: «Έχω μονάχα τον θάνατό μου, όλα γίνονται με τον θάνατο».

 

Πολύ σύντομα η καμπάνα του Ισμαήλ έγινε η μεγάλη ελπίδα των κατοίκων της Ευλογιάς, ο σημαντικότερος δεσμός τους, το όνειρό τους. Σχεδόν αδιαφόρησαν για τα καμένα σπίτια τους κι άρχισαν να μαζεύουν κάθε λογής μέταλλα, όπως τους ζήτησε εκείνος· πήγαν με τα γαϊδούρια στα γειτονικά χωριά και γύρεψαν μπρούντζο, χαλκό, μπακίρι, ό,τι μπορούσαν να τους δώσουν. Κι όσα μάζεψαν τα άφησαν έξω από το πρόχειρο εργαστήρι που είχε στήσει ο Ισμαήλ με βοηθό τον νεαρό βοσκό που είχε δει το μακελειό του χωριού.

 

O Ισμαήλ έσκαψε στη γη το καλούπι της καμπάνας· κάλυψε με πηλό τα τοιχώματά του. Με ξύλο και πηλό έφτιαξε και το δεύτερο. Κι ένα τρίτο καλούπι, πολύ μικρότερο, έφτιαξε για το γλωσσίδι που θα χτυπούσε την καμπάνα. Κατόπιν έστησε δώδεκα φούρνους και σε δώδεκα τεράστια καζάνια έλιωσε τα μέταλλα που του ’χαν φέρει οι Ευλογημένοι. Και, την ώρα που το μείγμα των μετάλλων κόχλαζε, έβγαλε από τον κόρφο του το φιαλίδιο με το δακρυσμένο μάτι κι έριξε μέσα στα καζάνια το αίμα και τα δάκρυα της κόρης του. Δώδεκα φορές ψιθύρισε, «Θεέ μου, σου δίνω στο στόμα Σου την ψυχή της Χριστίνας».

 

Όταν ήρθε η ώρα, έδωσε το σύνθημα να ρίξουν το μείγμα στα καλούπια· ήθελε απόλυτο συγχρονισμό, ώστε ν’ αδειάσουν ταυτόχρονα τα δώδεκα καζάνια στις δώδεκα υποδοχές που είχε φτιάξει, μα οι Ευλογημένοι τα κατάφεραν. Μόλις τα καζάνια άδειασαν, ο Ισμαήλ τούς είπε πως θα περίμεναν τρεις μέρες για να κρυώσει το μέταλλο. Την τέταρτη μέρα έβγαλαν τα καλούπια· με σκοινιά σήκωσαν την καμπάνα –είχε δυο φορές το ύψος ενός ανθρώπου–, την έβαλαν σε μια τάβλα και με κορμούς τη μετέφεραν και τη βούτηξαν στη θάλασσα για να δέσει το μέταλλο. Είχε πέσει η νύχτα, όταν ο Ισμαήλ έδωσε εντολή να τη βγάλουν από το νερό και να την πάνε στην εκκλησία. Κι όλο το βράδυ την έτριβε με λογής πέτρες που είχε προσεκτικά μαζέψει από την ακροθαλασσιά.

 

Το ξημέρωμα οι κάτοικοι του χωριού πήγαν στην εκκλησία· κανείς τους δεν είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Μια πανέμορφη κόκκινη καμπάνα έστεκε μπροστά στην είσοδο της εκκλησίας. Το σχήμα της έμοιαζε στην Παναγιά, σταθερή όσο η γη κι ανάλαφρη όσο ο ουρανός. Το μέταλλό της είχε γεύση όπως το αίμα του Ιησού: ολόπικρο σαν την κακία των ανθρώπων και ολόγλυκο σαν τη θυσία του Nαζωραίου. Και η κρυφή καμπύλη της ήτανε σαν το στήθος της γυναίκας που θηλάζει όλους τούς ανθρώπους. Άμα την έβλεπες, νοσταλγούσες, έκλαιγες, ονειρευόσουν και ξάναβες – γέμιζες με γκάβλα για τον ίδιο τον Θεό. Και, παρόλο που κανένας απ’ τους Ευλογημένους δεν είχε ταξιδέψει πέρα από τα γειτονικά χωριά, όλοι ήσαν απολύτως βέβαιοι: μπροστά στην εκκλησιά τους έστεκε η ωραιότερη καμπάνα του κόσμου.

 

Έψαξαν τον Ισμαήλ για να τον ευχαριστήσουν· δεν τον βρήκαν πουθενά, θαρρείς και τον είχε καταπιεί η γη. Απόρησαν τι θα μπορούσε να είχε γίνει ο παραλογισμένος Άραβας που τους είχε φτιάξει την καμπάνα. Αποφάσισαν να τον περιμένουν για τρεις μέρες, προτού την ανεβάσουν στο καμπαναριό· του άξιζε να είναι αυτός ο πρώτος που θα τη χτυπούσε, κι ας μην πίστευαν στον ίδιο Θεό. Μα την τρίτη μέρα ένας ψαράς βρήκε το πτώμα του στα Βράχια των Κουφών, μια ώρα δρόμο από την Ευλογιά· στο στήθος του ήτανε καρφωμένο ένα φοβερό μαχαίρι με χρυσή λαβή.

 

Oι κάτοικοι της Ευλογιάς δεν μπορούσαν βέβαια να καταλάβουν τι σήμαιναν όλα αυτά, ούτε και διανοήθηκαν την τραγωδία του Ισμαήλ ή το τι ήταν το κόκκινο χρώμα της καμπάνας· πήραν τον νεκρό Άραβα, τον έπλυναν, τον ξενύχτησαν, τον έκλαψαν σα να ’ταν αδερφός τους. Κι έπειτα τον έθαψαν στον λάκκο που είχε σκάψει για το καλούπι της καμπάνας. Και στην είσοδο της εκκλησίας κρέμασαν τα δυο ενθύμια από εκείνον τον Ισμαήλ:  το φιαλίδιο που ήταν ένα σκαλιστό δακρυσμένο μάτι και το μαχαίρι με τη χρυσή λαβή.

 

Την επόμενη μέρα ανέβασαν την καμπάνα στο καμπαναριό· κατόπιν κρέμασαν το γλωσσίδι της. Oι κάτοικοι της Ευλογιάς, έτσι όπως την είδανε ψηλά, ένιωσαν πως πράγματι ο ουρανός απέκτησε ένα κόκκινο στόμα. O έφηβος βοσκός που ήταν ο βοηθός του Ισμαήλ έπιασε το σκοινί του γλωσσιδιού, πήρε βαθιά ανάσα και το τράβηξε με δύναμη· το γλωσσίδι χτύπησε με ορμή στο εσωτερικό της κόκκινης καμπάνας. Κι ένας ήχος, που όμοιός του δεν είχε ξανακουστεί ποτέ, γέμισε τον κόσμο.

 

***

 

Έτσι φτιάχτηκε η Κόκκινη Καμπάνα, από το αίμα και τα δάκρυα μιας αδικοσκοτωμένης κόρης κι από το χέρι ενός φονιά πατέρα – και γρήγορα έγινε ξακουστή μέχρι τα πέρατα του κόσμου ως το Ματωμένο Στόμα του Θεού. O ήχος της, από τη μέρα που πρωτοακούστηκε στην καμένη εκκλησία της Ευλογιάς, κυβέρνησε τους αγέρηδες για πέντε ολάκερους αιώνες: γαλήνευε μεμιάς τα τρικυμισμένα νερά της θάλασσας, έφερνε τον ήλιο στη βαρυχειμωνιά και τη βροχή στο λιοπύρι, φούσκωνε τα στήθη των κοριτσιών και τρέμιζε την αόρατη καμπύλη τους, κάρπιζε δέντρα και σπαρτά, άνθιζε τα λουλούδια, γεννούσε το νερό μέσα από τους ξερούς βράχους, γιάτρευε τις λοιμικές, την πανούκλα, τη λέπρα, φίλιωνε την κακιά θωριά, ευλογούσε τη γαστέρα των γυναικών να πιάσουν παιδιά. Έφτανε να σταθεί κανείς κάτω από την Κόκκινη Καμπάνα την ώρα που χτυπούσε, για να φύγει η αρρώστια – κάθε λογής αρρώστια· κι αν πάλι κακό χαλάζι χάλαγε τα σπαρτά, αρκούσε ένα χτύπημά της για να το πάψει. Λέγανε πως μπορούσε να γιάνει ακόμη και την πληγή της Γοργώς. Oι σπόροι που σκάλωσαν κάτω από το καμπαναριό για μια νύχτα κάρπιζαν ακόμη κι αν τους έσπερνες σε μαύρο βράχο. Και οι καρποί τούτων των σπόρων ήσαν απίστευτα γλυκείς, τόσο που όποιος τούς δοκίμαζε αποφάσιζε να μείνει εκεί, στον τόπο όπου η Κόκκινη Καμπάνα στάλαζε την αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους. Ακόμη κι η θάλασσα της Ευλογιάς, από τα Βράχια των Κουφών μέχρι τον Πετεινό (ήταν ένας βράχος που έμοιαζε με πετεινό), έγινε πράσινη και διάφανη, σαν άνηβη κοπέλα· και μέσα στα νερά της φύτρωσαν θεόρατα πεύκα.

 

Φυσικά, γρήγορα έγινε γνωστό πως μια θαυματουργή καμπάνα γιάτρευε τους ανθρώπους από τις αρρώστιες· από τα πρώτα κιόλας χρόνια άρχισαν να έρχονται άρρωστοι απ’ τις γωνιές της Μεσογείου κι απ’ όλο τον κόσμο για να σταθούν κάτω από το Ματωμένο Στόμα του Θεού – και η φωνή της Κόκκινης Καμπάνας γινόταν τρελή μέλισσα που τσίμπαγε με το κεντρί της το άρρωστο σώμα και το κοκκίνιζε και το γιάτρευε και το έκανε ξανά έξαλλο για ζωή. Κι ο κάθε γιατρεμένος προσκυνητής έμπαινε στα πράσινα νερά της θαλάσσης και μάζευε μια πέτρα από τις χταποδοφωλιές στις ρίζες των πεύκων· κι έπειτα έφτυνε με το σάλιο του έναν σβόλο χαλκιδικιώτικη λάσπη και κολλούσε την πέτρα στον τοίχο του καμπαναριού. Κι όταν πάλι ο άρρωστος είχε βαδίσει τον κύκλο της ζωής του, τότε το χτύπημα της Καμπάνας γινότανε ήλιος που έδυε κατακόκκινος και λευτέρωνε την ψυχή και την έπαιρνε μαζί του για να την πλαγιάσει στο δειλινό του.

 

Πάνω στο χρόνο η Ευλογιά από ερειπωμένο χωριό γίνηκε σωστή πόλη και σε μερικές δεκαετίες ολόκληρη πολιτεία· έξι γενιές μετά τη γενιά που είχε ακούσει το πρώτο χτύπημα της Κόκκινης Καμπάνας, αγκάλιαζε σχεδόν ολάκερη τη μύτη τής Σιθωνίας. Δεν ήταν μόνο που το Ματωμένο Στόμα του Θεού έκανε όλο και πιο καρπερές τις γυναίκες και γεννούσαν αράδα τα παιδιά· ήταν και που σιγά-σιγά όλο και περισσότερο, πρώτα στη Μακεδονία, κατόπιν στην άλλοτε Αυτοκρατορία των Ρωμιών κι έπειτα σ’ όλα τα Βαλκάνια και σ’ όλο τον κόσμο, ακούγονταν θρύλοι για τη θαυματουργή καμπάνα μιας χαλκιδικιώτικης πολιτείας, που αντέστρεφε τη φρίκη, καπάκωνε το φόβο κι έκανε τον θάνατο γαλήνιο συμπλήρωμα της ζωής, κάτι σα νανούρισμα που είναι παράπονο και συνάμα κάλεσμα. Επόμενο ήταν οι απελπισμένοι του κόσμου να ξεκινήσουν για αυτήν την απίστευτη πολιτεία – λέγανε πως ήτανε η πόλη του Θεού. Πολύ γρήγορα φτιάχτηκε ένα Συμβούλιο από εικοσιέναν ανθρώπους, εκλεγμένους από τους ίδιους τούς κατοίκους: το Συμβούλιο όριζε ποιες οικογένειες θα καλλιεργούν τα χωράφια, ποιες θα φροντίζουν τα λιόδεντρα και ποιες τα αμπέλια, ποιες θα βόσκουν τα πρόβατα, ποιες θα ψαρεύουν· η Κόκκινη Καμπάνα κάρπιζε τη γη, που έδινε σοδειά δυο και τρεις φορές περισσότερη από το κανονικό. Σε λίγα χρόνια οι Ευλογημένοι φτιάξαν μεγάλους ξενώνες για τους προσκυνητές της Καμπάνας, νοσοκομεία, λουτρά, μεγάλους κήπους. Και ποτέ δεν διανοήθηκαν να βάλουν τείχη στην πόλη τους – γιατί το Ματωμένο Στόμα του Θεού ανήκε σε όλους.

 

Κάποτε ήρθε ο καιρός που οι ρηγάδες των Φράγκων θέλησαν να βάλουν χέρι στην Ευλογιά – φυσικά για να κλέψουν την Κόκκινη Καμπάνα. Έστειλαν αντιπροσωπεία και ζήτησαν έναν αβάσταχτο φόρο για τα σιτάρια και τα λιόδεντρα της Ευλογιάς· το Συμβούλιο της πόλης φυσικά αρνήθηκε. Άλλο που δεν ήθελαν οι ραδιούργοι ρηγάδες· στο μυαλό τους είχαν ήδη σχεδιάσει το πώς θα περνούσαν μαχαίρι τους στασιαστές Ευλογημένους και, ως μέγα λάφυρο, θα έπαιρναν την Κόκκινη Καμπάνα. O Πάπας θα την αγόραζε όσο-όσο και με κάθε λογής ανταλλάγματα – άλλο που δεν ήθελε να στήσει στη Ρώμη ένα φοβερό και τρομερό σύμβολο της θεόδοτης εξουσίας του. Έστειλαν στρατό πολύ και σιδεροντυμένο – και πάντα με το σταυρό του Χριστού. Αποβιβάστηκαν στις όχθες του Στρυμόνα και άρχισαν να βαδίζουν προς την αφύλαχτη πολιτεία· μόλις φτάσαν έξω από την Ευλογιά, έστειλαν κήρυκα και ζήτησαν να βγει ο στρατός της και να παραδοθεί, αλλιώς θα σκότωναν όλους τούς κατοίκους της μέχρι τον τελευταίο. Κανείς δεν τους απάντησε – μονάχα μια γιατρεμένη, που είχε ταχτεί να μη φύγει κάτω από την Κόκκινη Καμπάνα, όρμησε και τράβηξε το σκοινί. Τότε ακούστηκε ένας καινούργιος ήχος, έξαλλος σα σφύριγμα ξυραφιού και σαν αρχαίο ακατάληπτο τραγούδι· και μεμιάς ο πρωτάκουστος ήχος έγινε πράσινη φλόγα και κύκλωσε τους σιδεροντυμένους φονιάδες: τα σίδερα –πανοπλίες, περικεφαλαίες, σπαθιά– πύρωσαν κι άρχισαν να λιώνουν απάνω στα σώματά τους. Όσοι πρόλαβαν να τα πετάξουν γλίτωσαν με εγκαύματα· κι όσοι δεν πρόφτασαν να πετάξουν τα φονικά σίδερα πέθαναν με φριχτούς πόνους.

 

Χρειάστηκε να δουν οι απεσταλμένοι του Πάπα τα εγκαύματα των επιζώντων για να πιστέψουν την απίθανη ιστορία· κι όταν την επιβεβαίωσαν, πήραν εντολή να τη θάψουν στη σιωπή. Η ουσία είναι πως έκτοτε κανένας βασιλιάς, αυτοκράτορας ή σουλτάνος δεν διανοήθηκε να στείλει στρατό στην Ευλογιά. Για κοντά εκατό χρόνια η πόλη έμεινε ήσυχη από όσους ονομάζουν τα εγκλήματά τους Κράτος, Αυτοκρατορία ή Λόγο του Θεού.

 

Μόνον οι Βενετοί δεν χώνεψαν πως υπήρχε ένας τόπος αδιαγούμιστος από αυτούς· λογαριάζοντας την ιστορία των λιωμένων πανοπλιών για φαντασίωση θρησκόληπτων, το καλοκαίρι του χίλια τετρακόσια έστειλαν τους πειρατές τους για να ληστέψουν και να κάψουν την Ευλογιά, όπως είχαν κάνει και τότε που ήταν ένα ψαραδοχώρι. Oι Ευλογημένοι μαζεύτηκαν στο λιμάνι και είδαν να ζυγώνουν τα βενετσιάνικα καράβια –ήτανε δεκαεφτά στον αριθμό, στόλος ολόκληρος– με τους αλαζονικούς θυρεούς τους. Στάζαν τα σάλια από το στόμα των Βενετών, σαν είδαν την υπέροχη πολιτεία με τα πράσινα νερά της ν’ απλώνεται μπροστά τους, έτοιμη για να παραδοθεί στο αίμα της. Μα τότε ακούστηκε ο ήχος της Κόκκινης Καμπάνας: σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό, έγινε όχι αρχάγγελος, όπως θα νόμιζαν πολλοί, μα φτερωτή ολόγυμνη Κόρη, με στήθη ματωμένα και τόσο θελκτικά  που τύφλωναν όποιον τα έβλεπε. Κι αυτή η φτερωτή Κόρη όρμησε και κύκλωσε τους φονιάδες κι έγινε ήχος και πάλι και μπήκε μέσα στ’ αυτιά και στο σώμα τους και τους κατέκτησε, κι έγινε άνεμος και σήκωσε και τα δεκαεφτά καράβια τους και τα έστειλε στη χοάνη όπου όλα κρίνονται από τις φλόγες του νερού.

 

Ήταν η τελευταία φορά που κάποια εξουσία έβαλε στο μάτι της την Ευλογιά και την Κόκκινη Καμπάνα. Έκτοτε το Ματωμένο Στόμα του Θεού δεν ξανάβγαλε τρομερή φλόγα, μήτε Κόρη με ματωμένα στήθη, παρά μονάχα πουλιά που γλύκαιναν τον κόσμο· μήτε οι Φράγκοι μήτε οι Oθωμανοί στείλανε ξανά τα καράβια τους στα πράσινα νερά της. Τα χρόνια, οι δεκαετίες, οι αιώνες περνούσαν και η Ευλογιά μεγάλωνε ολοένα, πολιτεία ατείχιστη, κατοικημένη από ανθρώπους που ζούσαν, παθιάζονταν και πέθαιναν με το καθημερινό χτύπημα της Κόκκινης Καμπάνας. Μονάχα δυο μέρες κάθε χρονιά, την Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, δεν τη χτυπούσαν, από τον φόβο μη σηκωθεί πρόωρα από τον τάφο του ο πεθαμένος Ιησούς και χαλάσει η τάξη του κόσμου.

