θανάσης τριαρίδης * Historia de un amor ή τα μυρμήγκια

  

 

Historia de un amor

ή

τα μυρμήγκια

 

 

δειλινό για δύο πρόσωπα σε δυο πράξεις

 

  

~

 

σημείωση

 

  

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια αφήγηση προορισμένη για να διαβαστεί – με τον ίδιο τρόπο που διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα ή ένα παραμύθι. Όπως συνέβη και με το προηγούμενο «θεατρικό έργο» μου, το La ultima noche ή οι καρχαρίες (http://www.triaridis.gr/noche/, 2010), έτσι και στα Μυρμήγκια χρησιμοποίησα τη φόρμα του θεατρικού έργου, καθώς μέσα σε αυτήν σκέφτηκα (: συνέλαβα) την ιστορία: δυο δεμένοι άνθρωποι παλεύουν να γεμίσουν (: να εννοήσουν) το αναμεταξύ τους κενό.

 

Από εκεί και πέρα ισχύουν όσα σημείωνα πριν από εννιά μήνες και για τους Καρχαρίες: ούτε για την αφήγηση των Μυρμηγκιών γνωρίζω αν μπορεί να παρουσιαστεί στο θέατρο, αν έχει αυτό που ονομάζουμε «θεατρικότητα». Οποιοσδήποτε θελήσει να τη μεταφέρει στη σκηνή, μπορεί να το επιχειρήσει χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Εξάλλου, και αυτό το βιβλίο μου είναι ελεύθερο από κάθε μορφής «πνευματικό δικαίωμα» και μπορεί να αναπαραχθεί (ή και να αναπαρασταθεί) εν όλω ή εν μέρει δίχως οποιαδήποτε άδεια.

 

Το κείμενο υποστήριξε με την ανάγνωσή του ο Γιάννης Ευαγγέλου. Οι σκηνικές οδηγίες που ενσωμάτωσα στο «έργο» ήταν για μένα απαραίτητο κομμάτι της αφήγησης. Αν κάποιος σκηνοθέτης (ή όποιος άλλος) νιώσει πως δεν του είναι χρήσιμες, ας τις αγνοήσει ή ας τις αλλάξει. Δεν έχω αντίρρηση αντί για αντρόγυνο να παίξουν δυο γυναίκες ή δυο άντρες, ένας εγγαστρίμυθος με μια κούκλα – ή ακόμη και παιδιά. Εξάλλου, όπως έχω ξαναγράψει, νιώθω πως όλες οι αφηγήσεις απευθύνονται σε παιδιά – οι ενήλικοι είναι ήδη πνευματικά νεκροί, γυαλιστερά ταριχευμένα πτώματα.

 

Ωστόσο, ειδικά για τα Μυρμήγκια, μια σκηνική λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Οι δυο πρωταγωνιστές από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου δεν αγγίζονται· είναι δυο σώματα που αναμεταξύ τους σχηματίζουν (ή και: προϋποθέτουν) ένα κενό. Αυτό το μη-άγγιγμα και, κατ’ επέκταση, αυτό το κενό (καθώς και οι ανθρώπινες προσπάθειες να το διαχειριστούμε – ή και να το ζήσουμε) είναι για μένα και ο πρωταγωνιστής, όχι μόνο του έργου μα και ολόκληρης της ζωής.

 

 

θ. τ. – καλοκαίρι του 2011