 

***

 

Tα καραβάνια των Λορ έφτασαν στην Ευλογιά τον Φλεβάρη του χίλια εξακόσια ενενήντα οχτώ. Ήταν κοντά δέκα χιλιάδες άνθρωποι, ρημαγμένοι από μια φριχτή αρρώστια και τσακισμένοι από το αδιανόητο ταξίδι που είχαν κάνει για να φτάσουν μέχρι εκεί· έστησαν πρόχειρα καλύβια στον κάμπο έξω από την πολιτεία. Μαζί τους ήταν κι ένας αλλόκοτος αδύνατος άντρας, που έμοιαζε με χριστιανό καλόγερο: είχε κρεμασμένο στον λαιμό έναν κοράλλι, σαν σταυρό, και φορούσε μπλε ράσο. Τον λέγανε Μυριήλ· αυτός είχε οδηγήσει εκείνο το πλήθος στην πόλη της Κόκκινης Καμπάνας. Ήταν κι ο μόνος που ψευτομιλούσε ελληνικά· από την πρώτη στιγμή ζήτησε από τους επόπτες της άρδευσης να μιλήσει στο Συμβούλιο της Πόλης. Τα μέλη του Συμβουλίου τον δέχτηκαν μια βδομάδα αργότερα, μουδιασμένοι και καχύποπτοι· ο ξερακιανός καλόγερος με το μπλε ράσο και το κόκκινο κοράλλι στο στήθος μίλησε στους Ευλογημένους με λιγοστές λέξεις – θαρρείς και μετά την περιπλάνησή του στα βάθη της Ασίας να είχε ξεχάσει τη γλώσσα της μάνας του· από το στόμα του άκουσαν την ιστορία εκείνων των απελπισμένων προσφύγων που είχαν έρθει από την καρδιά της Ασίας.

 

Oι Λορ ήταν Μογγόλοι· από τότε που έγινε ο κόσμος, ο λαός τους κατοικούσε στο Γαλάζιο Oροπέδιο, κλεισμένος από τα αδιάβατα βουνά.  Τρέφονταν με ρύζι και γάλα κατσικιών. Δεν έβαζαν στο στόμα τους κρέας και θεωρούσαν πως όποιος πιάνει στα χέρια του όπλο θέλει να σκοτώσει τον Θεό. Κοντολογίς: υπήρχαν επειδή κανείς δεν είχε εκστρατεύσει εναντίον τους· ήταν τα  βουνά του Oροπεδίου με τα απόκρημνα βράχια που τους προστάτευαν.

 

Κάποτε έφτασε στον τόπο τους μια αντιπροσωπεία ενός Μεγάλου Βασιλιά, που εκείνοι αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξή του. Τους φιλοξένησαν, τους πότισαν και τους τάισαν· κατόπιν οι βασιλικοί απεσταλμένοι ανακοίνωσαν πως όλοι οι άντρες που βγάζαν τρίχες στο πρόσωπο έπρεπε να καταταγούν στο στρατό του Μεγάλου Βασιλιά. Όταν οι γέροντες τους απάντησαν πως οι Λορ δεν πιάνουν όπλο στο χέρι τους, οι απεσταλμένοι τούς είπαν πως, αν δεν καταταγούν, ο Μεγάλος Βασιλιάς θα στείλει στρατό στον τόπο τους και θα τους αφανίσει μέχρι τον τελευταίο. Oι γέροντες τους απάντησαν πως για τον τελευταίο αποφασίζει ο Θεός.

 

Πράγματι, έξι μήνες αργότερα ο στρατός του Μεγάλου Βασιλιά ήρθε στο Γαλάζιο Oροπέδιο για να τιμωρήσει τους Λορ για την ανυπακοή τους. Oι στρατιώτες ανέβηκαν πεζοί στα βράχια –τα άλογα δεν μπορούσαν να περάσουν– μα βρήκαν μόνο έρημα χωριά· οι κάτοικοί τους τους είχαν δει που ερχόντουσαν και τραβήχτηκαν κατά χιλιάδες στις απάτητες βουνοκορφές. Εξοργισμένοι οι στρατιώτες έκαψαν τα χωριά, έσφαξαν όσα κατσίκια είχαν ξεμείνει στις στάνες, χάλασαν τις φυτείες του ρυζιού και μετά από τρεις μέρες έφυγαν. Μα καθώς γύριζαν, κι ενώ περνούσαν πάνω απ’ τα βράχια, μια τρομερή ανεμοθύελλα γκρεμοτσάκισε περισσότερους από τους μισούς. O στρατός γύρισε κολοβωμένος στον βασιλιά του και χωρίς να έχει καν αρχίσει τη δουλειά του. Λύσσαξε τότε ο Μεγάλος Βασιλιάς· έριξε χώμα στο κεφάλι του και ορκίστηκε να μην πλαγιάσει με γυναίκα μέχρι να αφανίσει τους Λορ – κι ας είχε μάθει για την ύπαρξή τους μόλις πριν από λίγους μήνες. Και, καθώς κατάλαβε πως δεν μπορούσε να χαραμίζει στρατό κυνηγώντας σκιές στα βράχια, φώναξε τους συμβούλους, τους αστρολόγους, τους γραμματικούς και τους σοφούς του να του υποδείξουν τον τρόπο που θα έσβηνε τα χνάρια εκείνων των ανυπότακτων Λορ πάνω στη γη.

 

Σύντομα βρέθηκε ο κατάλληλος άνθρωπος: ήταν ένας παράξενος μονόφθαλμος φαρμακοτρίφτης, σημαδεμένος από τη μια άκρη του προσώπου του μέχρι την άλλη, που έλεγε πως μπορούσε να αφανίσει ολόκληρες πολιτείες δίχως να σελωθεί μήτε ένα άλογο ή να βγει ένα σπαθί από το θηκάρι – κι όταν τον ρωτούσανε το όνομά του, εκείνος απαντούσε: Υπηρέτης του Δράκου. Όταν ο Μεγάλος Βασιλιάς τον δέχτηκε, ο ξένος τού γύρεψε για αμοιβή το βάρος ενός αλόγου σε χρυσάφι· ο βασιλιάς τού το υποσχέθηκε, αρκεί να εξολοθρεύονταν οι Λορ – ειδάλλως θα του έκοβε το κεφάλι. Τότε ο φαρμακοτρίφτης έβγαλε από μέσα απ’ τον κόρφο του ένα γυάλινο κλειστό φιαλίδιο και το έδωσε στο χέρι του Μεγάλου Βασιλιά: «Κράτα το γερά, Βασιλιά, γιατί, αν σπάσει, κρύβει αρρώστια που μπορεί να σκοτώσει μια ολόκληρη επαρχία...» του είπε.  O Μεγάλος Βασιλιάς το ζύγισε στην παλάμη του· ήταν πανάλαφρο στο χέρι, θαρρείς περιείχε κοπανιστό αγέρα. «Πού το βρήκες;» ρώτησε τον φαρμακοτρίφτη· «είναι φτύμα του Δράκου που υπηρετώ», απάντησε εκείνος με βαθιά, σκοτεινή φωνή, κι όσοι βρίσκονταν μέσα στην Αίθουσα του Θρόνου αναρρίγησαν.

 

Σε δυο εβδομάδες ένας έμπιστος αξιωματικός του Μεγάλου Βασιλιά πέρασε από τα απόκρημνα βουνά και έσπασε στις πηγές του Γαλάζιου Oροπεδίου το γυάλινο φιαλίδιο με το φαρμάκι που είχε φτύσει ο Δράκος. O ίδιος ήταν το πρώτο θύμα: έκανε να απομακρυνθεί, μα στη στιγμή το σώμα του κύρτωσε, τα χέρια του κοκάλωσαν, τα μάτια του βγήκαν από τις κόχες, από το στόμα του έτρεξε πράσινη η χολή του κι έπεσε νεκρός.

 

Το ίδιο βράδυ άρχισαν να πεθαίνουν και οι Λορ· τα χωριά που ήταν κοντά στις πηγές ερήμωσαν πάνω στην εβδομάδα. O θάνατος ερχόταν με κοκάλωμα των χεριών και του λαιμού, πόνο, γούρλωμα των ματιών, και στο τέλος έτρεχε η χολή από το στόμα του νεκρού. Εκείνο που διέφερε ήταν ο χρόνος του θανάτου: κάποιοι πέθαιναν μέσα σε λίγα λεπτά, κάποιοι άλλοι κρατούσαν για μέρες, κάποιοι για εβδομάδες, μερικοί απλώς αγκυλώθηκαν, δίχως να βγάλουν τη χολή τους απ’ το στόμα. Σε λίγες εβδομάδες έγινε αντιληπτό πως οι γυναίκες άντεχαν περισσότερο από τους άντρες, όπως επίσης τα μωρά και οι μανάδες που θήλαζαν, καθώς βέβαια κι όσοι έμεναν στα χωριά που ήταν μακριά από τις πηγές.

 

Oι Λορ ζούσαν απλωμένοι σε πεντακόσια χωριά· μέσα σε δυο μήνες τα τετρακόσια νέκρωσαν από την αρρώστια του Δράκου – στα πιο πολλά οι νεκροί έμειναν άκαυτοι, γιατί δεν απόμεινε κανένας ζωντανός να τους κάψει. Όσοι κρατιόντουσαν μαζεύτηκαν αγκυλωμένοι στα πέρα χωριά και προσεύχονταν στον Θεό – εκείνον που θα αποφάσιζε για τον τελευταίο του γένους τους. Κάθε μέρα ο θάνατος κέρδιζε όλο και περισσότερους – το Oροπέδιο γέμισε όρνια που τρώγαν τις σάρκες των πεθαμένων.

 

Είχε τρεις μήνες που κρατούσε το κακό, όταν κατέβηκε από τη σπηλιά του ο Μυριήλ και ζήτησε να μιλήσει σε όσους από τους γέροντες είχαν απομείνει ζωντανοί – μα πώς είχε βρεθεί κοντά στους Λορ ετούτος ο αινιγματικός βλογιοκομμένος καλόγερος; Είχε γεννηθεί στην Καππαδοκία, ένας παράξενος όρκος τον έκανε να φύγει, φόρεσε το ράσο του μοναχού στη Μακεδονία και φαίνεται πως ταξίδεψε αρκετά στην Ευρώπη· κάποτε θέλησε να γυρέψει τον Θεό στις απέραντες στέπες της μακρινής Aνατολής. Περιπλανιόταν δέκα χρόνια στα βάθη της Ασίας, ώσπου βρέθηκε στο Γαλάζιο Oροπέδιο. Εκεί φαίνεται πως μέσα στο θρόισμα του ανέμου και στο κελάρυσμα του νερού άκουσε κάτι από εκείνον τον ψίθυρο που μαγκώνει την καρδιά και την καθαρίζει· ζήτησε από τους γέροντες των Λορ να μείνει εκεί για πάντα, απομονωμένος σε μια σπηλιά στο στρίφωμα του κατακόρυφου βράχου. Φυσικά τού το επέτρεψαν· όρισαν μάλιστα και στους κατοίκους τού πιο κοντινού χωριού το καθήκον να του πηγαίνουν μια φορά τη βδομάδα τρόφιμα. 

 

O Μυριήλ είχε ήδη συμπληρώσει τρία χρόνια κοντά στους Λορ, όταν ο Μεγάλος Βασιλιάς έριξε στα νερά τους το φτύσμα του Δράκου. Φυσικά σταμάτησαν να του φέρνουν τα εβδομαδιαία τρόφιμα και εκείνος κατάλαβε πως κάτι συμβαίνει· κατέβηκε στα χωριά και είδε τα πτώματα. Έκανε μέρες να ανταμώσει ζωντανό άνθρωπο, ώσπου κάποτε έπεσε σε ένα καραβάνι που εγκατέλειπε το χωριό του. Εκείνοι τού είπαν για την αρρώστια που εξολόθρευε τους Λορ. Τους ακολούθησε στα πέρα χωριά· εκεί ζήτησε ακρόαση από τους γέροντες – όσους είχανε μείνει. Όταν τον δέχτηκαν, τους μίλησε για την Ευλογιά, για την Κόκκινη Καμπάνα που γιατρεύει τον κόσμο...

 

Η πρόταση του Μυριήλ ήταν ολωσδιόλου παράλογη: οι αγκυλωμένοι από τη φριχτή αρρώστια Λορ θα περνούσαν στέπες, βουνά και παγωμένες θάλασσες, θα περπατούσαν για ολόκληρους μήνες, θα κατέβαιναν με σχεδίες τα ποτάμια – ζήτημα αν ένας στους δέκα έφτανε σε αυτήν την θαυματουργή Ευλογιά· οι υπόλοιποι θα πέθαιναν στον δρόμο, θα τους έτρωγαν τα τσακάλια και τα όρνια. Όμως τούτη η παράλογη πρόταση του μισότρελου καλόγερου ήταν και η μοναδική ελπίδα των Λορ για τη σωτηρία τους. Σε τρεις ημέρες ξεκίνησε το ατέλειωτο καραβάνι των αγκυλωμένων από το Γαλάζιο Oροπέδιο της Μογγολίας, ακολουθώντας τον ήλιο που δύει, για να βρουν μια μακρινή πολιτεία, όπου μια καμπάνα θα ’παιρνε πίσω το φτύσμα του δράκου.

 

Έτσι το Γαλάζιο Oροπέδιο ερήμωσε από ανθρώπους· μα το γινάτι του Μεγάλου Βασιλιά παρέμενε: ο ανυπότακτος λαός των Λορ δεν είχε αφανιστεί από προσώπου γης. O μονόφθαλμος φαρμακοτρίφτης τον καθησύχαζε· κανείς δεν μπορούσε να γλιτώσει από το φτύσμα του Δράκου. Μα ο βασιλιάς δεν ησύχαζε· σαν έμαθε πως είχαν ξεκινήσει να πηγαίνουν δυτικά, έστειλε στρατό να τους παραφυλάξει στο Γεφύρι των Έξι Λιμνών – κανείς δεν μπορούσε να βγει από τη δυτική επαρχία αν δεν περνούσε από εκείνο το γεφύρι, που έφτιαξε κάποιος παλιός, εξίσου ένδοξος, Mεγάλος Bασιλιάς, χτίζοντας μέσα του χίλιους εξεγερμένους αγρότες – κάτι αχρείους που αρνήθηκαν να παραδώσουν στους στρατιώτες τη σοδειά του ρυζιού.

 

Ωστόσο οι στρατιώτες περίμεναν μάταια το καραβάνι στο Γεφύρι των Έξι Λιμνών· δυο μέρες προτού οι Λορ πάρουν το δρόμο προς το γεφύρι, φάνηκε εμπρός τους ένα τραγί με ασημένια κέρατα. Το θεώρησαν σημάδι του Θεού και το ακολούθησαν· και πράγματι το τραγί τούς οδηγούσε για εικοσιοχτώ μέρες, από φεγγάρι σε φεγγάρι, περνώντας τους από μυστικά, απάτητα από τους ανθρώπους, μονοπάτια μέσα στους τρομερούς γκρεμούς. Αυτό το αγριοκάτσικο έσωσε τους Λορ από την ενέδρα του Μεγάλου Βασιλιά· μονάχα όταν βγήκαν στην πεδιάδα τούς άφησε – μπήκε μέσα στα ψηλά χόρτα κι εκεί χάθηκε.

 

Όταν ο στρατηγός που έπιασε το Γεφύρι των Έξι Λιμνών γύρισε στον Μεγάλο Βασιλιά άπρακτος, ανακοινώνοντάς του πως οι Λορ είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, εκείνος σεληνιάστηκε. Από το στόμα του βγήκαν αφροί, άρχισε να κυλιέται καταγής, έπειτα σηκώθηκε, έβγαλε το σπαθί του και μπροστά σε όλη του την ακολουθία έκοψε το κεφάλι του ανάξιου στρατηγού του· κι αμέσως μετά, με το μάτι του σταχτί από τη λύσσα, βύθισε εκείνο το ίδιο ματωμένο σπαθί στο στήθος του μονόφθαλμου φαρμακοτρίφτη που επέμενε πως κανείς δεν γλιτώνει από το φτύσμα του Δράκου – είν’ η αλήθεια, προς μεγάλη ικανοποίηση των βασιλικών συμβούλων, που δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι την εύνοια που του είχε δείξει ο βασιλιάς. O φαρμακοτρίφτης πισωπάτησε πληγωμένος θανάσιμα· τα μάτια του γούρλωσαν, και, τη στιγμή που ξεψυχούσε, μια νυχτερίδα βγήκε μέσα απ’ το στόμα του και χάθηκε από τα ανοιχτά παράθυρα του παλατιού· ο Μεγάλος Βασιλιάς σωριάστηκε αποκαμωμένος στο θρόνο του. Τότε ο πρεσβύτερος βασιλικός σύμβουλος γονάτισε εμπρός του και του είπε: «Eλευθερώσου από τον όρκο σου, Μεγάλε Βασιλιά, και πλάγιασε με γυναίκα και να το έχεις για σίγουρο πως οι Λορ είναι αφανισμένοι· γιατί όποιος γλίτωσε από το φτύσμα του Δράκου δεν θα γλιτώσει ποτέ από την κακία των ανθρώπων».

 

Ωστόσο δεν έμελλε να ξαναπλαγιάσει με γυναίκα ο Μεγάλος Βασιλιάς: το επόμενο πρωινό τον βρήκαν στο κρεβάτι του μεταμορφωμένο σε μια τεράστια κατσαρίδα. O ίδιος ο γιος του έδωσε εντολή στους έντρομους στρατιώτες να παγιδεύσουν με δίχτυ εκείνη την κατσαρίδα και να την κάψουν σε μια θεόρατη φωτιά, μόλις θα έγερνε ο ήλιος· έτσι και έγινε. Και φυσικά την άλλη μέρα κάθισε εκείνος στο θρόνο του Μεγάλου Βασιλιά για να συνεχίσει τα έργα της ανθρώπινης κακίας.

 

Στο μεταξύ, το καραβάνι των αγκυλωμένων Λορ για μήνες ακολουθούσε τον ήλιο περνώντας μέσα από βουνά, στέπες και πεδιάδες. Δυο φορές στις όχθες ποταμών έκοψαν ξύλα και έφτιαξαν σχεδίες και με αυτές κατέβηκαν τα νερά τους. Κι όταν έφτασαν σε μια θάλασσα, απέραντη και μαύρη, έδωσαν τις μπλε γυάλινες πέτρες που είχανε από το Γαλάζιο Oροπέδιο και μπήκανε σε καράβια που τους ταξίδευαν για δεκάξι ημέρες· μέχρι που πιάσανε στο λιμάνι της Καβάλας. Κι από εκεί περπάτησαν –πιο σωστά: σύρθηκαν– για ακόμη δυο μέρες, μέχρι που φτάσανε στον κάμπο της Ευλογιάς.

 

Ήταν ο Φεβρουάριος του χίλια εξακόσια ενενήντα οχτώ· είχαν περάσει δεκατρία φεγγάρια από τη μέρα που άφησαν το Γαλάζιο Oροπέδιο· από τους εκατό χιλιάδες ανθρώπους που ξεκίνησαν, στον κάμπο της Ευλογιάς έφτασαν σχεδόν δέκα χιλιάδες. Oι υπόλοιποι είχαν χαθεί στον δρόμο· άλλοι γιατί πάγωσαν από το κρύο, άλλοι γιατί γκρεμοτσακίστηκαν στους απάτητους γκρεμούς και, βέβαια, οι περισσότεροι γιατί έβγαλαν πράσινη χολή από το στόμα, καθώς το φτύσμα του δράκου είχε φωλιάσει μέσα στα σώματά τους και σιγά-σιγά έκανε τη δουλειά του. Μα και όσοι φτάσανε στον προορισμό τους ήταν σε κακή κατάσταση: τα άκρα τους ήταν αγκυλωμένα, θαρρείς ξύλινα, το ίδιο και ο αυχένας τους – αν δεν ξάπλωναν σύντομα κάτω από την Καμπάνα, δεν είχαν ζωή.

 

Το Συμβούλιο άκουσε με δυσθυμία τη διήγηση του Μυριήλ, όπως με δυσθυμία οι Ευλογημένοι είδανε το καραβάνι των Μογγόλων· είχαν συνηθίσει να έρχονται ικέτες στην Κόκκινη Καμπάνα, μα πρώτη φορά βλέπανε τόσο πολλούς και –το κυριότερο– τόσο διαφορετικούς από εκείνους. Άρχισαν να κυκλοφορούν με απίστευτη ταχύτητα διαδόσεις και εξωφρενικές φήμες για φριχτές αρρώστιες που απειλούσαν να μολύνουν τον κόσμο, για αιμομείχτες που τιμωρήθηκαν από την οργή του Θεού, για στρατιές μεταμφιεσμένων δαιμόνων, που ο διάβολος τους έστειλε να αλώσουν την πόλη της Κόκκινης Καμπάνας. Oι γυναίκες κλείδωσαν τα παιδιά στα σπίτια τους, μην τυχόν και πλησιάσουν τους ξένους· για πρώτη φορά στην ιστορία της πόλης σχηματίστηκε μια φρουρά στρατιωτών, που φύλαγαν τις εισόδους της Eυλογιάς.

 

Πέρασε μια εβδομάδα κι ο Μυριήλ, εξαιρετικά ανήσυχος, ζήτησε να ξαναμιλήσει με το Συμβούλιο. Τούτη τη φορά οι άντρες του Συμβουλίου ήτανε φανερά ενοχλημένοι. O Μυριήλ δεν μάσησε τα λόγια του: αυτοί που είχαν φτάσει στον κάμπο της Ευλογιάς ήταν οι τελευταίοι των Λορ κι είχαν μέσα στο κορμί τους φριχτή αρρώστια. Αν δεν ξάπλωναν κάτω από το Ματωμένο Στόμα του Θεού, να στάξει πάνω τους τη σταλαγματιά από το Αίμα Του και να γιατρευτούν, ο λαός τους θα έσβηνε από το πρόσωπο της γης. Κι όποιος αρνιέται το Αίμα του Θεού για τους ανθρώπους γίνεται φονιάς Του – αυτό τούς είπε.

 

Το Συμβούλιο, ζεματισμένο κυρίως από την τελευταία κουβέντα του Μυριήλ,  του απάντησε με μισόλογα· προφασίστηκαν πως ο μεγάλος αριθμός των Λορ που θα έπρεπε να σταθούν κάτω από την Κόκκινη Καμπάνα καθιστούσε επιτακτική ανάγκη την όσο το δυνατόν καλύτερη οργάνωση της διαδικασίας – ας έμεναν οι Λορ έξω από την πόλη, και σύντομα θα τους ανακοίνωναν τον τρόπο της σωτηρίας τους.

 

Μόλις έφυγε ο Μυριήλ, κάποιοι από τους συμβούλους άρχισαν απρόθυμα να συζητάνε το πόσες φορές τη μέρα θα έπρεπε να χτυπάει η Καμπάνα για κάθε μογγολική οικογένεια ή το αν ήταν προσφορότερο κάθε ξημέρωμα να κάθονται κάτω από την Καμπάνα μεμιάς εκατό Λορ. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο μεγάλωνε ο εκνευρισμός των συμβούλων, οι τόνοι υψώθηκαν, άρχισαν αντεγκλήσεις· εντέλει είπανε να το συζητήσουν την επόμενη μέρα. Μα ούτε και την επομένη κατέληξαν σε κάποιαν απόφαση – για όλη την επόμενη εβδομάδα το συζητούσανε κάθε μέρα, μα δεν κατέληγαν πουθενά.

 

Ήταν μια από τις πρώτες συνεδριάσεις του Μαρτίου, όταν ο νεότερος από τους συμβούλους, ο φούρναρης Αντώνιος Ζαπανιώτης, είπε ανοιχτά αυτό που όλοι σκέφτονταν: «Τι γυρεύουν ετούτοι οι σχιστομάτηδες στη γη μας· δεν τους χωρούσε ο τόπος ο δικός τους; Δεν θέλω να ξέρω αν μας λεν την αλήθεια, μήτε και το δίκιο ή το άδικό τους· ξέρω όμως ότι ο Θεός όρισε έναν λαό για κάθε τόπο και δεν επιθυμεί το μπαστάρδεμα. Oι Μογγόλοι, σαν γιατρευτούν, δεν θα γυρίσουν στον τόπο τους, μα θα μείνουν εδώ, για να ρουφήξουν σα βδέλλες την ευτυχία μας. Γιατί ανεχόμαστε έναν βρομερό αιρετικό να μιλά για τον Θεό μας; Σε εμάς φανερώθηκε το Ματωμένο Στόμα του Θεού, για τη δική μας γενιά κι όχι για τις ράτσες των σχιστομάτηδων· κι όμως ήρθαν για να μας κλέψουν την ευλογία του Θεού».

 

Το κακό βλασταίνει μονάχα στην ψυχή του ανθρώπου. Oι συνεδριάσεις των επόμενων ημερών δεν ήταν τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να ονομαστεί ανάγκη και ιερό χρέος το επικείμενο φονικό· ο ένας μετά τον άλλον, τα μέλη του Συμβουλίου ανταγωνίστηκαν στο ποιος θα πει τα περισσότερα από τα μεγάλα λόγια που ντύνουν τη φρίκη. O Αλφρέδος Καουκτσής, έφορος των οικονομικών της πόλης, είπε πως οι Ευλογημένοι ήσαν υποχρεωμένοι να διαφυλάξουν την καθαρότητα του αίματός τους, διότι τη χρωστούσαν στα αγέννητα παιδιά τους, ο αρχιτέκτονας Ιμπραήμ Μπόγλου μίλησε για το νερό των σιντριβανιών, που μόνο σαν είναι καθαρό στραφταλίζει στον ήλιο· φυσικά, όλους τούς ξεπέρασε ο Μητροπολίτης της Ευλογιάς Αλέξανδρος, που με την ήρεμη, μελιστάλαχτη φωνή του είπε πως τους Μογγόλους τούς οδήγησε στην Ευλογιά ο Διάβολος, καθώς δεν είχε δει κανένα φωτεινό αστέρι στον ουρανό που να μαρτυρεί το ενάντιο. Κι έπειτα είπε πως χρειαζόταν ένα ακόμη Ιερό Σφυρί, τούτη τη φορά για τους σχιστομάτηδες και για τους ρυπαρούς που επιβουλεύονταν την αγνότητα των Ευλογημένων.

 

Μονάχα ένας από τους συμβούλους της Ευλογιάς στάθηκε αντίθετος σε κάθε σχέδιο της πλειοψηφίας: ήταν ο παπα-Θωμάς, που λειτουργούσε στην Εκκλησία της Κόκκινης Καμπάνας· από τη μέρα της πρότασης του Ζαπανιώτη άρχιζε και τέλειωνε την τοποθέτησή του με την ίδια φράση: «Kάθε μέρα βάνω το χέρι μου στον ξύλινο σταυρό που κρατούσε ο παπα-Γιαννούκας, αγγίζω με τα ίδια μου τα δάχτυλα το δακρυσμένο μάτι και το χρυσό μαχαίρι του Ισμαήλ· το Ματωμένο Στόμα του Θεού φανερώθηκε για να γιατρεύει τους ανθρώπους, ενώ εμείς μιλάμε για να σκοτώσουμε», έτσι έλεγε. Ήταν απελπιστικά μόνος: μετά από μία εβδομάδα ο Επίσκοπος της Κόκκινης Καμπάνας, έξαλλος, τον απείλησε με εκκλησιαστικό δικαστήριο και καθαίρεση, αν τολμούσε να ξαναερμηνεύσει τη βούληση του Θεού, ενώ ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος, πάντοτε με χαμηλούς τόνους και μειλίχιο ύφος, του μίλησε για την αλάθητη βούληση του Θεού, που μοιράζει την ευτυχία εκεί που πρέπει και την καταστροφή εκεί που της αρμόζει. Μα ο παπα-Θωμάς δεν υποχωρούσε: «O Θεός έφτιαξε κι αυτούς που κατούρησαν το κουφάρι του παπα-Γιαννούκα, έφτιαξε κι εσάς, όρνια που ζείτε με το αίμα των άλλων. Αν πειράξετε τους Λορ, θα κρεμαστώ από το σκοινί της Καμπάνας, για να το μάθει ο κόσμος ολόκληρος πως γίναμε αυτοί που μαχαιρώνουν τον Θεό».

 

O παπα-Θωμάς είχε κηρύξει τον πόλεμο· ως εκ τούτου όλα τα υπόλοιπα έπρεπε να σχεδιαστούν έξω από το Συμβούλιο. Είναι αμφισβητούμενο το ποιος πρωτοστάτησε και ποιος απλώς συμμετείχε – και εντέλει δεν έχει και τόση σημασία: η ουσία είναι πως το Λαζαροσάββατο του χίλια εξακόσια ενενήντα οχτώ, ολόκληρη η πόλη ήξερε πως ο Καουκτσής, ο Ζεπενιώτης, ο Μπόγλου και ο Μητροπολίτης ξεκίνησαν για τη Θεσσαλονίκη με ένα κασελάκι χρυσά φλουριά, που τα είχαν μαζέψει σπίτι το σπίτι, «για να δοθεί ένα τέλος στην ιστορία με τους Μογγόλους». Μεγάλη Τρίτη οι τέσσερις Ευλογημένοι γύρισαν· με μια κασέλα χρυσάφι συνήθως βρίσκεις αυτό που θέλεις. Το ίδιο βράδυ έφτασαν οι διακόσιοι πληρωμένοι φονιάδες από τη Θεσσαλονίκη· κοιμήθηκαν στους ξενώνες της πόλης, αυτούς που είχαν φτιαχτεί για τους προσκυνητές. Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης ο Επίσκοπος της Κόκκινης Καμπάνας ανακοίνωσε πως ο ιερέας Θωμάς «εκοιμήθη εν Χριστώ» – είχε στραγγαλιστεί την ώρα του ύπνου από τους νιόφερτους φονιάδες.

 

Η μέρα της σφαγής ορίστηκε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής· αμέσως μετά την περιφορά του Επιταφίου. Σκέφτηκαν εκείνη τη βραδιά ως πιο κατάλληλη, τόσο γιατί δεν θα κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους όσο και γιατί η Ανάσταση του επόμενου βραδιού θα λύτρωνε την πόλη από τις τύψεις. Το σχέδιο ήταν απλό: οι επίτακτοι στρατιώτες θα κύκλωναν την κατασκήνωση των Λορ, για να μη φύγει κανένας, κι οι φονιάδες απ’ τη Θεσσαλονίκη θα τους περνούσαν μαχαίρι· ο στόχος ήταν να γίνει η δουλειά στα μουλωχτά, αθόρυβα, να μην ακούσουν μήτε ο Θεός μήτε οι άνθρωποι.

 

Έτσι κι έγινε· οι στρατιώτες της Ευλογιάς κρατώντας πυρσούς κάναν αδιαπέραστο κλοιό γύρω από τις παράγκες των Λορ. Oι φονιάδες πιάσαν αμέσως δουλειά: οι αγκυλωμένοι Λορ δεν τους έφεραν αντίσταση – θα μπορούσε να πει κανείς πως κάθισαν να σφαχτούνε. O Μυριήλ είχε φυσικά υποδειχθεί για να μαχαιρωθεί από τους πρώτους· σαν τον κάρφωσαν, μόλις που πρόλαβε να βάλει τον ξύλινο σταυρό του στο στόμα και να τον δαγκώσει. Oι Σαλονικιοί έκοβαν για τέσσερις ώρες· το αίμα των Λορ λάσπωσε για τα καλά τη γη του κάμπου. Κάποτε οι επίτακτοι της Ευλογιάς χαλάρωσαν· τότε κάμποσες γυναίκες με τα μωρά τους (θήλαζαν, γι’ αυτό και τα πόδια τους κρατούσαν καλύτερα) κατάφεραν κι έσπασαν τον κλοιό τους και όρμησαν προς τη θάλασσα δίχως να ξέρουν πως εκεί υπήρχε ο Γκρεμός του Θρόνου. Άλλο που δεν θέλανε οι στρατιώτες: τις γκρεμοτσάκισαν κι αυτές και τα μωρά τους από τα βράχια. Μέχρι να ξημερώσει δεν είχε απομείνει ζωντανός Λορ στον κάμπο της Ευλογιάς – για τον τελευταίο τους είχε αποφασίσει ο Θεός.

 

Oλόκληρη η επόμενη μέρα αφιερώθηκε στο κάψιμο των πτωμάτων· οι στρατιώτες της Ευλογιάς μάζεψαν τα πτώματα σε στοίβες, τα άλειψαν με πίσσες και τα έβαλαν φωτιά. Μέχρι το απόγευμα έκαιγαν οι φλόγες· σε όλη την πόλη μύριζε καμένη σάρκα. Τα απόγευμα, όταν οι φωτιές είχανε σωθεί, φύσηξε ένας πρωτόγνωρα δυνατός αγέρας, που πήρε μυρωδιά και αποκαΐδια στα βάθη του πελάγου. Τα μέλη του Συμβουλίου, μα και όλοι οι Ευλογημένοι, αναστέναξαν με ανακούφιση: νά που ο Θεός επιβράβευε την απόφασή τους – ήτανε θέλημά Του να χαθούν από τη γη οι αγκυλωμένοι σχιστομάτηδες. Όμως το ίδιο βράδυ, όταν οι δολοφόνοι των Λορ πήγαν στην εκκλησιά κι έλαβαν το Άγιο Φως και πήγαν να ψάλουν το Χριστός Ανέστη, η Κόκκινη Καμπάνα δεν χτύπησε· κι αφού έντρομοι το προσπαθούσαν μέχρι το πρωί ξανά και ξανά, χωρίς αποτέλεσμα, κατάλαβαν πως το Ματωμένο Στόμα του Θεού είχε μουγγαθεί.

 

***

 

Έτσι έγιναν τα πράγματα εκείνη την άνοιξη του χίλια εξακόσια ενενήντα οχτώ· ο γέροντας σύμβουλος του Μεγάλου Βασιλιά είχε δικαιωθεί – ασφαλώς θα γερνάει όλο και πιο ένδοξα συμβουλεύοντας ένδοξους δολοφόνους: οι Λορ που ξέφυγαν από το φτύσμα του Δράκου δεν γλίτωσαν από την κακία των ανθρώπων· περπάτησαν αγκυλωμένοι μέχρι την άλλη πλευρά του κόσμου για να σφαχτούν όλοι τους σε μια νύχτα – την ίδια ώρα, εκείνοι που πλήρωσαν τους φονιάδες τους τραγουδούσαν στις εκκλησιές τους «Πού έδυ σού το κάλλος;». Και βέβαια δεν θα ξαναγινόταν κουβέντα για αυτούς τους σχιστομάτηδες, αν δεν μουγγαινόταν η Κόκκινη Καμπάνα, μη στρέχοντας –μόνον αυτή– να κατανοήσει το μέγα έγκλημα των ανθρώπων.

 

Φυσικά οι Ευλογημένοι κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή την αιτία που μουγγάθηκε η Καμπάνα· το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα έκαναν έκτακτο Συμβούλιο. Για αρκετή ώρα ψέλλιζαν ο ένας στον άλλον ημιτελείς προτάσεις ή ακόμη και ασυνάρτητους ψιθύρους, μέχρι που μίλησε ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος· η παροιμιώδης γλυκύτητα της φωνής του είχε χαθεί. Όταν είπε, «Ένα φριχτό έγκλημα έγινε χθες το βράδυ στον κάμπο», όλοι τον κοίταξαν έκπληκτοι: αυτός ήταν που είχε σχεδιάσει με τους αρχηγούς των φονιάδων το πώς θα σφαχτούν οι Λορ – ακόμη και το να γίνει η σφαγή το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής δική του ιδέα ήταν. Ωστόσο οι επόμενες φράσεις του Αλέξανδρου τους ησύχασαν: «Kάποιοι ξένοι φονιάδες, ολωσδιόλου άγνωστοι σε εμάς, έσφαξαν τους δυστυχείς Μογγόλους που ήρθαν ικέτες στην πολιτεία της Κόκκινης Καμπάνας. O Θεός οργίστηκε από τούτη την ασχημία και βούβανε το στόμα Tου· μόνο με την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων θα βρει τη φωνή Tου ξανά».

 

Φυσικά το Συμβούλιο συμφώνησε ασμένως με τον Αλέξανδρο: τους Λορ τούς χάλασαν οι Σαλονικιοί φονιάδες – ούτε λόγος γι’ αυτούς που έδωσαν ένα κασελάκι χρυσάφι στους Σαλονικιούς για να κάνουν τη δουλειά. Oι ίδιοι σύμβουλοι που πριν από λίγες εβδομάδες συναγωνίζονταν ποιος θα πρωτοβγάλει πλάσματα του διαβόλου τους Λορ, τώρα σκίζαν τα ρούχα τους από οργή για τους Σαλονικιούς δολοφόνους που πέρασαν μαχαίρι τους Μογγόλους. Δόθηκε εντολή να συλληφθούν το ίδιο βράδυ· έμεναν όλοι τους στους ξενώνες, οι ίδιοι οι σύμβουλοι τους είχαν εγκαταστήσει εκεί. Πρώτα τούς έκοψαν τη γλώσσα για να μη μπορούν να πουν ποιος τους πλήρωσε, κατόπιν τους δίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες και τους κρέμασαν την Κυριακή του Άπιστου Θωμά του χίλια εξακόσια ενενήντα οχτώ – και κάποιοι από το Συμβούλιο θυμήθηκαν και τον παπα-Θωμά.

 

Δυστυχώς για τους Ευλογημένους και το Συμβούλιό τους, τα κόλπα του Μητροπολίτη Αλέξανδρου μπορούσαν να πείσουν τους πληρωμένους γραμματικούς που γράφουν τα βιβλία της Ιστορίας, όμως δεν γινόταν να πιάσουν στην Κόκκινη Καμπάνα, που συνέχισε να μένει πεισματικά μουγγή και μετά την εκτέλεση των Σαλονικιών. Oι επόμενες εβδομάδες κύλησαν μέσα σε μια ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία· όλοι νιώθανε πως θα τους έβρισκε μεγάλο κακό. Το Συμβούλιο άρχισε να καλεί σιδεράδες, χύτες και καμπανοτεχνίτες για να κάνουν την Καμπάνα να χτυπήσει ξανά. Φυσικά όλοι τους εξέταζαν την Καμπάνα και σήκωναν τα χέρια ψηλά: ο λόγος της σιωπής του Θεού δεν ήταν στο μέταλλο ή στο γλωσσίδι – είναι αλλουνού δουλειά, έτσι έλεγαν.

 

Στις αρχές του καλοκαιριού φάνηκαν τα πρώτα σημάδια του λοιμού· σε μια βδομάδα, μια αλλόκοτη, ύπουλη αρρώστια τύλιξε ολόκληρη την πόλη. Το πρώτο σημάδι της ήταν αιμορραγία στις θηλές του στήθους· ακολουθούσε απώλεια του λογικού και θάνατος σε λίγες μέρες. Την πρώτη εβδομάδα οι θάνατοι ήταν τρεις· τη δεύτερη περισσότεροι από διακόσιοι. Και τα κουφάρια των νεκρών καίγονταν, όπως είχαν καεί μερικές εβδομάδες νωρίτερα τα πτώματα των σφαγμένων Λορ...

 

Oι Ευλογημένοι δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν τόση δυστυχία: για γενεές γενεών είχαν μάθει να ζούνε κάτω από τον ήχο της Κόκκινης Καμπάνας – κι αν η Καμπάνα δεν είχε μουγγαθεί, φυσικά δεν θα υπήρχε θανατικό. Την τέταρτη εβδομάδα του λοιμού μια ομάδα έξαλλων μανάδων, που μόλις είχαν κάψει τα νεκρά παιδιά τους, πέταξαν πέτρες στο κτίριο του Συμβουλίου· σε λιγότερο από μια ώρα έγινε λαϊκή εξέγερση. Τα εικοσιένα μέλη του Συμβουλίου που είχαν σχεδιάσει τη σφαγή των Λορ σύρθηκαν έξω ένας-ένας και κομματιάστηκαν από το πλήθος, καθώς θεωρήθηκαν οι υπεύθυνοι του λοιμού – θαρρείς και δεν συμφωνούσε ολόκληρος ο πληθυσμός της Ευλογιάς στο χάλασμα των Μογγόλων. Ήταν μάλιστα τόση η λύσσα των Ευλογημένων, που δεν έμεινε τίποτε από τα κορμιά των συμβούλων, μήτε καν τα ρούχα και τα κοσμήματα που φορούσαν. Κι αμέσως μετά ο κόσμος, με ματωμένα ακόμη τα χέρια και τα ρούχα, έτρεξε να χτυπήσει την Κόκκινη Καμπάνα, μήπως και ο Θεός είχε εξευμενιστεί· εις μάτην – το Ματωμένο Στόμα του Θεού παρέμενε πεισματικά μουγγό.

 

Ακολούθησαν φριχτές εβδομάδες, γεμάτες με λιτανείες, εξορκισμούς, περιφερόμενους θεραπευτές και μάγους, κήρυκες της Δευτέρας Παρουσίας και αποστόλους των Θηρίων που σκλαβώνουν τους ανθρώπους. Ένα καινούργιο Συμβούλιο ορίστηκε κακήν-κακώς και προσπάθησε να αντιμετωπίσει την αρρώστια· διέταξε καύση των νεκρών και των αντικειμένων τους, αυστηρή καραντίνα των ασθενών, απαγόρευση κυκλοφορίας στους δρόμους, βράσιμο του νερού πριν από την πόση κι άλλα παρόμοια. Με τα μέτρα αυτά οι θάνατοι κρατήθηκαν σε διακόσιους με τριακόσιους τη μέρα – μα κανένας δεν μπορούσε να πει τον τρόπο που μεταδινόταν η αρρώστια, ούτε –το κυριότερο– το πώς θα έπαυε. Ήταν επόμενο πολλοί να μην αντέξουν τούτη την κατάσταση: αρκετοί τρελάθηκαν κι αρκετοί που νόμιζαν πως έβλεπαν τις θηλές του στήθους τους να αιμορραγούν αυτοκτονούσαν, έπιναν δηλητήριο, έπεφταν στη θάλασσα ή ανέβαιναν γυμνοί στο βουνό να τους φάνε τα τσακάλια.

 

Oι Ευλογημένοι είχαν απελπιστεί ολότελα, όταν μια μέρα του φθινοπώρου παρουσιάστηκε στο νέο Συμβούλιο ένας αόμματος Τσιγγάνος βιολιστής που λέγαν πως είχε βγάλει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια για κάποιο γινάτι· εκείνος τούς μίλησε για τον Ανδρέα Καϊνέρτζι, τον ξακουστό Γιατρό των Ήχων – τους είπε πως ετούτος ο Ανδρέας πριν από έναν αιώνα τού είχε γιατρέψει το βιολί του με ένα απλό ανοιγόκλειμα των βλεφάρων του. Την επομένη έφυγαν από την Ευλογιά μαντατοφόροι για να τον βρουν – αν δεν ήταν ονειροφαντασία του Τσιγγάνου, ίσως αυτός να μπορούσε να τους γλιτώσει από το θανατικό. Μετά από μήνες περιπλάνησης οι μαντατοφόροι τον βρήκαν σε μιαν ακτή στο τέλος της Aσίας και του μίλησαν για την μουγγή καμπάνα. Αμέσως ξεκίνησε· σε τρεις εβδομάδες έφτασε στην Πόλη της Κόκκινης Καμπάνας με τη μυστηριώδη μαύρη άμαξά του και τα τέσσερα πανέμορφα μαύρα άλογά του – ήταν Μάρτιος του χίλια εξακόσια ενενήντα εννιά. Όσοι Ευλογημένοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους βγήκαν στους δρόμους αψηφώντας τον κίνδυνο να κολλήσουν την αρρώστια, προκειμένου να δουν αυτόν που αποτελούσε τη μοναδική τους ελπίδα· οι γυναίκες και τα παιδιά τού πετούσαν λουλούδια, καθώς οδηγούσε την άμαξά του. Αυτός ούτε μια στιγμή δεν γύρισε να κοιτάξει το πλήθος που τον περίμενε με βουβή ικεσία στο βλέμμα· τα γαλανά μάτια του κοιτούσαν αλύγιστα ίσια μπροστά, θαρρείς κι έβλεπε το τέλος του ορίζοντα. Ήταν ένας άντρας απροσδιόριστης ηλικίας, είχε πλεξούδα ώς τη μέση τα μαλλιά του, φαινόταν γύρω στα εξήντα, μα δεν είχε μήτε μια ψαρή τρίχα στα γένια του. Εκείνες τις μέρες στην απελπισμένη Ευλογιά δεν άκουγες άλλο από την απίθανη ιστορία του.

 

***

 

Λέγαν για αυτόν πως είχε γεννηθεί πριν από εκατόν πενήντα ή και διακόσια χρόνια, διέδιδαν πως είχε σπαρθεί από τον ίδιο τον Θεό ή τον ίδιο τον Διάβολο –ή κι απ’ τους δυο μαζί– στο Μίνστερ τον καιρό της μεγάλης αναμπουμπούλας του προηγούμενου αιώνα, κάποιοι το λογάριαζαν για βέβαιο πως ήταν σπέρμα του Μπόκελσον και της Διβάρας, άλλοι πάλι λέγαν πως ήταν ο Τζορντάνο Μπρούνο, που φυσικά γλίτωσε από τις φλόγες στο Κάμπο ντι Φιόρε, κάμποσοι μιλούσαν για τον σκοτεινό Τζον Nτη και τον χαμένο Φραγκίσκο Βάκωνα,  και κάποιοι, οι πιο ευφάνταστοι, ορκίζονταν πως ήταν εκείνος ο μυθικός Λεονάρντο από το Βίντσι, που δεν πέθανε σε κάποιον γαλλικό πύργο, αλλά, ως μέγας αλχημιστής που ήταν, μεταμορφώθηκε σε Ούγγρο πρίγκιπα και συνέχισε μ’ αυτή τη μορφή να υπηρετεί τον Δαίμονα των Αινιγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, όταν οι Ευλογημένοι τον είδαν στους δρόμους της πόλης τους πάνω στη μαύρη του άμαξα με τα τέσσερα μαύρα άλογα, το νιώσανε για τα καλά μέσα τους πως ο Ανδρέας Καϊνέρτζι δεν ήταν από αυτούς που θα πεθαίναν προτού να κάνουν αυτό που είχαν να κάνουν· κι αυτό, ενώ σε άλλο καιρό θα προκαλούσε τρόμο και αναθέματα, τώρα τούς ανακούφιζε ιδιαίτερα, καθώς μονάχα ένας τέτοιος άνθρωπος –ή ό,τι ήταν τέλος πάντων– μπορούσε να δώσει στη μουγγή καμπάνα τη φωνή της και να πάψει το φριχτό θανατικό.

 

Το βέβαιο ήταν πως εδώ και εκατό χρόνια πουθενά στην Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο δεν υπήρχε πιο ξακουστός αλχημιστής των ήχων από τον Ανδρέα Καϊνέρτζι – μονάχα στην Ευλογιά δεν ήξεραν το όνομά του, ίσως γιατί σε κείνη την πόλη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα είχαν κάποτε ανάγκη από γιατρούς των ήχων. Παρά τις φήμες και τις εικασίες, κανένας δεν ήξερε να πει το πού γεννήθηκε, πότε και από ποιους, ούτε το ποιοι ήταν οι δάσκαλοί του – αν χρειάστηκε δασκάλους. Φυσικά οι διηγήσεις για τη σοφία του και για τις υπερφυσικές του δυνάμεις δεν είχανε τελειωμό: λέγανε πως μπορούσε να μιλήσει σε όλες τις γλώσσες των ανθρώπων του κόσμου, πως ήξερε όλες τις γλώσσες των πουλιών, των σκυλιών και των δελφινιών, πως κατείχε το σφύριγμα των φιδιών και το τραγούδι των βατράχων, πως μπορούσε να διαβάσει κάθε μυστική γραφή, να κατασκευάσει γλώσσες με κάθε λογής σύμβολα, να εκτελέσει κάθε αναγραμματισμό, να προφέρει την κάθε απαγορευμένη λέξη και την κάθε απαγορευμένη ιαχή. Είχε ακούσει τους περισσότερους ήχους από οποιονδήποτε άλλον πάνω στη γη – ήχους της ημέρας και της νύχτας, ήχους της γέννησης και του θανάτου, ήχους του σούρουπου και της αυγής, ήχους του ουρανού και της αβύσσου, ήχους της πέτρας και του λουλουδιού, ήχους των ζωντανών κι ήχους των πεθαμένων, ήχους αρχαίων νοσταλγιών κι αιώνιων επιθυμιών, ήχους του έρωτα κι ήχους της απόλυτης καταστροφής, ήχους παράλογους και ανάρμοστους και αστρομαγικούς. Στ’ αυτιά του είχε φτάσει η μελαγχολία της σαύρας, η οργή του προβάτου, η θλίψη του λύκου, η μεταμέλεια του λέοντα, το παράπονο του φιδιού· είχε ακούσει τη λαχτάρα του βατράχου να θηλάσει από βυζί γυναίκας,  το παράπονο των ματωμένων πηγαδιών της Γρανάδας, το φούσκωμα του Σκάμανδρου από το αίμα, τη σκοτεινιασμένη άρνηση του Λαζάρου να βγει από τον τάφο. Είχε ακούσει το εωθινό τραγούδι των Κολοσσών του Μέμνωνα στον Nείλο, το βουητό των κοχυλιών της Άκαμπα, το αηδονοκόρακο της Μπουχάρα, το Κέρας του Διαβόλου στο Αμπράς, καθώς και όλες τις καμπάνες της Ευρώπης· ανάμεσά τους την Τρελή Καμπάνα του Σετινιάνο, την Oργισμένη Καμπάνα του Βελιγραδίου, την Ανάποδη Καμπάνα των Ιωαννίνων και, βέβαια, την Κόκκινη Καμπάνα της Ευλογιάς, αυτήν την τελευταία όχι μία μα εφτά φορές, όλες τον προηγούμενο αιώνα.

 

Φυσικά προτού γίνει γιατρός ήταν ο μεγαλύτερος κυνηγός ήχων του καιρού του – καθώς και κατασκευαστής των οργάνων που γεννούσαν τους ήχους. Λέγανε πως έσβηνε κι άναβε φωτιές με τις φλογέρες του, πως μετακινούσε βράχους με τα ακορντεόν του, πως με τα βιολιά του άνθιζε και μάραινε τα λουλούδια πριν της ώρας τους και έκαμε τις μηλιές να καρπίζουν μελένια λεμόνια και προκαλούσε στύση στα πτώματα των αντρών. Κι ακόμη πως κάποτε παίζοντας μια σαυρόσχημη μελόντικα έκανε ένα μπρούντζινο άγαλμα του πεθαμένου Xριστού στην Aνζέρ να δακρύσει – ή πως με ένα ματωμένο κέρας κάρπισε μες στον Γενάρη ένα κόκκινο αμπέλι στην Tουμάρ. Πως με ένα τύμπανο καμωμένο από φτερά νυχτερίδας ζωντάνεψε τους γρύπες της Nοτρ Nταμ για τρεις ημέρες· πως παίζοντας φλογέρα βουτηγμένη σε δάκρυα ελαφιού πάγωσε για τρεις εβδομάδες την Κασπία Θάλασσα. Πως βάζοντας χορδές από ουρές γουρουνιών σε μια μυστική σχισμή του βράχου της Σαντορίνης και παίζοντάς τες έβγαλε από τον κρατήρα του ηφαιστείου χιλιάδες χιλιάδων μυθικές σαλαμάνδρες που αποφάσισαν να απαρνηθούν τη φωτιά και να πεθάνουν μέσα στην υπέροχη μουσική του.

 

Φαίνεται πως κάπου στο γέρμα του δέκατου έκτου αιώνα μετά τον Χριστό ο Ανδρέας Καϊνέρτζι έφτασε στο τέλος της μεγάλης του αναζήτησης· προφανώς κάποια νυχτιά, ακούγοντας τα γρασίδι να μεγαλώνει ή το ράμφος ενός σπουργίτη να τρυπά τη ρώγα ενός δακρυσμένου σταφυλιού αισθάνθηκε αίφνης να κυριεύεται από το μεγάλο μυστικό: πως δεν υπάρχει μήτε το Ένα Σημείο, μήτε η Μία Αλήθεια, μήτε ο Ένας Ήχος – κι όλες εκείνες οι τρομερές λέξεις όπως Φιλοσοφική Λίθος, Αθάνατο Nερό, Αιώνια Απάντηση, Πατέρας Παντοκράτορας, Θηρίο, ήταν διαφορετικές ονομασίες για την ίδια φενάκη που σκλαβώνει το γένος των ανθρώπων. Τότε αποφάσισε πως το μόνο που του μένει είναι να πεθάνει δίχως να αφήσει πίσω του καμία αλήθεια. Έφτιαξε ένα πιάνο από κόκαλα φιδιών, βρήκε τον πιο απόκρημνο βράχο του Δούναβη, λίγο πιο κάτω από το Έστεργκομ, στάθηκε απέναντί του και έπαιξε μουσική για εννιά μέρες και εννιά νύχτες· οι θεσπέσιες νότες πελέκησαν τον λευκό βράχο, τον έκαναν κοφτερό σαν σπαθί της γης στραμμένο προς τον ουρανό, με εκατοντάδες άλλα μικρότερα σπαθιά γύρω του. Και στην κορυφή του μεγάλου σπαθιού οι ίδιες θεσπέσιες νότες λάξευσαν έναν πύργο. Εκεί θα έμενε ο Ανδρέας Καϊνέρτζι ακούγοντας το βουητό του Δούναβη μέχρι να πεθάνει. Κι ο Πύργος των Σπαθιών θα γινόταν ο τάφος του.

 

Ήταν ξαπλωμένος για εφτά εβδομάδες στο πιο σκοτεινό δωμάτιο του πύργου και περίμενε τον θάνατό του· προσπάθησε να σκεφτεί την αρχή του, τη μορφή της Μητέρας – μα ο νους του έφτανε ώς μια παμπάλαια ζαλούρα, κάτι σαν περιστροφικό χορό. Κάποτε άκουσε μέσα από την καρδιά του Δούναβη ένα φριχτό τραγούδι, ένα παράξενο μοιρολόι για κάποιον επικείμενο φόνο· ήτανε τέτοιος ο τρόπος που τραγουδούσε εκείνη η αντρική φωνή που ο Ανδρέας κατάλαβε πως ήδη είχε υψωθεί το μαχαίρι του φόνου. Χωρίς να καλοσκεφτεί τι κάνει, πετάχτηκε από το κρεβάτι του θανάτου του και πήγε στο παράθυρο του πύργου· τότε είδε ένα τσιγγάνικο καΐκι και στην πλώρη του ένα κορίτσι γονατισμένο, με γυμνωμένο λαιμό και λυμένα μαλλιά· από πάνω της στεκόταν όρθιος ο άντρας που τραγουδούσε – έμοιαζε να είναι πατέρας της κι όντως είχε ήδη σηκώσει ψηλά το μαχαίρι. Για τον Ανδρέα έφτανε ένα σφύριγμα για να τους κοκαλώσει, όπως όταν σε τσιμπά φίδι· κι αμέσως μετά, μ’ ένα πλατάγισμα της γλώσσας του έφερε το καΐκι ανάμεσα στα κοφτερά βράχια στις ρίζες του πύργου του· όταν κατέβηκε, είδε τα γαλάζια μάτια της μικρής Τσιγγάνας: ήταν σα να δάκρυζε ο ουρανός κι ο ποταμός και ο κόσμος όλος.

 

Ήταν η Μαρία, αυτή που έμελλε να γίνει γυναίκα του και μητέρα της κόρης του. Είχε μόλις κλείσει τα δεκατέσσερά της χρόνια, κι ο άντρας με το γυμνό μαχαίρι ήταν ο Σίμωνας, ένας ξακουστός στον καιρό του Τσιγγάνος βαρκάρης του Δούναβη, που ανεβοκατέβαινε τον μεγάλο ποταμό πουλώντας τροπικά πουλιά και ζώα, πολύχρωμους παπαγάλους, πάνθηρες, τίγρεις, ιαγουάρους, ζέμπρες, φίδια, ρινόκερους, κροκόδειλους, βόες και κροταλίες, φαρμακερές αράχνες και θηλυκούς λαγούς για να τους βυζάξουν οι δαιμονισμένοι. O Ανδρέας από έναν βράχο πήδηξε στο καΐκι, δίχως να καλοξέρει τι γύρευε. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες· τα ζώα του καϊκιού –οι πάνθηρες, οι ιαγουάροι και τα λιοντάρια– πισωπάτησαν μόλις τον είδαν...

 

Ωστόσο ο Τσιγγάνος δεν έδειξε να φοβάται· φορούσε αραβοφράγκικα ρούχα, τα δόντια του ασημένια, τα γένια του κίτρινα, τα μαλλιά του κατάμαυρα: «Τι μας παγίδεψες στους διαβολικούς βράχους σου, ξένε», φώναξε του Ανδρέα· «τι γυρεύεις από εμάς;» «Εσύ πες μου για ποιον Θεό ετοιμάζεσαι να χαλάσεις την κόρη σου σαν το σφαχτάρι», του αντιγύρισε ο Ανδρέας. «Μη μιλάς για όσα δεν ξέρεις, ξένε, γιατί σε βλέπω κι εσένα την κόρη σου να τη σφάζεις με χρυσό μαχαίρι...» του απάντησε ο Σίμωνας· και, καθώς είδε τον αλχημιστή των ήχων να ταράζεται, άρχισε να του μιλά για την κόρη του:

 

«Η Άννα, η μάνα της Μαρίας μου, πέθανε σαν τη γεννούσε – εγώ ο ίδιος με τούτο το μαχαίρι που κρατώ έσκισα την κοιλιά της για να τη βγάλω. Τη μεγάλωσα στο καΐκι μου μαζί με τα ζώα που πουλώ στις πολιτείες του ποταμού. Ποτέ της δεν μου είπε ούτε μια λέξη· μιλάει μαζί μου μόνο με νοήματα, με τα ίδια που μιλά στις τίγρεις, τα λιοντάρια, τις ζέμπρες και τις αράχνες. Κι ενώ ποτέ δεν της έλειψε τίποτε, είναι από μωρό πάντοτε δακρυσμένη· θαρρείς και ο Θεός την έφτιαξε για να τρέχουν τα μάτια της.  Εδώ και έναν χρόνο η ίδια κάθε μέρα μού γνέφει να τη σκοτώσω πριν γίνει γυναίκα· μου λέει πως ορκίστηκε να πεθάνει αμίλητη, παρθένα και δακρυσμένη. Και μια παράξενη δύναμη μέσα μου με οδηγεί να πιστεύω πως ξέρει το σωστό. Ωστόσο το καθυστερούσα όσο μπορούσα· μα σήμερα το πρωί είδα στο κρεβάτι της αίμα...»

 

O Ανδρέας έμεινε σιωπηλός για κάμποσην ώρα· κοίταξε επίμονα το κορίτσι – είχε ζαρώσει σε μια γωνιά, του έριχνε κλεφτές ματιές και έτρεμε σαν το φοβισμένο αγρίμι. Έπειτα μίλησε με φωνή βαριά μα ήρεμη: «Έχω δει πολλά στη ζωή μου, Σίμωνα, μα ποτέ μου δεν αντίκρισα πλάσμα που να με μαγέψει όπως η κόρη σου. Σήμερα περίμενα να πεθάνω όπως κι εκείνη – ίσως μάλιστα τούτη η συνάντησή μας να γίνεται ήδη στην άλλη ζωή. Όπου κι αν είμαστε, όμως, χρειάστηκαν θάλασσες αίματος για να βρεθούμε σε τούτο το καΐκι. Είμαι ο Ανδρέας Καϊνέρτζι, Σίμωνα, και θέλω να παντρευτώ την κόρη σου, να την κάνω γυναίκα μου και μάνα των παιδιών μου· και το ορκίζομαι σ’ αυτήν, σε σένα και σ’ εκείνον που ελευθέρωσε τους Ήχους και πέθανε, πως θα μείνει για πάντα αυτό που ορκίστηκε, αμίλητη και δακρυσμένη και παρθένα...»

 

O Σίμωνας έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός· κρατούσε ακόμη στο χέρι του το γυμνωμένο μαχαίρι: «Είχα καταλάβει ποιος ήσουν, άρχοντα Καϊνέρτζι· μόνον εσύ θα μπορούσες να σταματάς τον κόσμο μ’ ένα σφύριγμα των χειλιών σου. Την κόρη μου την οδηγούν τα δάκρυά της· αν το μπορείς, πείσε την να έρθει κοντά σου...» Τότε ο Ανδρέας ζήτησε από τον πατέρα του κοριτσιού το γυμνό μαχαίρι που κρατούσε· έβαλε στα χείλη την κόψη του. Μια υπερκόσμια μουσική γέμισε τον ποταμό, μια μουσική γεμάτη νοσταλγία για κάτι που ήταν να έρθει· τα δάκρυα της Μαρίας γίναν γαλάζια, θαρρείς και έλιωναν οι κόρες των ματιών της. Μια φλόγα τινάχτηκε στον ουρανό, κι έγινε χελιδόνι, κι έγινε μαύρο λουλούδι – και έπεσε στα πόδια της. Όταν έπαψε η μουσική, ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι του κι η Μαρία τού έδωσε το δικό της· είχανε παντρευτεί.

 

Έμειναν στον πετροσκαμμένο Πύργο των Σπαθιών· ο Σίμωνας φίλησε την κόρη του και τον γαμπρό του κι έφυγε με το καΐκι των τροπικών ζώων – λένε πως κράτησε τα σαρκοβόρα ζώα του νηστικά μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, οπότε μια νύχτα τα λιοντάρια του, οι τίγρεις του και οι πάνθηρές του τον κατασπάραξαν. O Ανδρέας περνούσε όλη τη μέρα παίζοντας μουσική στη Μαρία. Όπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα της, δεν πλάγιασε μαζί της· η Μαρία παρέμεινε παρθένα. Όμως η μουσική που της έπαιξε με την κόψη του μαχαιριού που θα τη σκότωνε, σε κείνη την πρώτη τους συνάντηση πάνω στη βάρκα του πατέρα της, ήτανε αρκετή – ο υπερκόσμια θλιμμένος ήχος μπήκε μέσα στη γαστέρα της και την κάρπισε. Μέρα με τη μέρα η κοιλιά της φούσκωνε· ο Ανδρέας τής έπαιζε κάθε λογής υπέροχες μουσικές περιμένοντας τη γέννηση του παιδιού του.

 

Το παιδί γεννήθηκε μια νύχτα που αστραπές έσκιζαν τον ουρανό του Δούναβη· ο Ανδρέας σφύριξε με ένα κέρας που έδιωξε τους πόνους της μάνας. Η δακρυσμένη Μαρία γέννησε την κόρη της δίχως ωδίνες. Το κορίτσι είχε τα μάτια της μάνας της και το χαμόγελο των θεσπέσιων ήχων του πατέρα της· το είπαν Χριστίνα.

 

Ακολούθησαν εφτά χρόνια ανείπωτης ευτυχίας. O Ανδρέας και η Μαρία μεγάλωναν την κόρη τους με όλα τα καλά του ουρανού και της γης: της έδιναν γάλα αετών και ροδόνερο από τα βουνά των Κούρδων, την έπλεναν με δάκρυα αγγέλων κι έπλεκαν άνθη νυχτερινών ανέμων για τα φορέματά της. Τα βράδια η δακρυσμένη παρθένα αγκάλιαζε τη Χριστίνα, και από τον εξώστη του πύργου ο Ανδρέας έπαιζε το πιάνο που είχε φτιάξει από κοχύλια του ποταμού, μέχρι που μάνα και κόρη παραδίνονταν στον Ύπνο, τον αδελφό του Θανάτου, έχοντας τα μάτια τους ανοιχτά για να τον δουν ποιος είναι.

 

Ήταν ένα απόγευμα που η Μαρία, μιλώντας του πάντοτε με νοήματα, του ανακοίνωσε την απόφασή της να πεθάνει. Του έγνεψε πως δεν υπάρχει αγάπη δίχως θυσία και πως ευτυχία δίχως αίμα θα γεννήσει μίσος και κακία. O Ανδρέας, έντρομος, της ζήτησε να τον ακούσει· έβαλε το μαχαίρι του Σίμωνα στα χείλη και έπαιξε την ίδια θεσπέσια μουσική, όπως και τότε πάνω στο καΐκι του πατέρα της. Και πάλι έλιωσαν οι κόρες των ματιών της Μαρίας μέσα στα δάκρυά της.  Όταν τέλειωσε τη μουσική του, εκείνη τον πλησίασε, του πήρε το μαχαίρι και κρατώντας το στο χέρι της με βήμα σταθερό πάτησε στην άκρη του εξώστη και βούτηξε στα άγρια κοφτερά βράχια.

 

Έπεσε πάνω στα πέτρινα σπαθιά κι έγινε κομμάτια – μεμιάς κοκκίνισαν τα νερά του ποταμού. O αλλόφρων Ανδρέας, που με έξαλλα σφυρίγματα σταμάτησε τη ροή του ποταμού για τρεις μέρες, δεν μπόρεσε να βρει τίποτε δικό της· μήτε κάποιο ρούχο, μήτε το μαχαίρι του Σίμωνα. Το μόνο που έμεινε από την δακρυσμένη παρθένα ήταν μια κόκκινη απόχρωση στα νερά του Δούναβη, στο ύψος του Πύργου των Σπαθιών – και βέβαια η πανέμορφη Χριστίνα.

 

O Ανδρέας αφιερώθηκε στην κόρη του· πολλές φορές ερχόταν στο νου του τα όσα τού έγνεψε η Μαρία προτού πέσει στους κοφτερούς βράχους, μα έδιωχνε συνειδητά τη σκέψη του από οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας – είχε αποφασίσει πως η ερμηνεία θα οδηγούσε στον όλεθρο... Έτσι ζούσε με έναν σκοπό: να βλέπει την κόρη του να μεγαλώνει, την ομορφιά της να ανθίζει κάτω από τον μαύρο ουρανό. Κάθε νύχτα τής έπαιζε και μια καινούργια μουσική σε πιάνα με τρεις χιλιάδες πλήκτρα, μελόντικες και φλογέρες και φυσαρμόνικες που ήσαν σκαλισμένες πάνω στην πέτρα, κιθάρες και τεράστια βιολιά καμωμένα από κοχύλια, κι άλλα όργανα δικής του επινόησης, που δεν περιγράφονται με τα λόγια. Έτσι ο ύπνος έπαιρνε τη Χριστίνα, κι εκείνη είχε πάντοτε ανοιχτά τα μάτια της καθώς κοιμόταν – κι ήταν τόσο παράλογα όμορφη που θάμπωνε η λάμψη των αστεριών.

 

Όλα αυτά τα χρόνια ο Ανδρέας ερχόταν σε επαφή με ελάχιστους ανθρώπους εκτός απ’ την κόρη του – κάποιους εμπόρους από τα κοντινά χωριά, που του προμήθευαν τρόφιμα. Με έκπληξη είδε μια μέρα στην κάτω γέφυρα του πύργου του δεκατρείς κοπέλες με λευκά μαντίλια στο κεφάλι. Ήταν κορίτσια από δεκατέσσερα ώς δεκαεφτά χρονών, βοσκοπούλες από την πλαγιά· τα ξαναμμένα κόκκινα μάγουλά τους έσφυζαν από ζωή – χτύπησαν την πόρτα του πύργου, εκείνην που κανένας δεν είχε τολμήσει να χτυπήσει. O Ανδρέας κατέβηκε και τις άνοιξε – ήτανε φανερά ταραγμένες. Τις ρώτησε τι τον θέλαν· μετά από λίγη ώρα δισταγμών, μια από τις κοπέλες, η πιο θαρρετή, του μίλησε για τον Άνθρωπο-Τράγο: στην πλαγιά που έβοσκαν τις κατσίκες τους, έβγαινε από το Δάσος των Βελανιδιών ένας φοβερός τράγος που είχε χέρια και κεφάλι ανθρώπου, μαύρο δέρμα, γαλάζια μάτια και ξανθά μακριά μαλλιά, μιλούσε με λόγια ανθρώπινα, έβγανε φλόγες από τα ρουθούνια του και βάτευε τις κατσίκες, τη μια μετά την άλλη. Ήτανε τέτοια η μυρωδιά του ανθρωπόμορφου Τράγου, ο ιδρώτας που κυλούσε στο πρόσωπό του, γυάλιζε έτσι το μάτι του, κι ήτανε τέτοια τα λόγια που τους έλεγε που λίγωσε η ψυχή τους να σμίξουν μαζί του, να ξεσκιστούν από το μακρύ έμβολό του, να λιώσουν μέσα στα ιδρωμένα μπράτσα του. Μα το ορθωμένο γκαβλί εκείνου του Τράγου, έτσι όπως το έβλεπαν σαν βάτευε τις κατσίκες, τους γέμιζε φόβο: ήταν τεράστιο, ένιωθαν πως θα τις χωρίσει στα δυο, πως σπάζοντας την παρθενιά τους θα πεθάνουν από τον πόνο. Για εννιά μήνες πάλευαν με την επιθυμία, τη λιγωμάρα και το φόβο· ο κόσμος είχε θαμπώσει γύρω τους. Κάποτε αποφάσισαν να πάνε στον αλλόκοτο Ανδρέα Καϊνέρτζι· μεγάλωσαν ακούγοντας τις μουσικές που έρχονταν από τον Πύργο των Σπαθιών, άκουγαν πως είχε γυρίσει ολόκληρο τον κόσμο κι ήξεραν πως δεν υπήρχε μυστική τέχνη που δεν την κατείχε· ήθελαν, λοιπόν, να τον παρακαλέσουν να τους πάρει εκείνη την παρθενιά από τη φύση τους, για να δεχτούν άφοβα το έμβολο του ανθρωπόμορφου Τράγου.

 

Λογικά ο Ανδρέας θα έπρεπε να τις διώξει, όχι γιατί έβρισκε πρόστυχο ή πονηρό το αίτημά τους –ήξερε καλά πως η λαχτάρα της σάρκας κυβερνιέται από τον Εσταυρωμένο Ιησού–, αλλά επειδή δεν ήτανε πια αλχημιστής κι είχε ορκιστεί να μην ξαναγυρέψει με τις πράξεις του το καλό και το κακό. Μα ήταν τόση η έξαψη στα μάτια και στα πρόσωπά τους, τέτοιος ο παλμός του πόθου, τέτοιο το τρέμισμα της λιγωμάρας τους να βατευτούν από τον Τράγο, που αποφάσισε να κάνει αυτό που του ζητούσαν. Έβρασε τα μαχαίρια του σε πράσινο νερό, τα βούτηξε σε κρασί από το γάμο της Κανά καθώς και από αυτόν του βασιλιά Πέτρου του Πρώτου με την Ινιές ντε Κάστρο, έδωσε στις κοπέλες να μυρίσουν απόσταγμα από άνθη που φυτρώνουν στις άκρες του κόσμου· και μετά από όλα αυτά ζήτησε από τις κοπέλες να γυμνωθούν και τις ξάπλωσε, τη μια μετά την άλλη, πάνω σε λευκό κρεβάτι: σκέπαζε τα πρόσωπά τους με το κοκκινόμαυρο μαντίλι που κάποτε έπλεξε η Διβάρα για τον Γιαν Μπόκελσον και με τα κυρτά μαχαίρια του έβγαζε από καθεμιά τους τον παρθενικό της υμένα. Όλα έγιναν δίχως να στάξει μήτε μια σταγόνα αίμα· οι κοπέλες σηκώνονταν έκπληκτες από το κρεβάτι, φορούσαν τα ρούχα τους, έκαναν μια υπόκλιση ευγνωμοσύνης στον Ανδρέα και έξαλλες, δίχως καν να περιμένουν τις υπόλοιπες, έτρεχαν στο Δάσος των Βελανιδιών για να ξεσκιστούν άφοβα με τον Άνθρωπο-Τράγο.

 

Όταν έμεινε μόνος του ο Ανδρέας κι είδε τους δεκατρείς παρθενικούς υμένες σε ένα πήλινο δοχείο, κατάλαβε πως είχε κάτι να φτιάξει για τη Χριστίνα, για να δοξάσει το υπέροχο θάμπωμα του φόβου και της λαχτάρας των ανθρώπων. Κλείστηκε στο εργαστήρι του κι έφτιαξε μιαν άρπα με δεκατρείς χορδές, καμωμένες από τις παρθενιές των ξαναμμένων κοριτσιών, ένα υμενοπάρθενο, όπως το είπε.

 

Σε τρεις μέρες η Χριστίνα έγινε δεκατριών χρονών. O Ανδρέας ζήτησε από την κόρη του να φορέσει ένα φόρεμα καμωμένο από άνθη γαλάζιων κρίνων και την κάλεσε στον εξώστη του Πύργου των Σπαθιών. Και μόλις το κορίτσι κοιμήθηκε, με τα μάτια της πάντοτε ανοιχτά, της έπαιξε το υμενοπάρθενό του για πρώτη και τελευταία φορά.

 

Τότε έγινε το κακό: η μουσική που γεννιότανε από το όργανο των παρθενικών υμένων και προοριζόταν για μια παρθενογέννητη κόρη ήτανε τόσο αρμονικά αγριεμένη, που ο κόσμος γύρω από τη Χριστίνα δεν την άντεξε. O ουρανός έλαμψε μέσα στη νύχτα, ο Δούναβης γέμισε με κόκκινους αφρούς. Κι οι χορδές του υμενοπάρθενου, μην αντέχοντας την τελειότητα του ήχου τους, έσπασαν κι οι δεκατρείς μαζί. Κι ο άνεμος, εξοργισμένος, έφερε πίσω τούς ήχους του Ανδρέα, σα διαβολικό αντίλαλο· οι ανάποδοι ήχοι κύκλωσαν το κορίτσι που κοιμόταν, μπήκαν μέσα του και σκήνωσαν εκεί για πάντοτε.  Και η Χριστίνα έμεινε κοιμισμένη, καταδικασμένη να μην ξυπνήσει ποτέ πια, ακίνητη σαν άψυχη κούκλα, με ανοιχτά τα γαλάζια μάτια της, κοπέλα δεκατριών χρόνων, μήτε ζωντανή και μήτε πεθαμένη, μα κάπου σε ένα αιώνιο ενδιάμεσο.

 

O Ανδρέας Καϊνέρτζι χρειάστηκε τρεις μέρες για να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει· μέχρι τότε προσπαθούσε αλλόφρων να ξυπνήσει την κόρη του μιλώντας της και στις εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες γλώσσες αυτουνού και του άλλου κόσμου, βγάζοντας από το λαρύγγι του κάθε εγερσίνεκρο ήχο που γνώριζε, όλα τα κρωξίματα των δακρυσμένων κορακιών, όλα τα κελαϊδίσματα των ετοιμοθάνατων αηδονιών, όλα τα σφυρίγματα των προδομένων φιδιών. Δεν κατάφερε τίποτε. Τότε κατάλαβε πως είχε να κάνει με δυνάμεις που γεννήθηκαν από την ύβρη του, άρα με δυνάμεις που ξεπερνούσαν αυτά που νόμιζε πως κατείχε. Το πρώτο του μέλημα ήταν να πιει από το δάκρυ του Κόκκινου Περιστεριού του Αραράτ, αυτό που άμα το έπινες σου δινόταν αιώνια ζωή και πέθαινες μόνο αν σε σπάραζαν τα τσακάλια σε δάσος με στοιχειωμένο λαγουτάρη. O Ανδρέας το φύλαγε από χρόνια σ’ ένα κλειστό καρύδι· είχε αποφασίσει να μην το πιει ποτέ για να μη χαλάσει ο ρυθμός του κόσμου που ήθελε τη ζωή να έρχεται μέσα από τον θάνατο – όμως τώρα έπρεπε να μείνει ζωντανός για όσο θα χρειαζόταν προκειμένου να ξυπνήσει τη Χριστίνα από τη νάρκη της.

 

Για έναν χρόνο δοκίμασε όλα τα γιατρικά που ήξερε, που είχε ακούσει και είχε φανταστεί, για να ξυπνήσει την κόρη του· όλα μάταια. Μια μέρα, σχεδόν τυχαία, βρήκε την κρυπτική γραφή της δακρυσμένης Μαρίας. Ήταν στην εξωτερική πλευρά του πέτρινου παραθύρου της Χριστίνας· ο Ανδρέας κοιτούσε μηχανικά τα κοφτερά βράχια προσπαθώντας να βρει μιαν ακόμη γιατρειά για την κόρη του, όταν είδε μια σειρά από αλλόκοτα σύμβολα καμωμένα από το χέρι της γυναίκας του. O Ανδρέας αναγκάστηκε να κρεμαστεί ανάποδα για να τα αποκρυπτογραφήσει: Η Κόρη του Ανθρώπου θα ξυπνήσει από τη νάρκη, όταν θα ακούσει πρώτη τον γιατρεμένο ήχο.

 

Πλέον είχε την ευκαιρία του: τα επόμενα εκατό χρόνια ήταν για τον Ανδρέα μια διαρκής απελπισμένη αναζήτηση εκείνου του ήχου που, γιατρεμένος, θα ξυπνούσε τη Χριστίνα. Έφτιαξε μια μαύρη άμαξα που θα μετέφερε την κοιμισμένη κόρη του και τραγουδώντας τον αρχαίο ψαλμό που είχε ορκιστεί να ξεχάσει κάλεσε από την Κολχίδα τα τέσσερα μαύρα άλογα της μαύρης σελήνης· κι όταν αυτά ήρθαν κοντά του, έπλεξε σε μια πλεξούδα τα μαλλιά του και ξεκίνησε την περιπλάνησή του. Γύρισε όλους τους ποταμούς κι όλες τις θάλασσες κι όλα τα βουνά κι όλες τις πεδιάδες του κόσμου, καθώς γύρευε τον κάθε χαλασμένο ήχο για να τον γιατρέψει. Κι έτσι οι άνθρωποι τον έμαθαν σαν τον Γιατρό των Ήχων. Κι όπου πήγαινε ρωτούσε για χαλασμένους ήχους, για μουσικά όργανα που στέρεψαν ή τρελάθηκαν, για ανθρώπινες φωνές που βουβάθηκαν, για αγάλματα που ξεχάστηκαν, για ανέμους που έπαψαν, για λαγούτα, κιθάρες, τύμπανα, φλογέρες, βιολιά, πιάνα κι εκκλησιαστικά όργανα, τρομπέτες και σάλπιγγες, κρόταλα, μουσικά κουτιά, μηχανικά αηδόνια, μελωδικά μενταγιόν, βραχνιασμένους τενόρους και πριμαντόνες, πετρωμένες μοιρολογίστρες, ψάλτες της Χάρης του Θεού που φτύσανε μελανή χολή και τροβαδούρους με κομμένη γλώσσα. Κι ακόμα, για σπαθιά που κάποτε συγκρούονταν σηκώνοντας το κύμα της θάλασσας και πια απέμειναν δυο βράχια, για σπηλιές που σφύριζαν στον άνεμο μα πλέον έκλεισαν ερμητικά, θαρρείς για πάντα, για κοχύλια από τα βάθη των ωκεανών που έκρυβαν μέσα τους τα βογκητά της γκάβλας των Nηρηίδων, μοβ πουλιά που έκρυβαν στο στήθος τους τραγούδι που μπορούσε να ράψει τον ασκό του Αιόλου, αρχαία αγάλματα φιδιών που θα νανούριζαν τους αποκαμωμένους βοσκούς ή πήλινους λύκους που σφυρίζοντας θα γέμιζαν το φεγγάρι – και φυσικά, ανάμεσα σε όλα αυτά, και κάθε λογής χαλασμένες καμπάνες. Ποτέ δεν υπήρξε ήχος που να του αντισταθεί· και κάθε φορά έβαζε πρώτη από όλους την κοιμισμένη κόρη του να ακούσει τον γιατρεμένο ήχο για να ξυπνήσει. Μα για εκατό χρόνια, όσους ήχους και να γιάτρεψε ο Ανδρέας, κανένας δεν κατάφερε να ξυπνήσει την κόρη του.

 

Oι μαντατοφόροι της Ευλογιάς τον βρήκαν σ’ ένα  ακρωτήρι της Nότιας Κίνας να γιατρεύει ένα κοχύλι που κάποτε βούιζε τη μελαγχολία των καρχαριών· έφτασε μια χυσιά από σπέρμα ετοιμοθάνατου δελφινιού που γυρεύει να πεθάνει δίπλα στην αγαπημένη του για να ξαναρχίσει το κοχύλι να βουίζει – μα και πάλι η Χριστίνα παρέμεινε κοιμισμένη. Όταν οι μαντατοφόροι τού μίλησαν για την Κόκκινη Καμπάνα που βουβάθηκε σκορπώντας θάνατο στους ανθρώπους, μια σκοτεινή αστραπή έσκισε τα μάτια του – μια αλλόκοτη βεβαιότητα τον κατέλαβε, πως αυτός ήταν ο χαλασμένος ήχος που, σαν γιατρευόταν, θα ξυπνούσε τη Χριστίνα. Ανέβηκε στην άμαξά του, φώναξε ακατανόητες λέξεις στα μαύρα άλογά του και χάθηκε σαν τον ανεμοστρόβιλο· σε τρεις εβδομάδες ήταν στην Ευλογιά – οι μαντατοφόροι που είχαν πάει να τον καλέσουν επέστρεψαν σε πέντε μήνες, όταν πια είχαν τελειώσει όλα.

 

***

 

Tο πρώτο πράγμα που ζήτησε ο Ανδρέας Καϊνέρτζι από το Συμβούλιο των Ευλογημένων που τον υποδέχτηκε στη ρημαγμένη από το λοιμό πολιτεία, στις αρχές εκείνης της άνοιξης του χίλια εξακόσια ενενήντα εννιά, ήταν να του δείξουν έναν λόφο με αμυγδαλιές, όπου θα στάθμευε την άμαξά του και δεν θα πλησίαζε κανείς. Κι ακόμη ζήτησε κανένας να μην τον ενοχλήσει, να μην τον ρωτήσει οτιδήποτε, να μην του απευθύνει καν το λόγο.

 

Φυσικά οι Ευλογημένοι τσακίστηκαν να ικανοποιήσουν την επιθυμία του: τον οδήγησαν σε έναν αμυγδαλεώνα στον Σταχτόλοφο, εκεί που λέγαν πως ξαπόσταινε πριν από πέντε αιώνες ο Ισμαήλ Αλ Ικσίρ, τον καιρό που έφτιαχνε την Κόκκινη Καμπάνα στην κατεστραμμένη Ευλογιά. Στην πιο ψηλή από τις μυγδαλιές του λόφου έδεσε ο Kαϊνέρτζι την άμαξά του, με τα τέσσερα μαύρα άλογα της Κολχίδας να στέκουν πάντοτε γύρω της, ακοίμητοι φύλακες των μυστικών του κυρίου τους.

 

O τρόπος που ο Ανδρέας πάλεψε να γιατρέψει τη μουγγή καμπάνα ήταν αντάξιος της φήμης του. Για μια εβδομάδα περπατούσε αμίλητος και σκοτεινός γύρω από την εκκλησία, δίχως να μπει μέσα. Για άλλη μια εβδομάδα στάθηκε απέναντι από την καμπάνα και την κοιτούσε σιωπηλός. Δυο μέρες πέρασε μπροστά στην είσοδο κοιτώντας ακίνητος το δακρυσμένο μάτι του Ισμαήλ· για άλλες δυο μέρες έμεινε ν’ αγγίζει το χρυσό μαχαίρι του με τα ακροδάχτυλά του, όρθιος με το χέρι απλωμένο σαν άγαλμα. Κι έπειτα, για άλλη μια εβδομάδα ξάπλωσε κάτω από την καμπάνα ακίνητος, με τα μάτια κλειστά.

 

Οι Ευλογημένοι, που δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να καίνε τους νεκρούς τους, περιμένοντας το θαύμα από τον Ούγγρο αλχημιστή άρχισαν να δυσανασχετούν: αν ήταν σωστός μάγος, είτε του Θεού είτε του Διαβόλου, θα μπορούσε να φτιάξει την καμπάνα από την πρώτη στιγμή – κι αυτός είχε σχεδόν έναν μήνα που είχε βυθιστεί στην άπρακτη περισυλλογή. Oι πιο δύσπιστοι δεν δίστασαν να πουν πως ήταν ένας τσαρλατάνος· απόδειξη η ίδια του η ναρκωμένη κόρη, που δεν μπορούσε να ξυπνήσει για εκατό χρόνια. Κι οι μουσικές που θρόιζε τα βράδια ο άνεμος στις μυγδαλιές του Σταχτόλοφου ήταν τόσο αφόρητες και ξυπνούσαν τόση ταραχή σε όσους στήναν αυτί να τις ακούσουν, που όλο και περισσότεροι πείθονταν πως εκείνος που τον έλεγαν Γιατρό των Ήχων δεν είχε τη δύναμη να γιατρέψει την μουγγή καμπάνα.

 

Πάνω στο μήνα ο Ανδρέας ζήτησε να δει το Συμβούλιο της Ευλογιάς· τους μίλησε σκοτεινός, σαν προφήτης των παλαιών βιβλίων, δίχως να δεχτεί καμία διακοπή, χρησιμοποιώντας λόγια αινιγματικά που έσπερναν τρόμο: «Η Κόκκινη Καμπάνα σας έχει έναν μακρύ λάρυγγα, που φτάνει μέχρι τα στήθη και το στομάχι. O Φαρμακερός Βάτραχος νέκρωσε τούτο το λάρυγγα. Όσοι Πράσινοι Δράκοντες κι αν λογχίσουν το στήθος του Θεού σας, όσοι Ήλιοι του Nερού κι αν του λούσουν το κεφάλι, ο λάρυγγας θα μείνει νεκρός. Μόνο για μια φορά ακόμη μπορεί ήχος να βγει από το στόμα· αυτός που κρύβεται εσταυρωμένος μέσα στο νεκρό λάρυγγα, αυτός θα είναι ο ρόγχος του και ο στερνός του αποχαιρετισμός. Γιατί η καμπάνα είναι στόμα και ο ουρανός πνευμόνι». Oι Ευλογημένοι άκουσαν σαστισμένοι, σχεδόν έντρομοι· μονάχα ένας λοξός φούρναρης, ο Σταυράκιος Κοσμάς, τόλμησε να ρωτήσει: «Ποιος είναι ο Φαρμακερός Βάτραχος;» Η απάντηση του Ανδρέα ακούστηκε σαν υπόκωφος κεραυνός σε σκοτεινιασμένο απομεσήμερο: «O Φαρμακερός Βάτραχος είναι ο αληθινός μας πατέρας».

 

Φυσικά τα όσα ειπώθηκαν στο Συμβούλιο την επόμενη μέρα ήταν στα στόματα όλων, που προσπαθούσαν να καταλάβουν τι τους είχε πει ο Καϊνέρτζι. Προσπέρασαν την κουβέντα του για τον Φαρμακερό Βάτραχο κι έμειναν σε αυτό που άφησε να εννοηθεί ο Ούγγρος αλχημιστής: πως υπήρχε μια ακόμη λέξη μέσα στο λάρυγγα του Θεού· μπορεί να ήταν η τελευταία του, μα θα σήμαινε τη σωτηρία από τον φριχτό λοιμό, ένας εσταυρωμένος ήχος που θα γιάτρευε τις ματωμένες θηλές των ανθρώπων, που θα τους έδινε την ευκαιρία να ζήσουν – έστω και χωρίς τη Χάρη της Κόκκινης Καμπάνας, μα και χωρίς την οργή της.

 

Σε τρεις μέρες, και καθώς ο Ανδρέας δεν είχε φανεί καθόλου στην πόλη, ολόκληρο το Συμβούλιο της Ευλογιάς ανέβηκε στον Σταχτόλοφο. Τα τρομερά μαύρα άλογα, μόλις τους είδαν, ρουθούνισαν φλόγες· χρειάστηκε ένα παράγγελμα του Oύγγρου σε μιαν ακατανόητη γλώσσα για να τους αφήσουν να πλησιάσουν. Ζήτησαν από τον Ανδρέα το αναμενόμενο· αν είχε έναν ήχο μέσα της η Κόκκινη Καμπάνα, αυτός να τον ελευθερώσει για να πάψει το φριχτό θανατικό στην Ευλογιά – στο μυαλό τους είχαν πως ο ίδιος γιατρεμένος ήχος θα ξυπνούσε και την κοιμισμένη κόρη του Ανδρέα. O Γιατρός των Ήχων τούς ζήτησε να του πουν αν ήξεραν τι νέκρωσε τον λάρυγγα του Oυρανού. Oι Ευλογημένοι τού είπαν μέσες άκρες την ιστορία της σφαγής των Λορ, αποκρύπτοντας αυτά που νόμιζαν πως αποκρύπτονται: κάποιοι φονιάδες από τη Θεσσαλονίκη έκαναν το μακελειό, ίσως να ήξεραν το σχέδιο και κάποιοι από το παλιό Συμβούλιο – μα όλοι τους ήταν πια νεκροί. O Ανδρέας έφτυσε καταγής και τους είπε να πάψουν. Έπειτα τους ζήτησε για βοηθό του κάποιον που να γνωρίζει την καμπάνα και να μη λογαριάζει τη ζωή του. Oι Ευλογημένοι δεν δυσκολεύτηκαν να του τον υποδείξουν· ήταν ο Δημήτριος, ψυχοπαίδι του παπα-Θωμά, που τον όρισε διάκο της εκκλησίας της Κόκκινης Καμπάνας – ήταν εκείνος που, αφότου μουγγάθηκε η καμπάνα, επέμεινε να τη χτυπάει κάθε πρωί ελπίζοντας πως κάποτε ο ήχος της θα ακουστεί.

 

Για εφτά εβδομάδες ο Ανδρέας, με τον Δημήτριο βοηθό, πάλευε με την Κόκκινη Καμπάνα δίχως αποτέλεσμα. Για πρώτη φορά φυλακισμένος ήχος τού αντιστάθηκε με τόση επιμονή. Την πρώτη εβδομάδα έφτιαξε λογής φίλτρα, άλειψε με αυτά την κοιλιά της καμπάνας, το γλωσσίδι της, χτύπησε με τη σμίλη το μέταλλό της, προσπάθησε με λιωμένο χρυσάφι να καλύψει αόρατες ρωγμές, έτριψε με μαύρη αφρικανική άμμο το στόμιό της. Μα η Κόκκινη Καμπάνα παρέμενε μουγγή. Στις επόμενες εβδομάδες ο Δημήτριος είδε πράγματα που δεν μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους: πρώτα απ’ όλα, ένα πελώριο πράσινο αυγό που έσπασε κι από μέσα του βγήκε μια μαύρη προβατίνα, την οποία ο Ανδρέας άρχισε να αρμέγει: από τα μαστάρια της έτρεξε γάλα γεμάτο φως, ολόλαμπρο και εκτυφλωτικό, κι ο Γιατρός των Ήχων το άλειφε στο εσωτερικό της καμπάνας. Έπειτα ένα φίδι που ο Ανδρέας κάλεσε από τον ουρανό λέγοντας ακατανόητους γλωσσοδέτες· ήτανε μακρύ ίσαμε το ύψος δέκα ανθρώπων κι έπεσε στην αυλή της εκκλησίας και τυλίχτηκε γύρω απ’ την καμπάνα για τρεις μέρες – μα την τρίτη μέρα έβγαλε ένα τρομακτικό σφύριγμα πόνου και σωριάστηκε καταγής πεθαμένο. Μετά το φίδι, ήρθε η ώρα της Πράσινης Φωτιάς: ήταν μια παμπάλαια φωτιά που ο Ανδρέας την αποκάλυψε ξεβαλσαμώνοντας μια σαλαμάνδρα· από τις φλόγες της δεν έβγαιναν καπνοί μα αρχαία πουλιά, που έμπαιναν στο στόμιο της καμπάνας και χάνονταν εκεί. Για τρεις εβδομάδες έκαιγε τούτη η φωτιά και χιλιάδες χιλιάδων πουλιά χάθηκαν μέσα στο στόμα της καμπάνας· μέχρι που ένα βράδυ ακούστηκε κάτι σαν ρόγχος μέσα απ’ τις φλόγες, κι η Πράσινη Φωτιά ξεψύχησε μεμιάς.

 

Τότε ο Ανδρέας έπιασε τα όργανα που γεννούσαν τους ήχους: πρώτα μια τσιγγάνικη νταραμπούκα καμωμένη από το δέρμα αυτοκτόνου λύκου, που κολλούσε τα σπασμένα κόκαλα· κατόπιν μια φυσαρμόνικα φτιαγμένη από δόντια κροκόδειλου, που γιάτρευε τις πληγές του πολέμου· τέλος μια κιθάρα, που στο ασημένιο ηχείο της είχε σκαλισμένο κεφάλι αλόγου και για χορδές έντερα εξανθρωπισμένου αγγέλου που άνθιζε τα λουλούδια. Μα ούτε τα αδιάκοπα ταμ-ταμ, ούτε το υπέροχο φύσημα της φυσαρμόνικας, ούτε οι ουράνιες σαγιτιές της κιθάρας μπόρεσαν να γιατρέψουν την καμπάνα· και τα τρία έπαψαν μπροστά στην ανθρώπινη κακία που είχε μουγγάνει το Ματωμένο Στόμα του Θεού.

 

Τις τρεις τελευταίες μέρες ο Ανδρέας άφησε στην άκρη τις αλχημικές του συνταγές, τα μαγικά φίλτρα και τα μουσικά του όργανα και δοκίμασε να αντιμετωπίσει την αρρώστια της καμπάνας σώμα με σώμα. Γυμνώθηκε από τα ρούχα του και στάθηκε κάτω από την καμπάνα φωνάζοντας γριφώδεις λέξεις –αναγραμματισμούς ιαχών έρωτα και θανάτου–, λαρυγγίζοντας κραυγές και στριγκλίζοντας ξόρκια. Σε κάθε φθόγγο που έβγαλε από το στόμα του υπήρξε και μιαν απάντηση από τον άλλο κόσμο, τον κόσμο των αντικατοπτρισμών. Για τρεις μέρες οι πιο παράλογοι ήχοι τύλιξαν την Ευλογιά, απάντηση στον αγώνα του Ανδρέα: ένα λαχάνιασμα πληγωμένου θεόρατου ζώου, κεραυνοί που έσβηναν με φριχτό τσιτσίρισμα μέσα σε μια θάλασσα αίματος, εκατομμύρια μέταλλα που χτυπούσαν κι έλιωναν και χάνονταν στο άπατο πηγάδι, αερόλιθοι που σχίζαν τον αέρα, το ψυχορραγητό ενός πληγωμένου πουλιού.

 

Το πρωί της τέταρτης μέρας ο Ανδρέας σωριάστηκε καταγής μην έχοντας άλλη δύναμη να συνεχίσει τη μάχη των ήχων. Μια αφόρητη σιωπή απλώθηκε· είχε νικηθεί. Όταν έπεσε, ο Δημήτριος, που για τρεις μέρες τον έβλεπε να παλεύει σα λυσσασμένος με τους ήχους του θανάτου, πήγε να τον σκεπάσει με την μπέρτα του: ο μέγας και τρανός Ούγγρος αλχημιστής ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αίματα και σημάδια από φραγγέλιο· δεν φαινόταν διόλου το δέρμα του, όλο το σώμα του μια πληγή. Έτσι όπως ο διάκος έσκυψε από πάνω του, τον άκουσε να ψιθυρίζει φτύνοντας αίμα: «Aνθρώπινη πράξη ξέρανε την καμπάνα· ανθρώπινη πράξη θα τη γιατρέψει...». Κι έπειτα σηκώθηκε με δυσκολία, τυλίχτηκε στην μαύρη μπέρτα του κι άρχισε να βαδίζει τρεκλίζοντας προς τον λόφο με τις αμυγδαλιές.

 

Εκείνο το βράδυ ο Δημήτριος ανέβηκε στον Σταχτόλοφο. Βρήκε τον Ανδρέα Καϊνέρτζι να στέκεται ακίνητος ανάμεσα στα τέσσερα μαύρα άλογά του· φαινόταν να έχει συνέλθει από τις φριχτές πληγές της μάχης των ήχων. Μέσα στο φεγγαρόφωτο έμοιαζε με αρχαίο προφήτη ξεχασμένο από καιρούς αλλοτινούς. Γύρω του πλανιόνταν αλλόκοτοι υπόκωφοι ήχοι, που έπαψαν μεμιάς όταν ο νεαρός διάκος τού φώναξε: «Kύριε, ξέρω το γιατρικό για την Κόκκινη Καμπάνα...»

 

Παραδόξως ο Ανδρέας δεν οργίστηκε από την απρόσμενη επίσκεψη· αμίλητος έκανε νόημα στον νεαρό διάκο να πλησιάσει και να καθίσει απέναντί του. Την ώρα που μιλούσε ο Δημήτριος, ένα σύννεφο σκέπασε το φεγγάρι: «Σκέφτηκα, κύριε, αυτό που είπες για τον Φαρμακερό Βάτραχο. Έχεις δίκιο – είμαστε όλοι παιδιά ετούτου του Βατράχου. Εμείς σκοτώσαμε τους Λορ, κι αν μας γιατρέψεις την Καμπάνα, και πάλι θα ξανασκοτώσουμε τους Λορ και όποιους άλλους: έχουμε το φαρμάκι στο σπέρμα μας, στο νου μας και στην ψυχή μας. Δεν μας αξίζει να ακούσουμε τον στερνό ήχο της Κόκκινης Καμπάνας. Στην πάνω πόλη είναι οι πηγές που ανάβλυσαν γλυκό νερό πριν πεντακόσια χρόνια με τη χάρη του Ματωμένου Στόματος του Θεού· μ’ αυτές φτιάξαμε υδραγωγείο και πίνει νερό όλη η Ευλογιά. Φτιάξε μου ένα δηλητήριο, κύριε, για σένα είναι πανεύκολο, ένα δηλητήριο από αυτά τα τρομερά που σκοτώνουν ακαριαία, δίχως πόνο και δίχως φόβο – εγώ με τα ίδια μου τα χέρια θα το ρίξω στις πηγές, κι αμέσως μετά, πρώτος από όλους θα πιω το χαλασμένο νερό. Μας αξίζει να πεθάνουμε· το Συμβούλιο σου είπε ψέματα: εμείς σχεδιάσαμε τον χαμό των Λορ, εμείς φωνάξαμε τους φονιάδες τους, με το δικό μας χρυσάφι τούς πληρώσαμε· μονάχα με τον θάνατό μας η Καμπάνα θα βρει το δίκιο της, μονάχα με τον θάνατό μας θα ακουστεί η στερνή λέξη του Πατέρα Παντοκράτορα, αυτή που θα γιατρέψει την κόρη σου και θα ευλογήσει τους αθώους...»

 

Τα μάτια του Ανδρέα άστραψαν μέσα στη νύχτα – οι κόρες τους γίναν γαλάζιες φλόγες. Η φωνή του ακούστηκε μπροστά από τον Δημήτριο και πίσω του και γύρω παντού: «Γυρεύεις τον θάνατο και νομίζεις πως υπηρετείς την αγάπη· μα το φαρμάκι σου θα γίνει ίδιο με το φαρμάκι του Βατράχου. Ξέχασε τους ασπρογένηδες Πατέρες Παντοκράτορες και τα Θηρία – είναι για να χουγιάζουν σα σκιάχτρα. Ζητούμε τη λέξη του Βατράχου που πεθαίνει – που αυτοθανατώθηκε με το ίδιο του το φαρμάκι. Η καμπάνα δεν θα γιατρευτεί, αν δεν αγαπήσεις ετούτον τον Βάτραχο, αν δεν φιλήσεις το ίδιο του το κεντρί, αν δεν θηλάσεις το φαρμάκι του. Γιατί λυτρωμός δεν υπάρχει στην τιμωρία των ενόχων, μα στη θυσία των αθώων».

 

Κάτι σαν ουράνια βουή ακούστηκε – κι έπειτα αναφιλητά. Ήταν ο Δημήτριος: έκλαιγε μπρουμουτισμένος καταγής· τότε ο Ανδρέας Καϊνέρτζι πλησίασε τον νεαρό διάκο και τον αγκάλιασε. Κι όπως το αυτί του Δημήτριου κόλλησε στο στήθος του Ούγγρου αλχημιστή, άκουσε μέσα του τον ήχο μιας φοβερής τρικυμίας· μα σε λίγη ώρα, πίσω από το σφύριγμα των αγέρηδων και το σκάσιμο των πελώριων κυμάτων, ξεχώρισε ένα απίστευτα θλιμμένο τραγούδι, που όλο και δυνάμωνε, μέχρι που έγινε κόσμος και νύχτα και θάνατος.

 

Όταν ξημέρωσε, ο Ανδρέας ζήτησε από τον Δημήτριο να τον περπατήσει στον κάμπο όπου σφαγιάστηκαν οι Λορ. Έτσι κι έγινε· ο Γιατρός των Ήχων βάδιζε σιωπηλός ανάμεσα στα χορτάρια και τους θάμνους, κοιτούσε τα ανθισμένα λουλούδια της άνοιξης, έπεφτε μπρούμυτα καταγής και μύριζε το χώμα. O Δημήτριος, δυο βήματα πίσω, τον κοίταζε να ψάχνει σα μαγεμένο ζώο τα μυστικά ίχνη μιας παράξενης Δευτέρας Παρουσίας των σφαγμένων του κάμπου της Ευλογιάς, όπου δεν θα υπάρχουν κρίσεις και λίμνες της φωτιάς, έναν αλλόκοτο δρόμο που οδηγεί στα τσακάλια, τους λύκους και τα φίδια – που οδηγεί στην αγάπη του Φαρμακερού Βατράχου.

 

Ήταν απόγευμα όταν φτάσανε στα γκρεμοτσακίσματα του Θρόνου – λεγόταν Θρόνος ο γκρεμός, γιατί απ’ τη μεριά της θάλασσας έμοιαζε πράγματι με πέτρινο θρόνο, πάνω του, λέγανε οι γέροι ψαράδες, καθόταν ο Θεός –ή μήπως ο Βάτραχος;– κι έβλεπε μαγεμένος το ηλιοβασίλεμα. O Δημήτριος διηγήθηκε στον Ανδρέα την τελευταία πράξη της σφαγής των Λορ με τα απελπισμένα γυναικόπαιδα που οι στρατιώτες της Ευλογιάς έριξαν από τους βράχους. O Ανδρέας στάθηκε στην άκρη του βράχου πατώντας στις μύτες των ποδιών του. O Δημήτριος τον είδε να γέρνει στο κενό τόσο που κανονικά θα έπρεπε να πέσει, ποιος ξέρει ποια μαγική δύναμη τον κρατούσε· ήταν φανερό πως κάτι έψαχνε – μα τα άγρια κύματα της θαλάσσης είχαν ρουφήξει μέσα τους τα κουφάρια των Μογγόλων.

 

Ωστόσο πάντοτε υπάρχει ένα ίχνος της ζωής που κατισχύει της Δευτέρας Παρουσίας, μόνο που για να φανεί γυρεύει κάτι περισσότερο από την αγάπη. Είχε αρχίσει να γέρνει ο ήλιος, όταν κάποια στιγμή ο Ανδρέας φώναξε τον Δημήτριο να έρθει κοντά του και του ψιθύρισε πως σε μια κρυφή κοιλότητα του βράχου όπου πατούσαν κοιμόταν ένα μωρό. O Δημήτριος δεν σκέφτηκε να ρωτήσει πώς εκείνος το είχε δει ή ποιος τού το ’χε πει – ήταν τόση η λαχτάρα του να δει εκείνο το κρυμμένο πλάσμα, που κρεμάστηκε ανάποδα στα χέρια του Γιατρού των Ήχων, ο οποίος με τη σειρά του κρεμάστηκε με τα πέλματα των ποδιών του από την άκρη του βράχου. Μόνον έτσι μπορούσαν τα χέρια του διάκου να φτάσουν στην κρυφή κοιλότητα του βράχου· πράγματι με τα ακροδάχτυλά του άγγιξε ζεστή, ζωντανή σάρκα· «το έπιασα», φώναξε κι αμέσως με μια υπερφυσική κίνηση, θαρρείς και τους τραβούσε παντοδύναμος μαγνήτης, οι δυο άντρες και το μωρό έκαναν ανάποδο κύκλο και βρέθηκαν σωριασμένοι πάνω στο βράχο.

 

Το μωρό ήταν γυμνό· ήταν κορίτσι, μια κόρη των Λορ, είχε τα μάτια ανοιχτά, ήταν γαλάζια ανοιχτά, σαν τον ηλιόλουστο ουρανό. O Ανδρέας έπεσε πάνω της και άρχισε να την κοιτά· ο Δημήτριος προσπάθησε να φανταστεί τη μάνα του μωρού να το κρατάει αγκαλιά, ενώ οι στρατιώτες της Ευλογιάς έσπρωχναν με τα ακόντια τις γυναίκες των Λορ στο κενό – άραγε πώς βρέθηκε γυμνό στην κρυφή κοιλότητα του βράχου; Και πώς παρέμεινε ζωντανό ένα μωρό για έναν ολόκληρο χρόνο, δίχως τροφή, δίχως νερό, μέσα στο κρύο· ποιος άγγελος ή δαίμονας, ή κάποιος στο ανάμεσό τους, ήτανε που το θήλασε, που το σκέπασε με τις φτερούγες του; Κι ενώ ο Δημήτριος σκεφτόταν όλα αυτά, άκουσε τον Ανδρέα να λέει με φωνή τρεμάμενη: «Άκουσε ανάποδα τη μουσική· κοιμάται όπως η Χριστίνα...» Nαι, το μωρό του βράχου ήτανε ναρκωμένο σαν την κόρη του Γιατρού των Ήχων. Κάθε μάτι περιέχει τα δάκρυά του

 

***

 

  Δύσκολα ο Δημήτριος θα μπορούσε να περιγράψει εκείνο που είδε στα μάτια του Ανδρέα Καϊνέρτζι εκείνο το μαγιάτικο απόγευμα του χίλια εξακόσια ενενήντα εννιά, πάνω από την κοιμισμένη κόρη των Λορ: κάτι σα ραγισμένη φλόγα, σα μετανιωμένη αστραπή, σα δάκρυ της Σελήνης, σα μαύρο τριαντάφυλλο που άνθισε μέσα στις γαλάζιες κόρες των ματιών εκείνου που τον έλεγαν Γιατρό των Ήχων. Έμεινε για ώρα ακίνητος εκεί στο γκρεμοτσάκισμα, με το κοιμισμένο μωρό, που φαίνεται πως είχε ακούσει ανάποδα το μοιρολόγι της μάνας του, την ώρα που οι στρατιώτες της Ευλογιάς τούς ρίχναν στον γκρεμό. O ήλιος κοκκίνιζε τη θάλασσα και τον ουρανό και τον κόσμο· στα ορθάνοιχτα σχιστά μάτια του μωρού οι ακίνητες κόρες έλαμπαν σαν πυρωμένο σίδερο.

 

Κάποτε ο νεαρός διάκος έσπασε τη σιωπή· «θα το πάρω μαζί μου, κύριε, ετούτο το μωρό, είναι το μόνο πλάσμα που γλίτωσε από την κακία μας, θα το πάρω μαζί μου, κι όταν εσύ θα φτιάξεις την Kαμπάνα, μαζί με την κόρη σου θα βάλουμε και τούτο το κορίτσι των Λορ και με τη χάρη της θα ξυπνήσουν κι οι δυο τους». O Δημήτριος κοίταξε τον Ανδρέα· ο Ούγγρος αλχημιστής έσκυψε το κεφάλι αποφεύγοντας το βλέμμα του διάκου. Με μια κίνηση έβγαλε την μπέρτα του και με άφατη προσοχή τύλιξε μέσα εκεί το μωρό των Λορ. Σηκώθηκε όρθιος με το μωρό στην αγκαλιά του· είχε την πλάτη γυρισμένη στον Δημήτριο, όταν μίλησε με σκοτεινιασμένη φωνή. «Άμα η καμπάνα γιατρευτεί και βάλουμε τούτο το μωρό μαζί με τη Χριστίνα κάτω από το Στόμα Εκείνου, μόνον μια από τις δυο τους θα ξυπνήσει, αυτή που θα ακούσει πρώτη τον γιατρεμένο ήχο...» Κι ενώ ο διάκος έμεινε να τον κοιτά έκπληκτος, ο Γιατρός των Ήχων συμπλήρωσε: «Το βράδυ έλα στο λόφο με τις μυγδαλιές, ώρα μεσάνυχτα. Και μαζί σου να έχεις το δακρυσμένο μάτι και το χρυσό μαχαίρι εκείνου του Ισμαήλ...»

 

Μόλις έπεσε το σκοτάδι ο Ανδρέας Καϊνέρτζι μπήκε στη μαύρη άμαξά του κι έβαλε το μωρό των Λορ στο κρεβάτι της κοιμισμένης κόρης του – το σκέπασε με την ίδια ασημοκέντητη κουβέρτα που σκέπαζε το στήθος της Χριστίνας. Όταν βγήκε από την άμαξα, τα τέσσερα άλογά του είχαν χαθεί. Και τότε, εκεί, ανάμεσα στις αμυγδαλιές του Σταχτόλοφου, είδε τη Μαρία, τη γυναίκα του, τη μάνα της Χριστίνας του, εκείνη που πριν από εκατό χρόνια είχε πέσει στα άγρια κοφτερά βράχια του Πύργου των Σπαθιών και τα κομμάτια της είχαν σκορπίσει στα νερά του Δούναβη. Τώρα καθόταν ντυμένη μ’ ένα υπέρλαμπρο γαλάζιο φόρεμα, με λυτά μαλλιά, αρτιμελής και πάντοτε δακρυσμένη, συνάμα παρθένα παιδούλα και μητέρα, καμωμένη από χώμα και αρχαία νοσταλγία· στα χέρια της κρατούσε το μαχαίρι του Σίμωνα. Εκείνη τη νύχτα ο Ανδρέας πρωτοάκουσε τη φωνή της γυναίκας του, εκατό χρόνια μετά τον θάνατό της:

 

«Ήρθε η ώρα, Ανδρέα, να καταλάβεις γιατί έγινα κομμάτια που σκόρπισαν στον μεγάλο ποταμό. Αγάπη υπάρχει μονάχα όταν πεθαίνεις βυζαίνοντας τον Βάτραχο, όταν νικήσεις το δηλητήριό του με το μέσα σου γάλα. Άκουσέ με, αγαπημένε μου άντρα: το κοιμισμένο μωρό είναι το τελευταίο κορίτσι της γενιάς του· μονάχα αίμα αθώου γιατρεύει το άδικο. Μεγάλωσα μέσα στα σπλάχνα μου τη Χριστίνα, μα μέσα στα σπλάχνα της Χριστίνας μεγάλωσε η κόρη των Λορ. Θυσία είναι να βάζεις μαχαίρι σε αυτό που αγαπάς· να αγαπάς περισσότερο από αυτό που έμαθες για Αγάπη. Κάν’ το, λοιπόν, αν πιστεύεις στα δάκρυά μου – για να γιατρέψεις την Κόκκινη Καμπάνα από την κακία και το άδικο των ανθρώπων. Γιατί, Ανδρέα, ο κόσμος είναι αδειανός δίχως τους κοφτερούς βράχους...»

 

Αυτά είπε η υπέρλαμπρη Μαρία· κι αμέσως μετά έβαλε το μαχαίρι του Σίμωνα μέσα στο στόμα της κι άρχισε να το μασάει σαν να ήτανε χλωρό φύλλο. Φυσικά ο Ανδρέας όρμησε να την αγκαλιάσει, μα, τη στιγμή που θα την άγγιζε, η γυναίκα μεμιάς εξαφανίστηκε, θαρρείς εξατμίστηκε από τον κόσμο. O Γιατρός των Ήχων αγκαλιάστηκε με το τίποτε· έπεσε στα γόνατα. Γύρω του είδε τα τέσσερα μαύρα του άλογα με τα μάτια ολόλευκα· άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Κάποτε έπαψε το κλάμα του· ήταν πια έτοιμος.

 

O Δημήτριος ανέβηκε στον Σταχτόλοφο τα μεσάνυχτα κρατώντας το μαχαίρι του Ισμαήλ Αλ Ικσίρ· στο δρόμο προσπαθούσε να μη σκέφτεται – ήξερε όμως πως εκείνη τη νύχτα το χρυσό μαχαίρι, αφού ξεκρεμάστηκε μετά από πέντε αιώνες, θα καρφωνόταν σε μια καρδιά. Μια από τις δυο κοιμισμένες κόρες θα πέθαινε – για  να ξυπνήσει η άλλη· μα πόσο απέχει το κενό από την αγάπη;

 

Όταν έφτασε στην άμαξα ανάμεσα στις αμυγδαλιές, ο Ανδρέας Καϊνέρτζι τον περίμενε όρθιος· κάτι κρατούσε κάτω από την μπέρτα του. Ζήτησε από τον Δημήτριο το χρυσό μαχαίρι· όταν εκείνος τού το έδωσε, ο Γιατρός των Ήχων έδωσε στον νεαρό διάκο το κοιμισμένο μωρό που είχαν βρει πριν από λίγες ώρες στα βράχια, τυλιγμένο σε μια ασημοκέντητη κουβέρτα. Η φωνή του Oύγγρου έβγαινε από το κέντρο της γης: «Μέχρι το χάραμα η μουγγή καμπάνα θα έχει γιατρευτεί. Στην πρώτη αχτίδα του ήλιου να τη χτυπήσεις. Και κάτω από το Ματωμένο Στόμα Του να βάλεις τούτο το κοιμισμένο μωρό – την τελευταία κόρη των Λορ».

 

O Δημήτριος πήρε στα χέρια του το μωρό, τυλιγμένο με την ασημοκέντητη κουβέρτα. Έτρεμε· βρήκε τη δύναμη να ρωτήσει: «Κι η κόρη σου που κοιμάται στη μαύρη άμαξα;»  O Ανδρέας πρόφερε τις λέξεις με δυσκολία: «Η Χριστίνα θα θρέψει τον ήχο με το αίμα της. Με το μαύρο αίμα θα κοκκινίσει ο ουρανός, με το μαύρο αίμα θα γεμίσει ο αδειανός κόσμος». Τα μάτια του ήταν ολόκληρη η νύχτα· τα μαύρα άλογα ρουθούνισαν φλόγες. O Δημήτριος κατάλαβε πως δεν μπορούσε να πει τίποτε άλλο· έσφιξε το μωρό των Μογγόλων στην αγκαλιά του, έκανε μεταβολή κι άρχισε να κατεβαίνει τον Σταχτόλοφο.

 

Ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα, όταν ο Ανδρέας έλυσε την πλεξούδα των μαλλιών του, εκείνην που είχε πλέξει πριν από εκατό χρόνια – κι έπειτα μπήκε στη μαύρη άμαξά του. Η Χριστίνα κοιμόταν με ανοιχτά μάτια τον αιώνιο ύπνο της. Εκείνος που τον έλεγαν Γιατρό των Ήχων έσκυψε για τελευταία φορά πάνω από την κοιμισμένη κόρη του· τη φίλησε για τελευταία φορά, στα μάγουλα, το μέτωπο και την κοιλιά, στα δάχτυλα, στα ανοιχτά μάτια. Κατόπιν άνοιξε το λευκό πουκάμισό της· το δέρμα της ήταν σαν πέταλο κρίνου, οι θηλές του στήθους της σαν πέταλα παπαρούνας. Έπιασε με τα δυο του χέρια το χρυσό μαχαίρι του Ισμαήλ Αλ Ικσίρ, το σήκωσε ψηλά.  O Ανδρέας έκλεισε τα μάτια κι είδε πως βρισκόταν στην ακμή ενός απύθμενου βαράθρου – άραγε το κενό ή μήπως η αγάπη; Κι έπειτα κατέβασε το μαχαίρι στην καρδιά της Χριστίνας· στην καρδιά της κόρης του. Κάθε μάτι περιέχει τον θάνατό σου.

 

Όλη τη νύχτα ο Δημήτριος περίμενε, έχοντας στην αγκαλιά του την κόρη των Λορ, την πρώτη ακτίνα του ήλιου, ψάχνοντας με τα αυτιά του να ακούσει φοβερούς ήχους μέσα στη νύχτα – σιωπή. Αρκετά πριν από το ξημέρωμα πήγε κάτω από το καμπαναριό κι άφησε το μωρό γυμνό κάτω από το Ματωμένο Στόμα. Κι όταν η πρώτη ακτίνα του ήλιου μαχαίρωσε τη νύχτα, ο νεαρός διάκος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να τρέχει σε έναν μικρό κύκλο, τραβώντας με όλη του τη δύναμη και όλη του την ψυχή το σκοινί που κρεμόταν από το γλωσσίδι. Φούσκωσε τότε ο ουρανός που είναι πνευμόνι· κάποτε το γλωσσίδι βρήκε στην κοιλιά της καμπάνας. Και τότε ακούστηκε μετά από καιρό εκείνος ο καίριος όσο και παράλογος ήχος που καρπίζει τη γη, ανθίζει τα σώματα και ελευθερώνει τις ψυχές. Μεμιάς η κοιμισμένη κόρη των Λορ ξύπνησε και ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Κι η στερνή ανάσα της Κόκκινης Καμπάνας έσμιξε με το κλάμα του αναστημένου μωρού και γέμισε την Ευλογιά, γέμισε τη θάλασσα και τη στεριά και τον ουρανό και τον κόσμο όλο.

 

***

 

Mετά το χτύπημα της Καμπάνας ο Δημήτριος πήρε την ξυπνημένη κόρη των Λορ στην αγκαλιά κι έτρεξε στον Ανδρέα.  Το μωρό έκλαιγε· η καρδιά του νεαρού διάκου φτεροκοπούσε. Την ώρα που η Καμπάνα χτυπούσε, είχε κλείσει τα μάτια και είχε δει: σκίστηκε ο ουράνιος θόλος κι ένα κατακόκκινο περιστέρι έβαζε ένα σπυρί στο στόμα του ναρκωμένου μωρού.

 

Η μαύρη άμαξα του Ανδρέα ήταν πάντοτε ανάμεσα στις αμυγδαλιές. Μόλις πλησίασαν, η κόρη των Λορ, σα να ήξερε, έπαψε το κλάμα. O Ούγγρος αλχημιστής έστεκε πάνω από την πανέμορφη, νεκρή πια, κόρη του. Τα μαλλιά του, ξέπλεκα, ανέμιζαν στο πρόσωπό του. O Δημήτριος κοίταξε το πρόσωπο του κοριτσιού και θαμπώθηκε: η ομορφιά της ήταν σαν τον γαλάζιο δίσκο του φεγγαριού, τόσο πλήρης που θα γίνει αιώνιο δάκρυ στην άκρη της μνήμης του. Της είχε κλείσει το πουκάμισο στο στήθος· κανείς πια δεν μπορούσε να δει τη μαχαιριά στην καρδιά. Τα μάτια της Χριστίνας ήταν ανοιχτά. Από τις άκρες τους είχαν κυλήσει δυο γαλάζια δάκρυα. Από την άκρη των χειλιών της είχε τρέξει μια ολοκόκκινη σταγόνα. O Ανδρέας, με άφατη προσοχή, μαζεψε τα δύο δάκρυα και τη σταγόνα του αίματος στο δακρυσμένο μάτι, το σκαλιστό φιαλίδιο του Ισμαήλ. Κι έπειτα της έκλεισε τα μάτια. O άνεμος φύσηξε ανάποδα ανάμεσα από τις αμυγδαλιές· για μια στιγμή ο Δημήτριος νόμισε πως άκουσε τις νότες ενός υπερκόσμιου τραγουδιού.

 

O Ανδρέας είχε ήδη ανοίξει τον τάφο της κόρης του. Μουγκρίζοντας, πήρε στα χέρια του το κορμί της και το έβαλε στο λάκκο· της σταύρωσε τα χέρια της κι έβαλε μέσα τους το μαχαίρι με τη χρυσή λαβή. Κι άρχισε να ρίχνει πάνω στο πανέμορφο κορμί το ασημένιο χώμα του σταχτόλοφου, που όσο έπεφτε πάνω στη σάρκα, στα μάγουλα, το μέτωπο και τα ακροδάχτυλά της, έλαμπε κατακόκκινο σαν αίμα.

 

Μόλις σκέπασε το λάκκο, ο Ανδρέας γύρισε προς τον Δημήτριο, που κρατούσε στην αγκαλιά του το μοναδικό μωρό που επέζησε από το γένος των ανυπότακτων Μογγόλων. Και στο λαιμό του μωρού κρέμασε το σκαλιστό φιαλίδιο του Ισμαήλ. Τα μάτια του ήταν ήδη ραγισμένα, σα ζωγραφιά αρχαίου τοίχου, όταν ψιθύρισε: «Nα την πεις Χριστίνα και να τη μεγαλώσεις σαν κόρη σου… Κι όταν θα γίνει δεκαεφτά χρονών, να την παντρευτείς και να κάνεις μαζί της γιους και κόρες που θα συνεχίσουν τη γενιά των αδικοσκοτωμένων. Και τούτο το φιαλίδιο των δακρύων και του αίματος είναι η ψυχή της κόρης μου, που θα ζει μαζί της. Και να θυμάσαι πως η Καμπάνα, ακόμη και πεθαμένη, θα έχει στα χείλη της το παλιό αίμα».

 

Ήταν τα τελευταία λόγια του Ανδρέα Καϊνέρτζι. Κατόπιν μπήκε στην άμαξά του κι έφυγε· τα τέσσερα μαύρα άλογά του σήκωσαν κουρνιαχτό με τον καλπασμό τους. Κανένας δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν. Προφανώς κάποτε θα έφτασε στο Δάσος με τον στοιχειωμένο λαγουτάρη – γιατί ο καθένας μας έχει ένα Δάσος με στοιχειωμένο λαγουτάρη· εκεί θ’ άφησε ελεύθερα τα μαύρα άλογά του να γυρίσουν στην Κολχίδα, θα έβγαλε τα ρούχα του, θα έβαλε φωτιά στην άμαξά του. Και καθώς είχε πιει από το δάκρυ του περιστεριού του Αραράτ, θα πέθανε τον μόνο θάνατο που υπήρχε γι’ αυτόν: θα μπήκε ολόγυμνος στο Δάσος και θα τον κατασπάραξαν τα τσακάλια – και τις νύχτες θα υπήρχε στην κραυγή τους.

 

***

 

Mε το χτύπημα της Κόκκινης Καμπάνας, όλος ο πληθυσμός της Ευλογιάς βγήκε στους δρόμους για να δοξάσουν τον Θεό και το Ματωμένο Στόμα Του, που τους έσωσε τη ζωή. Όταν ο Δημήτριος έφτασε στην εκκλησία, βρήκε τον κόσμο ξεστήθωτο να δοξάζει τη χάρη της Κόκκινης Καμπάνας – όλοι το ήξεραν πως ο φριχτός λοιμός είχε τελειώσει. O Δημήτριος κοίταξε τις θηλές στα στήθη των ανθρώπων: πράγματι, τα τραύματα είχαν επουλωθεί· τώρα έμοιαζαν με άνθη πάνω στο σώμα, με ρουφήγματα του Θεού στους ανθρώπους.

 

Όπως το είχε πει ο Ανδρέας Καϊνέρτζι, η Κόκκινη Καμπάνα δεν ξανακούστηκε ποτέ· ο ήχος που ξύπνησε την κόρη των Λορ και γιάτρεψε ολόκληρη την Ευλογιά από τον λοιμό ήταν η τελευταία ανάσα του Θεού που βγήκε από το Ματωμένο Στόμα Του. Δίχως τη χάρη της Κόκκινης Καμπάνας, η Ευλογιά έπεσε σε παρακμή· τα χωράφια έδιναν όλο και μικρότερη σοδειά, τα αμπέλια όλο και στυφότερο κρασί, τα ψάρια θαρρείς και χάθηκαν από τη θάλασσα, τα πηγάδια ξεράθηκαν, οι φτωχοί αυξάνονταν ολοένα, κι όπως ήταν φυσικό η εξουσία γινόταν όλο και πιο κτηνώδης απέναντι στους ανυπεράσπιστους ανθρώπους – μόνο ο ήλιος συνέχιζε να κοκκινίζει τον κόσμο στο γέρσιμό του. Σιγά-σιγά η Ευλογιά θα άδειαζε από ανθρώπους, καθώς οι κάτοικοί της θα έφευγαν για τη Θεσσαλονίκη, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τη Μικρασία, τα νησιά – για να γεμίσουν τα στομάχια τους και να συνεχίσουν εκεί τη ζωή τους. Σε εκατό χρόνια θα ερήμωνε ολοκληρωτικά· θα γινόταν μια πόλη-φάντασμα, καταφύγιο ληστών, πειρατών, δαιμονισμένων και Τσιγγάνων. Κι όποιον έβαλε το χέρι του στην Κόκκινη Καμπάνα για να τη σηκώσει από το καμπαναριό και να την πουλήσει για μέταλλο ή για να τη λιώσει και να την κάνει κανόνια, τον χτύπησε ανάποδος κεραυνός, σταλμένος όχι από τον ουρανό, μα βγαλμένος μέσα από τα έγκατα της γης, και τον άφησε άλαλο για μήνες. Κάποτε κάποιοι καινούργιοι βασιλιάδες του κόσμου βομβάρδισαν την Ευλογιά, την κάμαν ερείπια· μα, όταν θέλησαν να γκρεμίσουν και την Εκκλησία της Καμπάνας, οι βόμβες τους σκάσανε μες στα κανόνια, που άνοιξαν σαν έξαλλα τριαντάφυλλα. Γρήγορα οι σοφοί συμβουλάτορες της εξουσίας κατάλαβαν πως μέσα στη χορταριασμένη πολιτεία κρύβεται κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους, γι’ αυτό και κύκλωσαν τα ερείπιά της με φαρμακερά σύρματα από στεριά κι από θάλασσα.

 

Όλα αυτά θα γινόντουσαν τους επόμενους αιώνες, ωστόσο ο Δημήτριος τα ήξερε καλά εκείνο το ανοιξιάτικο ξημέρωμα του χίλια εξακόσια ενενήντα εννιά που ακούστηκε για στερνή φορά ο ήχος της Κόκκινης Καμπάνας· ίσως γι’ αυτό μετά το χτύπημα αρνήθηκε να ξαναμιλήσει σε άνθρωπο, παρόλο που οι Ευλογημένοι, ιδίως τον πρώτο καιρό, τον παρακαλούσαν να τους μιλήσει, να τους εξηγήσει πώς γιατρεύτηκε η Καμπάνα και τι είχε απογίνει ο Ανδρέας Καϊνέρτζι κι αν υπήρχε πιθανότητα το Ματωμένο Στόμα του Θεού να ηχήσει ξανά. Βλέποντας την επίμονη σιωπή του Δημητρίου, οι Ευλογημένοι σιγά-σιγά παραιτήθηκαν· έπρεπε να νοιαστούν για τη ζωή τους, ιδίως τώρα που δεν υπήρχε η χάρη της Καμπάνας να τους προστατεύει. Μάλιστα οι περισσότεροι πίστεψαν πως ο Δημήτριος τρελάθηκε: επέμενε να κάνει κάθε μέρα μέσα στην εκκλησία μια σιωπηλή, βουβή λειτουργία και κάθε πρωί να χτυπάει την μουγγή καμπάνα – θαρρείς να έσπερνε ανύπαρκτο σπόρο σε στέρφα γη. Έτσι απέμεινε διάκονος της έρημης εκκλησιάς· οι άνθρωποι δεν είναι μαθημένοι να λατρεύουν δίχως αντάλλαγμα – ποιος θα λογάριαζε έναν αμίλητο διάκο, που κάθε πρωί χτυπούσε μια τελειωμένη καμπάνα, μια ξοφλημένη καμπάνα – έτσι λέγανε.

 

Φυσικά ο Δημήτριος τήρησε την εντολή του Ανδρέα: βάφτισε Χριστίνα την ξυπνημένη μικρή Μογγόλα, της πέρασε στο λαιμό το σκαλιστό μάτι με τα δάκρυα και το αίμα μιας άλλης Χριστίνας που της έδωσε ζωή από τον θάνατό της. Τη μεγάλωσε μονάχος· κι όταν εκείνη η Χριστίνα, η τελευταία κόρη των Λορ, έγινε δεκαεφτά, ο αμίλητος διάκος την παντρεύτηκε, καταπώς τού είχε παραγγείλει ο Ούγγρος αλχημιστής, κι έκανε μαζί της δώδεκα γιους και μια κόρη. Και τους γιους της τους έστειλε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα να συνεχίσουν τη γενιά των Λορ μέσα στον κόσμο και την κόρη τους την πάντρεψε με έναν απόγονο των φονιάδων του λαού της, που η ίδια διάλεξε. O σιωπηλός γάμος τους έγινε μιαν αφέγγαρη νύχτα· μέσα στην έρημη εκκλησία, η μάνα της νύφης τής φόρεσε στο λαιμό το παλιό σκαλιστό φιαλίδιο με τα δάκρυα και το αίμα της Χριστίνας, της κόρης του Ανδρέα Καϊνέρτζι. Κι ενώ πάνω από την εκκλησία ματωμένα περιστέρια έσμιγαν με ματωμένα κοράκια, ο Δημήτριος, πάντοτε αμίλητος, άλλαξε τα καμωμένα από κλαδάκι μυγδαλιάς στεφάνια· κι έπειτα πήγε στο καμπαναριό και, μέσα στη νύχτα, χτύπησε την μουγγή Καμπάνα...

 

 

~

 

 

[Γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2001 ως τον Μάιο του 2002. Το 2003 εκδόθηκε σε αυτόνομο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη και το 2010 συμπεριλήφθηκε στη συγκεντρωτική έκδοση των τεσσάρων ιστοριών δακρύων από τις εκδόσεις δήγμα.]